Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Περί Αχαριστίας







Αχαριστία. My favourite sin, που θα 'λεγε και ο Αλ Πατσίνο ως Τζον Μίλτον στο Devil's Advocate , αν δεν ήταν η ματαιοδοξία η αγαπημένη του αμαρτία.  Η πράξη της αχαριστίας συνοδεύεται από μια ιδιαίτερη απαξίωση προς εκείνο που τη διέπραξε . Απαξίωση που οφείλεται στο γεγονός ότι προϋποθέτει την ευεργεσία του θύματος της αχαριστίας προς το θύτη. Αυτός ο αναπόσπαστος όρος της προϋπάρχουσας ευεργεσίας, χωρίς τον οποίο είναι αδύνατο να τελεστεί αχαριστία, και η σύμπτωση της ταυτότητας του ευεργέτη με εκείνη του παθόντα είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν την ενέργεια του αχάριστου κολάσιμη ηθικά και αμαρτωλά θρασύτατη. Είναι σκληρό να αποκαλείς κάποιον αχάριστο, λόγω εκείνων που συνεπάγονται για το πρόσωπο του. Αν για παράδειγμα τον αποκαλέσεις αγράμματο, συνεπάγεται ότι δε θα μπορέσει ποτέ του να διαβάσει τη «Γυναίκα της Σοφίτας» της Χρυσηίδας Δημουλίδου – άρα τον λες ευτυχισμένο. Αν τον αποκαλέσεις κρετίνο, συνεπάγεται απλώς ότι τρώει τις μπανάνες του χωρίς να τις ξεφλουδίσει. Αν τον αποκαλέσεις προσούτο, συνεπάγεται ότι δεν ταιριάζει σε καμία περίπτωση με την Greek Lover's από τον κατάλογο της Pizza Hut. Αν όμως τον αποκαλέσεις αχάριστο, σημαίνει πως είναι άτομο ανάξιο εμπιστοσύνης, ένας σιχαμερός υπάνθρωπος που πληγώνει αναίσχυντα εκείνους που σε κάποιο στάδιο της ζωής του τον βοήθησαν αφιλοκερδώς ή αφού τους έταξε ένα τριήμερο ταξίδι στο Δομοκό με πληρωμένα τα έξοδα μεταφοράς δια αστικής συγκοινωνίας. 


Ωστόσο η εκτόξευση κατηγοριών περί αχαριστίας τελείται αφειδώς τη σήμερον ημέρα, για παραπτώματα ήσσονος ή αμφιβόλου σημασίας. Η μητέρα ενός φίλου μου τον αποκαλεί αχάριστο κάθε φορά που λέει κάτι που την δυσαρεστεί. Ακολουθούν κατατοπιστικά παραδείγματα:


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 1
-Γιατί δεν τρως την καρμπονάρα που σου έφτιαχνα μια ώρα με τα χεράκια μου;
-Σου έχω πει ότι δε μου αρέσει το μπέικον.
-Αχάριστε.


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 2
-Θα περιμένεις να γυρίσω από τη θεία σου να σε δω λίγο;
-Πρέπει να φύγω, έχω δουλειά στο γραφείο.
-Αχάριστε.


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 3
-Ξέρεις αν το σουβλατζίδικο «Ο Μερακλής» δέχεται παραγγελίες μετά τις 12;
-Όχι.
-Αχάριστε.



Βλέπετε λοιπόν ότι η έννοια της αχαριστίας υφίσταται καθημερινά κακοποίηση από την αδόκιμη εφαρμογή της. Παραδείγματα από το ιστορικό παρελθόν υπάρχουν πολλά, για να μας υποδεικνύουν τι πραγματικά εστί αχαριστία. Η συμπεριφορά του Βρούτου στον Καίσαρα, του Ιούδα στον Ιησού, του «Χρηστάκη» Παπουτσή στον Κίμωνα Κουλούρη αποτελούν έξοχα δείγματα αχαριστίας. Για να γίνει όμως πλήρως κατανοητή η έννοια της, θεωρώ φρόνιμο να σας αφηγηθώ την ιστορία ενός ανθρώπου τόσο αχάριστου, που στο άκουσμα της αχαριστίας του θα νιώσετε να ανακατεύεστε. Πρόκειται για τον Κόουλ Στίβενς  από τη Νέα Ορλεάνη της Λουιζιάνας.



Ο Κόουλ Στίβενς γεννήθηκε μια καυτή νύχτα του Φλεβάρη του 1967 σε ένα χαμόσπιτο στα προάστια της πόλης. Η μητέρα του, η Αναμπέλα Στίβενς, μια ευγενική πλην λακωνική παρουσία, ασχολιόταν με τα οικοκυρικά και την συλλογή αντίτυπων του «Mein Kampf» μεταφρασμένων στα εβραϊκά . Ο πατέρας του, ο Σεμπάστιαν Στίβενς, στήριζε την οικογένεια κουβαλώντας τελάρα με ακτινίδια και παίζοντας διασκεδαστικά στοιχηματικά παιγνίδια στο μπαρ, όπως αυτό που  ο μπάρμαν έβαζε στο νου του έναν αριθμό από το 1 έως το 12.000 και τον καλούσε να μαντέψει  ποιόν αριθμό είχε σκεφτεί για 50 δολάρια. Περιέργως ο Σεμπάστιαν Στίβενς πάντα έχανε. Το βράδυ, που γυρνούσε στο σπίτι τύφλα στο μεθύσι, έπιανε τον Κόουλ από τον σβέρκο, τον ρωτούσε τί ώρα είναι αυτή που γύρισε ο πατέρας του κι έπειτα τον χτυπούσε με τη ζώνη του μέχρι να στάξει αίμα. Μη νομίζετε όμως πως ο πατέρας του Κόουλ ήταν βάναυσος συνέχεια. Υπήρχαν ημέρες που δε μιλούσε το ποτό, που μια αχτίδα φωτός σπινθήριζε στο βλέμμα του και γινόταν ξαφνικά πατέρας τρυφερός και συμπονετικός, όπως στα ενδέκατα γενέθλια του Κόουλ, όταν σταμάτησε να τον χτυπά, αφού λιποθύμησε.


Η μητέρα του Κόουλ δεν αντιδρούσε σε ότι συνέβαινε. Γενικά δε μιλούσε πολύ. Η φράση που επαναλάμβανε με μεγάλη συχνότητα ήταν ετούτη: «αν βρω έναν ασφαλιστή, θα σας εγκαταλείψω». Και πραγματικά ένα πρωινό , όταν ο Κόουλ ήταν δώδεκα ετών, δύο μηνών , τριών ημερών και σαρανταεπτά λεπτών ή σαραντατεσσάρων σύμφωνα με το ρολόι του τοίχου, χτύπησε την πόρτα ένας πωλητής ασφαλειών και η Αναμπέλα Στίβενς αναφώνησε «επιτέλους σε βρήκα». Έπειτα ανέβηκε στον επάνω όροφο, ετοίμασε τη βαλίτσα της και τους εγκατέλειψε. Στο μεταξύ ο νεαρός Κόουλ Στίβενς είχε υπογράψει έντυπα για ασφάλεια που κάλυπτε τραυματισμούς από νεράντζι κι από επίθεση μηχανών με υψηλό δείκτη νοημοσύνης, που επιθυμούν τον αφανισμό της ανθρωπότητας, την κυριαρχία επί της γης και έκπτωση 30% στα εισιτήρια του άνω διαζώματος του Madison Square Garden.  Το ίδιο βράδυ, όταν ο Σεμπάστιαν Στίβενς γύρισε σπίτι μεθυσμένος και αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί, έδειρε τον Κόουλ επειδή έξω είχε υγρασία.


Η παντελής απουσία της μητρικής αγκαλιάς και η διαρκής παρουσία της πατρικής μπούφλας είχε αντίκτυπο στη συμπεριφορά του μικρού  Κόουλ στο σχολείο, όπου η συλλογή αποβολών έγινε κάτι σαν χόμπι. Είχε φάει αποβολή επειδή τραβούσε την κοτσίδα της μικρής Άνι Πέτιμποουν με τρόπο ώστε οι κραυγούλες της να σχηματίζουν την «Ωδή στην Χαρά» του Μπετόβεν, επειδή συνελήφθη να καπνίζει στην δεξιά πλευρά του προαύλιου μάρκα τσιγάρων που επιτρεπόταν να καπνίζεται μόνο στην αριστερή κι επειδή αποκάλεσε τον γάιδαρό του δάσκαλο. Μια φορά έφαγε τριήμερη αποβολή επειδή πήγε στο σχολείο ντυμένος κολοκύθα, ποινή που δεν ελαττώθηκε ούτε από την σπαραξικάρδια απολογία του, όπου τους διαβεβαίωσε πως, όταν χτυπούσε το κουδούνι των 12, θα μεταμορφωνόταν σε όμορφη πριγκίπισσα.
  

Όλα αυτά όμως επρόκειτο να αλλάξουν στις 24 Μαρτίου του 1981 και καταλύτης ήταν ο Μαξ Ράιντελ, ένα κοκκινομάλικο  αγόρι με φακίδες που η Αναμπέλα Στίβενς είχε απαγορεύσει κάποτε στον Κόουλ να βλέπει, σαν αντίποινα επειδή η μητέρα του Μαξ της είχε απαγορεύσει να βλέπει τον σύζυγό της, τον  Έντουαρντ. Η μητέρα του Κόουλ όμως τον είχε εγκαταλείψει εδώ και τρία χρόνια κι έτσι ο Κόουλ δεν είχε κανένα λόγο για να αποφεύγει τον Μαξ Ράιντελ. Είχε μάλιστα αναπτύξει φιλικές σχέσεις μαζί του – στα διαλείμματα του έκλεβε το κολατσιό τραμπουκίζοντας τον φιλικά. Μια φορά ο Κόουλ ζήτησε να πιεί από το παγουρίνο του Μαξ κι εκείνος του απάντησε «όχι γιατί θα μου το γεμίσεις μικρόβια». Τότε ο Κόουλ γράπωσε τον Μαξ από το μαλλί, κόλλησε το πρόσωπό του στο δάπεδο και τον έσυρε έτσι μέχρι τις τουαλέτες, όπου τον έχωσε σε μια λεκάνη μέχρι τους ώμους. Κατόπιν του είπε «ορίστε, δε γέμισα το παγουρίνο σου μικρόβια», μια ένδειξη του πόσο σεβόταν τις επιθυμίες του Μαξ.


Εκείνη τη μέρα όμως η ζωή του Κόουλ θα άλλαζε για πάντα. Ο βλοσυρός καθηγητής ιστορίας κύριος Στέφαν Νόουιτολ εισέβαλε στην σχολική αίθουσα με βλέμμα χαρτοπαίχτη και άλλαξε όλα τα χρώματα του σήματος των ολυμπιακών αγώνων μόλις εντόπισε εκείνο που ήταν γραμμένο στον μαυροπίνακα.  «Ποιος τρισάθλιος τυφλοπόντικας, ποιά τιποτένια κατσαρίδα που είθε να πατηθεί από μια Wermacht και να γίνει σαν κομμένη μαρέγκα , έγραψε αυτό το αδιανόητα βλάσφημο, αυτό το εφιαλτικά κακόγουστο έμεσμα που λερώνει τον πίνακά μου;», φώναξε και έριξε φαρμακερές ματιές προς την κατεύθυνση των μαθητών.

Ο Κόουλ Στίβενς είδε στο «O Λίνκολν δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα το ξύρισμα» που ήταν γραμμένο στον μαυροπίνακα την αιώνια καταδίκη του και τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν σαν πόδια χορευτή κλακέτας κατά τη διάρκεια του μεγάλου σεισμού του Σαν Φρανσίσκο. Στράφηκε άμεσα στον Μαξ Ράιντελ και τον παρακάλεσε να ισχυριστεί πως το έκανε εκείνος. Του εξήγησε πως την τελευταία φορά που έφαγε αποβολή, επειδή έντυσε έναν νέγρο μαθητή της πρώτης δημοτικού με τραγιάσκα και γιλέκο, του έδωσε ένα μπάντζο και του ζήτησε να παίξει το «Χούτσι Κούτσι Μαν», ο διευθυντής τηλεφώνησε στον χώρο εργασίας του πατέρα του και τον κάλεσε στο σχολείο.

«Έτσι και με ξαναπάρουν τηλέφωνο από το σχολείο σου την ώρα που μεταφέρω τελάρα με ακτινίδια, θα σου γδάρω το πετσί σε λωρίδες», είπε ο Σεμπάστιαν Στίβενς και ο Κόουλ ήταν πεπεισμένος πως θα το κάνει, επειδή το πρωί, φεύγοντας από το σπίτι, είδε τον πατέρα του να κρατά τεντωμένο το ζωνάρι του και να τροχίζει μια μαχαίρα, σιγοσφυρίζοντας ένα σκοπό από τη «Βαλκυρία» του Βάγκνερ.

Ο Μαξ, ενθυμούμενος όλες τις στιγμές που ο Κόουλ υπήρξε στοργικός φίλος, όπως τότε που, επειδή διαμαρτυρήθηκε που του έφαγε το κολατσιό ενώ πεινούσε, ο Κόουλ τον έβαλε να ρουφήξει τα κορδόνια από τα μποτάκια του σαν σπαγγέτι, υπέκυψε στις ικεσίες του και του είπε πως θα το κάνει υπό μία προϋπόθεση: ότι δε θα ξαναπειράξει ποτέ κανένα μαθητή. Εκείνος όχι μόνο συμφώνησε, αλλά πρόσθεσε πως αν πάρει ο Μαξ το φταίξιμο, θα του ήταν αιώνια υπόχρεος και στο εξής θα έκανε ότι του ζητούσε. Έτσι στην επόμενη ερώτηση του καθηγητή Νόουιτολ σχετικά με τον αυτουργό αυτής της εγκληματικής ενέργειας, ο Μαξ αποφάνθηκε πως το δικό του χέρι παρήγαγε την αποτρόπαια φράση. Υπέστη μεν εκείνος την ταπείνωση της αποβολής και των βουρδουλιών στον πισινό, διατήρησε όμως το πετσί του στο ακέραιο.



Από τότε ο Κόουλ προσπάθησε να γίνει άλλος άνθρωπος. Πήγε στο ληξιαρχείο και ζήτησε να αλλάξει το όνομα του σε Ντόλυ Πάρτον, οι υπάλληλοι όμως τον διαβεβαίωσαν πως το όνομα ήταν πιασμένο κι έτσι έκανε πίσω. Δεν ξανατραμπούκισε ποτέ κανένα παιδάκι και όλοι είχαν να λένε για τη διαγωγή του . Στο μεταξύ είχε γίνει αχώριστος με τον Μαξ. Και όπως του είχε υποσχεθεί, δεν υπήρχε χάρη που να του χαλούσε και τον βοηθούσε διαρκώς. Ο Μαξ είχε δυσλεξία, κάτι που επηρέαζε την απόδοσή του στο σχολείο από την πρώτη Δημοτικού. Όταν η δασκάλα τους έβαζε εργασία να γράψουν το «αρνάκι άσπρο και παχύ» εκείνος έγραφε τα «Κεριά» του Καβάφη. Με τη βοήθεια του Κόουλ όμως που εκτός από τα διαγωνίσματά του έγραφε και τα δικά του, ο Μαξ είχε γίνει ένας από τους πρώτους μαθητές. Παρά την πρότερη ατίθαση συμπεριφορά του ο Κόουλ Στίβενς ήταν έξυπνο παιδί. Πολύ έξυπνο. Σχεδόν ευφυΐα. Μια φορά στο σπίτι η μητέρα του δεν έβρισκε πουθενά το τσουκάλι, που χρησιμοποιούσε για να μαγειρέψει κρεατόσουπα και είχε πέσει σε απόγνωση, μέχρι που ο Κόουλ ευφυώς την ρώτησε αν κοίταξε στο ντουλάπι που τοποθετούν τα μαγειρικά σκεύη. Και το τσουκάλι ήταν εκεί! Η μητέρα του τον σήκωσε ψηλά, του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και του είπε «αγόρι μου εσύ μια μέρα θα γίνεις πυρηνικός φυσικός».

Τελικά έγινε μαθηματικός. Ο Κόουλ δε συμπαθούσε ιδιαίτερα τα μαθηματικά . Ένα βράδυ που τον πέτυχε μια εξίσωση δευτέρου βαθμού έξω από ένα club και τον ρώτησε «τι χαμπάρια Κόουλ;» εκείνος γύρισε το κεφάλι αλλού, φούσκωσε το στήθος και πέρασε δίπλα της αγνοώντας την επιδεικτικά. Ο Μαξ όμως ήταν ανένδοτος, ήθελε να κάνουν αίτηση στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια. Η επιμονή του αυτή οφειλόταν στις προτροπές του παππού του, όταν ήταν μικρός και τον έπαιζε στα γόνατά του. «Να μάθεις αριθμητική», του έλεγε. « Μόνο άμα μάθεις αριθμητική, θα προκόψεις. Αν εγώ ήξερα αριθμητική, όταν αυτός ο παλιομασκαράς ο Τομπάιας Φάινκατ με είχε ρωτήσει αν θέλω να του δώσω επτά εκατοσταδόλαρα και σε αντάλλαγμα να μου δώσει δεκαπέντε δεκαδόλαρα, θα του έλεγα όχι». Έτσι, μπρος στην αδιαπραγμάτευτη απόφαση του Μαξ να εκπληρώσει την επιθυμία του παππού του, ο Κόουλ υποχώρησε και τον ακολούθησε στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, για να σπουδάσουν Μαθηματικά μαζί.



Το δωμάτιο της φοιτητικής εστίας που έμεναν ήταν τρίκλινο κι έτσι το μοιράζονταν με τον Γουέιν Γουάνγκ, έναν φοιτητή από την Κορέα, που η μόνη λέξη που ήξερε να προφέρει στα αγγλικά ήταν η λέξη «παστουρμάς» . Ο Γουέιν Γουάνγκ ήταν κλινικά ηλίθιος, αλλά σε ηλικία επτά ετών η μητέρα του του είχε κάνει δώρο ένα πεκινουά, που έτυχε να γνωρίζει προσωπικά την σύζυγο του αντιπρύτανη κι έτσι έγινε δεκτός στο πανεπιστημιακό ίδρυμα. Ο Γουέιν Γουάνγκ δεν τους ενοχλούσε ιδιαίτερα. Την περισσότερη ώρα της μέρας την περνούσε μπροστά στο πλυντήριο, το οποίο είχε μπερδέψει για τηλεόραση. Αγαπημένο του πρόγραμμα ήταν το «Ξέβγαλμα/Στύψιμο», όπου ο κύλινδρος περιστρεφόταν με μεγαλύτερη ταχύτητα και έβγαζε έναν ήχο που θύμιζε ροκάνα, επειδή κάπου είχε παραπέσει ένα νόμισμα.


Ο Κόουλ συνέχισε και στο πανεπιστήμιο να βοηθά τον Μαξ στα διαγωνίσματα, καθώς η δυσλεξία του τελευταίου εξακολουθούσε να επηρεάζει την απόδοση του. Όταν ο καθηγητής έβαζε άσκηση στους φοιτητές, να συμπληρώσουν μια ακολουθία, ο Μαξ έγραφε στο κενό «…έλθε και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος και σώσον, Αγαθέ, τας ψυχάς ημών.»  Η αντιγραφή στις εξετάσεις όμως ήταν δύσκολη και άκρως επικίνδυνη. Οι παραβάτες καλούνταν να επιλέξουν ανάμεσα στον αποκεφαλισμό και στην ολονύκτια ανάγνωση του "Οδυσσέα" του Τζέιμς Τζόις. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε πως η δεύτερη ποινή παραμένει ανεφάρμοστη μέχρι σήμερα, καθώς οι παραβάτες επιλέγουν μετ’ ενθουσιασμού την πρώτη.

Τελικά οι δύο τους συμφώνησαν, κατόπιν πρότασης του Μαξ, να βάζει ο Κόουλ στο διαγώνισμά του το όνομα του Μαξ και ο Μαξ το όνομα του Κόουλ στο δικό του. Το κόλπο τους στέφθηκε με επιτυχία. Ο Μαξ τελείωσε το τετραετές πρόγραμμα σπουδών σε δυόμισι χρόνια και ο Κόουλ σε έντεκα. Τελειώνοντας το Πανεπιστήμιο ο Μαξ προσλήφθηκε σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο στο Μανχάταν και ο Κόουλ σε τηλεφωνικό κέντρο telemarketing στο Μπρονξ, επειδή, όπως τον ενημέρωσαν στην τριακοστή τέταρτη αποτυχημένη συνέντευξη, κανένα εκπαιδευτήριο δεν ήθελε έναν προσλάβει έναν ρεμπεσκέ που ολοκλήρωσε την σχολή του σε έντεκα χρόνια. Σε πείσμα της παράδοσης που θέλει τους φίλους να χάνονται με την ανάληψη των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων, ο Κόουλ και ο Μαξ συνέχισαν την κοινή τους πορεία. Κι όταν ο Μαξ υπολειπόταν τριανταπέντε χιλιάδων δολαρίων για να αγοράσει ένα ρετιρέ διακοσίων δέκα τετραγωνικών στη Μάντισον Άβενιου, ζήτησε από τον Κόουλ να πάρει δάνειο στο όνομά του και να του τα δώσει, υποσχόμενος ότι θα του τα επιστρέψει με τόκο σε μια επταετία που θα πάρει προαγωγή, και ο Κόουλ συμφώνησε. Δεν το έκανε όμως με όλη του την καρδιά.


 Ήδη αγαπημένε αναγνώστη έχεις καταλάβει τι σόι άνθρωπος είναι ο Κόουλ και έχεις αρχίσει να αγανακτείς. Για αυτό δε θα σε κουράσω με άλλες λεπτομέρειες και θα προχωρήσω την αφήγηση στα γεγονότα εκείνα που αναδεικνύουν την αχαριστία του σε όλο της το αποκρουστικό μεγαλείο. Ήταν μια παγωμένη νύχτα του Ιουνίου στη Νέα Υόρκη, όταν το κινητό του Κόουλ χτύπησε. Στην άλλη γραμμή βρισκόταν ο Μαξ που τον ενημέρωσε ότι είχε εισαχθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο με πόνους στην κοιλιακή χώρα. Ο Κόουλ έφτασε στο νοσοκομείο μετά από τρεισήμισι ώρες – ήταν περασμένη η ώρα κι έτσι του πήρε μόνο δύο ώρες και πενήντα τέσσερα λεπτά για να βρει ταξί.
Γεμάτος αγωνία μπήκε στο δωμάτιο του Μαξ, για να τον βρει κάτωχρο, να παρακολουθεί στην 14αρα τηλεόραση του νοσοκομείου το Yentl, το μιούζικαλ όπου η Μπάρμπρα Στρέιζαντ υποδύεται μια εβραιοπούλα που ντύνεται αγόρι για να μπορέσει να διδαχθεί τον εβραϊκό νόμο,  και κατάλαβε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Και οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν. Δίχως περιττές εισαγωγές ο Μαξ του εξομολογήθηκε πως πάσχει από νεφρική ανεπάρκεια και θα χρειαστεί ένα νεφρό, αλλιώς δεν την βγάζει. Κι έπειτα του ζήτησε αν μπορεί να του δώσει ένα από τα δικά του. Ο Κόουλ σκοτείνιασε.

«Και τι επιρροή θα έχει στη ζωή μου, αν σου δώσω το ένα νεφρό;», τον ρώτησε

«Τίποτα σοβαρό, αγαπημένε μου φίλε», του απάντησε ο Μαξ, «απλώς δε θα μπορείς να εξασκήσεις τη μόνη δραστηριότητα που σου δίνει χαρά και σε κάνει να ξεχνάς ότι είσαι αποτυχημένος, δηλαδή να πηγαίνεις για τρέξιμο στο Σέντραλ Παρκ και να βλέπεις τα μεμέ των γυναικών που τρέχουν να ασφυκτιούν και να πάλλονται μέσα στα εφαρμοστά μπλουζάκια τους.»

Ο Κόουλ συμφώνησε. Οι γιατροί του έδωσαν ένα κρεβάτι δίπλα στον Μαξ, κι αφού ολοκλήρωσαν τον προεγχειρητικό έλεγχο, την επόμενη μέρα τον οδήγησαν στο χειρουργείο. Η επέμβαση δεν κράτησε πολύ και η πρώτη εικόνα που είδε ο Κόουλ όταν άνοιξε τα μάτια του ήταν το Μαξ να στέκει από πάνω του χαμογελώντας πλατιά.

«Καλά ξυπνητούρια, Κόουλ», είπε. «Σου έχω πολύ ευχάριστα νέα. Οι γιατροί έκαναν λάθος. Τελικά είχα απλώς δυσκοιλιότητα, οπότε δε θα χρειαστεί να κάνω την εγχείρηση. Όταν αναρρώσεις, θα πάμε στο πιο μοδάτο κλαμπ του Σόχο να το γιορτάσουμε. Και θα πιούμε μέχρι τελικής πτώσης. Ουπς. Εγώ δηλαδή. Εσύ δεν κάνει. Μπορείς να πιείς όμως όσα φρούτ παντς χωρίς αλκόολ θέλεις!»


Το μετεγχειρητικό στάδιο της ανάρρωσης πήρε πολύ περισσότερο από ότι είχαν υπολογίσει οι γιατροί. Σε ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας όμως τη μέρα που ο Κόουλ επρόκειτο να πάρει εξιτήριο, ο Μαξ εισήχθη εσπευσμένα στο νοσοκομείο εκ νέου με οξεία σκωληκοειδίτιδα. Η εγχείρηση δεν κράτησε πολύ και, όταν ο Μαξ συνήλθε από τη νάρκωση, η πρώτη εικόνα που είδε ήταν τον Κόουλ να στέκει από πάνω του χαμογελώντας πλατιά.

«Όλα πήγαν καλά», του είπε ο Κόουλ. « Βέβαια στην αρχή οι χειρούργοι έκαναν ένα μικρό λαθάκι και αντί να σου αφαιρέσουν την σκωληκοειδή απόφυση σου αφαίρεσαν το συκώτι, μόλις όμως το διαπίστωσαν, το τοποθέτησαν πάραυτα στη θέση του. Το καθάρισαν μάλιστα και με CIF και στο έκαναν σαν καινούργιο.»

«Σε ευχαριστώ που είσαι εδώ Κόουλ», αποκρίθηκε συγκινημένος ο Μαξ. «Δεν ξέρω τι θα έκανα αν δεν ήσουν εδώ. Βασικά, θα ήθελα αν μπορείς, για όσες μέρες θα παραμείνω στην κλινική να είσαι δίπλα μου, να μου κρατάς συντροφιά. Δεν μπορώ μόνος μου εδώ μέσα»

«Μα και η δουλειά μου;», απόρησε ο Κόουλ

«Είμαι σίγουρος ότι θα σκεφτείς κάτι καλέ μου φίλε», απάντησε ο Μαξ και του χάιδεψε το μάγουλο στοργικά.


Κι έτσι έκανε ο Κόουλ. Έδωσε σε ένα συνάδελφο του ένα πενηνταδόλαρο για να τον καλύπτει όσο θα έκανε κοπάνα και ήταν κάθε μέρα στο πλευρό του Μαξ από το πρωί, μέχρι τις 7 το βράδυ, που έπρεπε να αποχωρήσει αναγκαστικά. Την έκτη μέρα της παραμονής του Μαξ στο νοσοκομείο κι ενώ η ώρα του επισκεπτηρίου είχε παρέλθει, πριν φύγει ο Κόουλ μπήκε στο μίνι μάρκετ του νοσοκομειακού ιδρύματος να αγοράσει μια κόκα-κόλα. Ευχαρίστησε ευγενικά τον καλοσυνάτο γεράκο με την πράσινη τραγιάσκα, που του παραχώρησε τη σειρά του, καθώς ο Κόουλ κρατούσε λιγότερα πράγματα από εκείνον, και ετοιμαζόταν να πληρώσει την νοστιμούτσικη ταμία, όταν κουδούνισε το κινητό του τηλέφωνο. Ήταν ο προϊστάμενός του και του ανακοίνωσε την απόλυσή του. Ο συνάδελφος του τον είχε προδώσει. Αποδέχτηκε την πρόταση του προισταμένου για δύο εισιτήρια πρώτης σειράς για να παρακολουθήσει στο Broadway τη μιούζικαλ μεταφορά του «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα», με την προϋπόθεση ότι θα καρφώσει τον Κόουλ.


Την επόμενη μέρα πικραμένος και οργισμένος είπε στον Μαξ τι συνέβη.

«Αγαπημένε μου, λατρεμένε μου φίλε, που λέγεσαι Κόουλ», είπε βουρκωμένος ο Μαξ. «Στάθηκες πολύ καλός φίλος και συμπαραστάτης σε μένα όλα αυτά τα χρόνια. Χωρίς εσένα δε θα γινόμουν ποτέ υποδιευθυντής στο σχολείο μου, δε θα αποκτούσα το ρετιρέ στο Μανχάταν, ούτε θα είχα υπό την κατοχή μου εξήντα τρία εκατομμύρια δολάρια κερματισμένα σε λογαριασμούς στα νησιά Κέυμαν. Νιώθω ότι κάποιες φορές μπορεί και να εκμεταλλεύτηκα κάπως την καλοσύνη σου και την ευγένεια σου. Και νιώθω πως έχω ένα μικρό μερίδιο ευθύνης για την απόλυσή σου. Να ξέρεις όμως ότι σου είμαι ευγνώμων. Και για να σου σταθώ κι εγώ σαν φίλος και για να αισθανθείς καλύτερα θα κάνω κι εγώ κάτι για σένα». 

Έσκυψε, άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου του και έβγαλε από εκεί το πορτοφόλι του. Κατόπιν στράφηκε ξανά στον Κόουλ. «Να, καλέ μου φίλε. Πάρε δέκα δολάρια και πήγαινε στο σούπερμάρκετ κι αγόρασε ότι θέλεις. Πάρε μου κι εμένα έναν χυμό πορτοκάλι και επίστρεψέ μου και τα ρέστα, αν μπορείς.»


Ο Κόουλ έφυγε από το δωμάτιο φανερά εκνευρισμένος και κατευθύνθηκε προς το μίνι μάρκετ. Πήρε ότι μπορούσε να πάρει με δέκα δολάρια αφήνοντας επίτηδες τον χυμό που ζήτησε ο Μαξ. Πήρε ένα μπουκάλι άπαχο κατσικίσιο γάλο, ένα πακέτο τσίχλες με γεύση μουστοκούλουρο, ένα περιοδικό για ξυλοκόπους, δύο πράσινες γομολάστιχες, ένα κρουασάν βερίκοκο και ένα μπρελόκ με τον Τουίτι. Κατευθύνθηκε στο ταμείο αναπνέοντας γρήγορα και ανυπόμονα. Ένιωσε κάτι να τον σκουντά στην πλάτη. Γύρισε και είδε τον καλοσυνάτο γεράκο με την πράσινη τραγιάσκα που το προηγούμενο βράδυ, του είχε παραχωρήσει την σειρά του. Ο γεράκος του ζήτησε ευγενικά να τον αφήσει να περάσει μπροστά του, καθώς το μόνο που ήθελε να αγοράσει ήταν ένα μαντολάτο.
Και τότε ο Κόουλ φώναξε σε έξαλλη κατάσταση  «Όχι ρε, δε σε αφήνω να περάσεις μπροστά μου! Να τηρήσεις την σειρά! Ήρθα εδώ πριν από σένα και άρα θα εξυπηρετηθώ πριν από σένα.» και έπειτα του γύρισε την πλάτη. Αυτό το βδελυρό ανθρωπάριο, αυτός ο τιποτένιος μυρμηγκοφάγος, ο Κόουλ Στίβενς, δεν υπολόγισε την καλοσύνη με την οποία του είχε φερθεί ο γεράκος, παραχωρώντας του τη σειρά του, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένος. Φέρθηκε με πρωτοφανή αγένεια και ανεκδιήγητη αχαριστία στον άνθρωπο, που οικειοθελώς τον είχε ευεργετήσει.



Στα αλήθεια, έχετε δει ποτέ σας πιο αχάριστο άνθρωπο από τον Κόουλ Στίβενς;














Υ.Γ. Πολλοί από εσάς  θα αναρωτιέστε τι απέγινε ο Γουέιν Γουάνγκ. Για να ικανοποιήσουμε λοιπόν την παιδική σας περιέργεια θα σας πληροφορήσουμε ότι δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του. Βοήθησε όμως την ομάδα ορθογραφίας του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια να κερδίσει το Παναμερικανικό Πρωτάθλημα Ορθόγραφίας στον τελική φάση του τελικού. Η λέξη που έπρεπε να κάνουν spelling οι διαγωνιζόμενοι, ήταν η λέξη «παστουρμάς».











The Campaign (2012)






Ο Γουίλ Φέρρελ είναι μια εξαιρετική περίπτωση κωμικού. Προικισμένος με αστεία φυσιογνωμία και ασύγκριτες αυτοσχεδιαστικές ικανότητες που κορυφώνονται σε ξεκαρδιστικά, οργίλα straight-faced ξεσπάσματα random λογοπαραγωγής, o Φέρρελ, όπως κάθε χαρισματικός κωμικός, απογειώνεται όταν ο σκηνοθέτης του τον αφήνει ελεύθερο να δράσει. Φυσικά πολλοί κριτικοί εκεί έξω, οι οποίοι αναρωτιούνται γιατί δεν παίζει σε κάθε ταινία του έτσι «ωραία» και «συγκρατημένα» όπως στο Stranger Than Fiction, θα ισχυριστούν το αντίθετο. Είναι οι ίδιοι που, όταν τους ρωτάς ποια ταινία του Βέγγου  αγαπούν περισσότερο, θα σου απαντήσουν το Βλέμμα του Οδυσσέα.  Whatever.   

  
Στους Υποψηφίους ο Τζέι Ρόουτς αφήνει τον Φέρρελ ελεύθερο να αυτοσχεδιάσει. Κι αυτό οδηγεί σε σκηνές που παρέχουν γέλιο στα όρια του λιποθυμικού σοκ. Επιπροσθέτως του δίνει τη δυνατότητα να τοποθετήσει την κωμική του περσόνα, που ειρωνεύεται καυστικά το αμερικανικό πρότυπο, στην κορυφαία θέση του αμερικάνικου συστήματος αξιών, εκείνη του πολιτικού προσώπου. Συγκυρία που δίνει την αφορμή για (αφελή πλην ξέφρενη) διακωμώδηση των μηχανισμών ανάδειξης της πολιτικής ηγεσίας καθώς και των στερεοτυπικών προφίλ των πολιτικάντηδων των δύο μεγάλων αμερικανικών παρατάξεων, τόσο από τον Φέρρελ, όσο κι από τον Γαλιφιανάκης, ο οποίος εδώ για πρώτη φορά εντάσσει στην δική του περσόνα στοιχεία ανθρώπινης ύπαρξης, καθιστώντας την πιο συμπαθητική.  Σοβαρή υποψηφιότητα για κωμωδία της χρονιάς – κι ας κατεβάζει ρυθμούς στο τελευταίο εικοσάλεπτο.


Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι (2012)






Ας μιλήσουμε λίγο για λαϊκά θεάματα. Το λαϊκό θέαμα είναι πρώτα από όλα εύληπτο. Φιλοδοξώντας να προσελκύσει ένα κοινό θεαματικά ευρύτερο από εκείνο που έχει εντρυφήσει στις ιδιαιτερότητες της τέχνης που εκπροσωπεί, ο καλλιτέχνης του λαϊκού θεάματος απευθύνεται με τρόπο απλό και κατανοητό στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα(κυρίως). Αφουγκράζεται τις ανησυχίες τους και τις εντάσσει σε ένα στρωτό αφηγηματικά σύνολο που βασικό στόχο έχει την ψυχαγωγία. Δεν διστάζει όμως να οδηγήσει το κοινό του (πάντοτε με ένα μη εξεζητημένο τρόπο) σε διαδικασία ενδοσκόπησης και αυτοκριτικής. Στο πρόσωπο του Καραγκιόζη, που πασχίζει με κουτοπόνηρα τεχνάσματα να πιάσει την καλή, ο θεατής αναγνωρίζει δικά του ελαττώματα και χαμηλώνει πρόσκαιρα το βλέμμα. Ανάλογο παράδειγμα από το σινεμά εντοπίζεται στα φαρσικά παθήματα του “φτωχοδιάβολου” του Βέγγου. Αυτό το στοιχείο είναι που κάνει το λαϊκό θέαμα να ξεχωρίζει από την εκφυλισμένη μορφή του, το λαϊκίστικο θέαμα, που κολακεύει ξεδιάντροπα τον θεατή, προκειμένου να γίνει αρεστό.

«Ο Θεός αγαπάει το Χαβιάρι», η νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, υπάγεται στη δεύτερη κατηγορία, αυτή του λαϊκίστικου θεάματος. Ο Σμαραγδής ανάγει τον Ιωάννη Βαρβάκη, που έφυγε από την χώρα ως πειρατής και γύρισε ως τρανός επιχειρηματίας με διάθεση να συμβάλλει στην απελευθέρωση και την ανεξαρτητοποίηση του ελληνικού κράτους από την οθωμανική αυτοκρατορία, σε πρότυπο έλληνα πολίτη. Εκείνου δηλαδή που αποτάσσεται την ιδιοτέλεια για χάρη της συλλογικότητας.  Στην πορεία όμως προς τον τελικό του στόχο ο Σμαραγδής προχωρεί σε ενέσεις φτηνού πατριωτισμού, σε επισημάνσεις περί εθνικής ανωτερότητας και, σε δύο σκηνές που φλερτάρουν με την ακούσια αυτοπαρωδία, στην απόδοση θεόπνευστου χαρακτήρα στα πεπραγμένα του Βαρβάκη. Η προσέγγιση του έλληνα δημιουργού διαφέρει μεν σημαντικά από την χυδαιότητα της εθνικιστικής υπερβολής των παραγωγών του Τζέιμς Πάρις, κύριο μέλημά της όμως είναι να χαϊδέψει τα αυτιά του έλληνα θεατή της, απευθυνόμενη στην περηφάνια του, την οποία προσπαθεί να ανορθώσει με τους προαναφερθέντες, συζητήσιμους τρόπους. Αν αυτό δεν είναι λαϊκισμός, δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είναι.

Κατά τα λοιπά η ενδιαφέρουσα ιδέα της διπλής αφήγησης (ο μύθος απέναντι στην πραγματικότητα) εγκαταλείπεται μετά το πρώτο εικοσάλεπτο, η μετάβαση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα συχνά υπερβαίνει τα όρια της αυθαιρεσίας, οι guest εμφανίσεις γνώριμων φυσιογνωμιών λειτουργούν αποπροσανατολιστικά, εμποδίζοντας την όποια “απορρόφηση” από τα δρώμενα, ενώ ο κεντρικός χαρακτήρας μεταβάλλεται διαρκώς , ανάλογα με το τί εξυπηρετεί κάθε σκηνή.  Σύγχυση και πλήξη.   

Ή αλλιώς καλωσορίσατε στον κόσμο του εγχώριου αφηγηματικού σινεμά.




Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Amour (2012)






Δεν γυρίζονται  πολλές ταινίες για την τρίτη ηλικία και τα προβλήματα που τη συνοδεύουν τα τελευταία χρόνια, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της ετήσιας κινηματογραφικής παραγωγής είναι κατασκευασμένο ώστε να αρέσει πρωτίστως στο ηλικιακό γκρουπ 15-24 ετών. Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι βέβαια, η τρίτη ηλικία πάντα καταλάμβανε μικρή μερίδα της θεματικής παλέτας των δημιουργών. Οι γηραιότεροι προτιμούν να αφηγηθούν ιστορίες νεώτερων ανθρώπων, αναπολώντας ενδεχομένως τα νιάτα τους. Και οι νεότεροι θεωρούν πως η τρίτη ηλικία δεν τους αφορά. Όταν είσαι νέος νομίζεις πως δε θα συμβεί σε σένα, ότι εσύ θα ξεγελάσεις τον χρόνο και θα αποφύγεις την φθορά που ακολουθεί την έλευσή του.  Και έρχεται ο Χάνεκε για να σου θυμίσει ότι κάνεις λάθος.

 Το Amour ξεκινά με μια αποκρουστική σκηνή. Άνθρωποι της πυροσβεστικής  εισβάλλουν σε ένα διαμέρισμα και ανακαλύπτουν το πτώμα μιας ηλικιωμένης, της Ανν, σε αποσύνθεση. Το υπόλοιπο φιλμ είναι μια αναδρομή των γεγονότων που οδήγησαν εκεί. Και όσο περνά η ώρα ξεχνάς την προδιαγεγραμμένη μοίρα της ή νομίζεις ότι θα την αποφύγει. Είναι επειδή στο μεταξύ έχεις αναπτύξει ένα συναισθηματικό δεσμό με τους χαρακτήρες, εύχεσαι η εξέλιξή τους να είναι η καλύτερη δυνατή. Κι είναι στα αλήθεια αδύνατο να αδιαφορήσεις για τον Ζόρζ και την Ανν, ένα ζεύγος ηλικιωμένων σφόδρα ερωτευμένο. Οι υγρές ματιές που ανταλλάσσουν οι παλιές δόξες του γαλλικού σινεμά Τρεντινιάν και Ριβά εγκυμονούν καθάρια αγάπη , από εκείνες για τις οποίες διαβάζεις στα παραμύθια. Μόνο που το φιλμικό σύμπαν του Χάνεκε ουδεμία σχέση έχει με τα παραμύθια. Κι έτσι όταν η ασθένεια χτυπά την Ανν, η σχέση τους δοκιμάζεται. Οι γείτονες βοηθούν για την χρηματική ανταμοιβή και η απομακρυσμένη κόρη μόνο «λογικές» συμβουλές έχει να προσφέρει. Η αγάπη και η λογική όμως σπάνια συμβαδίζουν.  

Όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις (κάτι που γνωρίζουν καλά οι «επιλαχόντες» και οι αγαπημένοι τους) τα ενδιαφέροντα του παρελθόντος παραμερίζονται και όλα περιστρέφονται γύρω από την ασθένεια. Το μόνο που έχουν η Ανν και ο Ζορζ είναι ο ένας τον άλλο. Η αγάπη της για εκείνον της δίνει δύναμη να πολεμήσει λίγο ακόμα- για χάρη του. Και η αγάπη του για εκείνη είναι το δεκανίκι του σε μια προσπάθεια τιτάνιας υπομονής κι αξιοθαύμαστης επιμονής. Και την προσυπογράφει με μια ύστατη ενέργεια «τρυφερότητας». Κι έπειτα αποχωρεί, κατευθυνόμενος κάπου ανάμεσα στο αντίο και το πουθενά. Αφήνοντας πίσω την κόρη τους, να περιφέρεται ολομόναχη στο άδειο διαμέρισμα, συνειδητοποιώντας πως πλησιάζει η δική της σειρά. Άραγε, όταν έρθει η ώρα, θα έχει κι εκείνη δίπλα της κάποιον σαν τον Ζορζ;