Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

Hugo (2011)






Η πρώτη ταινία που είδα σε κινηματογραφική αίθουσα ήταν το Σινεμά ο Παράδεισος. Προβολή σε θερινό, με τη συνοδεία της μητέρας μου – εκείνη μου κόλλησε το μικρόβιο της σινεφιλίας. Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη την προβολή. Θυμάμαι μόνο πως κοιτούσα την οθόνη ενθουσιασμένος και σκεφτόμουν τί θαυμαστό φαινόμενο ήταν αυτό που μόλις είχα ανακαλύψει. Θυμάμαι να αναπαράγω την εμπειρία στον ύπνο μου τις μέρες που ακολούθησαν και να ασκώ ασφυκτική πίεση στη μητέρα μου να με ξαναπάει – συγγνώμη μαμά. Κι έτσι, έχοντας συμπληρώσει μετά βίας μισή δεκαετία ζωής, γνώρισα την πρώτη μου αγάπη. Και οι πρώτες αγάπες είναι παντοτινές.


Έχω ξαναδεί την ταινία αρκετές φορές από τότε. Και κάθε φορά βουρκώνω. Γιατί φέρνει στο νου μου τη μέρα εκείνη που πρωτογνώρισα το σινεμά. Προς μεγάλη μου έκπληξη παρακολουθώντας το Hugo του Μάρτιν Σκορσέζε, βρέθηκα να νιώθω τα ίδια ακριβώς συναισθήματα με εκείνα που μου προκαλεί κάθε επαναληπτική προβολή της ταινίας του Τορνατόρε. Ίσως επειδή το Hugo είναι μια ταινία για ένα μικρό παιδί που ανακαλύπτει το σινεμά. Μια ταινία στην οποία ο δημιουργός της καλεί τους θεατές με τη σειρά τους να ανακαλύψουν (εκ νέου ή και για πρώτη φορά) το σινεμά μαζί του, επιστρέφοντας στη γέννηση του μέσου, ανατρέχοντας στους πρωτοπόρους του. Ενδέχεται μερικοί να βρουν αντιφατικό το γεγονός πως επιλέγει να κινηματογραφήσει μια ιστορία για τη γέννηση του σινεμά, χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, το 3-D. Κακώς. Γιατί το σινεμά είναι ενιαίο. Ασπρόμαυρο ή έγχρωμο, βουβό ή ομιλόν, δισδιάστατο ή τρισδιάστατο, στόχος του είναι ( και πρέπει να είναι) ένας: να ανοίξει ένα παράθυρο στα όνειρα.


Ομολογουμένως το Hugo παραπέμπει αισθητικά περισσότερο σε ταινία του Σπίλμπεργκ, παρά του Σκορσέζε (συμπτωματικά ακόμα και το alter ego του σκηνοθέτη στο φιλμ, ένας ιστορικός κινηματογράφου, τον οποίο υποδύεται ο Μάικλ Στούλμπαργκ του A Serious Man, μοιάζει στον Σπίλμπεργκ) . Οι hardcore οπαδοί της θεωρίας του auteur θα δυσκολευτούν να εντάξουν την ταινία στο υπόλοιπο έργο του Σκορσέζε, κάποιοι ίσως και να την αφορίσουν. Και ναι, απουσιάζει η καθολική ενοχή, είναι όμως παρούσα εντονότερα από ποτέ η σημαντικότερη πτυχή του έργου του ιταλοαμερικανού σκηνοθέτη, αυτή που διατρέχει το σύνολο της φιλμογραφίας του: ο έρωτας για το μέσο που υπηρετεί. Κατά κάποιο τρόπο όλες του οι ταινίες οδηγούν στο Hugo.


Αυτό κάνει ο Σκορσέζε από την αρχή της καριέρας του. Κοινωνεί το σινεμά. Δίχως ελιτισμό, δίχως διάθεση επίδειξης, δίχως ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης της αυθεντίας του. Το μεταδίδει κοιτώντας σε στα μάτια. Φαντάζομαι πως μετά την προβολή του Hugo οι γερο-γκρινιάρηδες, που θεωρούν την τέχνη προσωπικό τους κτήμα, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να στάξουν την χολή τους για την νεολαία που αγνοεί τον Μελιές, που δεν έχει δει ούτε μια ταινία των Πάουελ και Πρεσμπέργκερ ή του Τατί και πάει λέγοντας - δεν αναφέρομαι φυσικά σ’ αυτούς που πονούν το αντικείμενο και στενοχωριούνται, που η πιτσιρικαρία αγνοεί μερικούς από τους σπουδαιότερους «εργάτες» του, αλλά σε εκείνους που αγαπούν τις εγκυκλοπαιδικές τους γνώσεις για το σινεμά, περισσότερο από το ίδιο το σινεμά. Λυπάμαι κύριοι, αλλά δεν έχετε θέση σ’ αυτό το παραμύθι. Πείτε μας όμως, πώς να μάθουν για τον Μελιές, αν δεν βρεθεί κάποιος να τους τον διδάξει, να τους μάθει τα μυστικά του με φροντίδα και στοργή; Αυτό ακριβώς κάνει ο Σκορσέζε με το Hugo. Ένα έργο φτιαγμένο με αγάπη, που μόνο αγάπη μπορεί να γεννήσει. Και είναι βέβαιο ότι κάπου στον κόσμο ένα παιδάκι θα πάει για πρώτη φορά στο σινεμά με τη μητέρα του, για να δουν το Hugo και στη συνέχεια θα την πρήζει να ξαναπάνε. Και κάθε φορά που θα ξαναβλέπει το Hugo μεγαλώνοντας, θα βουρκώνει, επειδή θα θυμάται τη μέρα εκείνη που ένας προβολέας και μια οθόνη στοίχειωσαν τα όνειρά του.



2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Giannaki eisai poly dynatos

Γιάννης_Βασιλείου είπε...

Στίβω την πέτρα.


Ευχαριστώ πολύ. :-)