Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

After Earth (2013)






Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή ενός superstar, που τα media αποφασίζουν ότι ήρθε η ώρα να τον κατεβάσουν από το βάθρο. Γιατί αν υπάρχει κάτι που αρέσει περισσότερο στην κίτρινη (και την κιτρινίζουσα)  πένα από το να επαινεί τον μεγάλο, είναι να τον χτυπά στην πρώτη ευκαιρία και να συνεχίσει ώσπου να τον ρίξει στο επίπεδο των μικρών. Ίσως έτσι νιώσει πρόσκαιρα λίγο μεγαλύτερη. Τα πρόσφατα παραδείγματα αρκετά. Το έκαναν στον Cruise, ο οποίος επανέκαμψε δριμύτερος, το έκαναν στον Gibson, που ακόμα βρίσκεται στη διαδικασία ανάνηψης, και τώρα φαίνεται πως ήρθε η σειρά του Will Smith


Ας πάμε μερικά χρόνια πίσω, στο μακρινό 2008. Με ένα εντυπωσιακό σερί κολοσσιαίων εισπρακτικών επιτυχιών, στηριγμένων εξ’ολοκλήρου στο πρόσωπο του, ο Will Smith είναι ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς του box-office. Μετά την χλιαρή υποδοχή της δεύτερης συνεργασίας του με τον σκηνοθέτη Gabriele Muccino όμως, o Smith να κάνει ένα διάλειμμα από τα κινηματογραφικό πλατό. Έπειτα από 3μισι περίπου χρόνια αποχής και αφού οργιάζουν οι φήμες ότι ασπάστηκε την θρησκεία της Σαϊεντολογίας, γεγονός που αρκεί για να δώσει στους γραφιάδες - δεν μπορώ να τους αποκαλέσω δημοσιογράφους- των κουτσομπολίστικων εντύπων το έναυσμα για χλεύη, ο Smith επιστρέφει με το «Men in Black III». Κυκλοφόρουν δεκάδες δημοσιεύματα για τα προβληματικά γυρίσματα και την παρεμβατική συμπεριφορά του Smith, τα previews προετοιμάζουν το αναγνωστικό κοινό για ένα ανεπανάληπτο φιλμικό τέρας, ενώ οι αναλυτές του box-office πόνταρουν στην πανωλεθρία του φιλμ στα ταμεία. Κι έπειτα η ταινία κυκλοφορεί στις κινηματογραφικές αίθουσες. Και το κοινό δεν “τσιμπά”. Και το σπιλμπεργκικών αποχρώσεων «Men in Black III» ξεπερνά τα 600 εκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο box-office. Ο Will Smith παραμένει στον θρόνο του. Η απόφαση όμως είναι ειλημμένη. Οι γραφιάδες είναι αποφασισμένοι να τον χτυπήσουν. Και, όπως ακούγεται και στο τρίτο μέρος του Νονού, «when they come, they come at what you love».   


Πολλά από τα κείμενα που γράφτηκαν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού για το «After Earth» επιτίθενται κυρίως στον Jaden Smith. Τον γιό που δεν μόχθησε για την επιτυχία, το “κακομαθημένο” που τα βρήκε όλα έτοιμα από τον μπαμπάκα, ο οποίος τον σπρώχνει στις ταινίες, χωρίς να είναι «έτοιμος». Και το χαρτί του νεποτισμού πάντα βρίσκει απήχηση στην μάζα. Έτσι η ταινία κατακεραυνώθηκε από κοινό και κριτικούς για λόγους πέραν των αυστηρά κινηματογραφικών. Φυσικά μεγάλο μέρος της γενικής κατακραυγής οφείλεται και στο πρόσωπο του σκηνοθέτη. Είναι, βλέπεις, στην μόδα να “ξεσκίζουμε” ανελέητα τον Shyamalan


Από καθαρά κινηματογραφική σκοπιά πάντως, το φιλμ δεν έχει τίποτα που να δικαιολογεί το μένος της αμερικανικής κριτικής. Δίχως εξωφρενικούς σεναριακούς ελιγμούς, δίχως ριψοκίνδυνες σκηνοθετικές επιλογές, το «After Earth» είναι μια αφηγηματικά στρωτή, καλόψυχη “μικρή” ταινία με περιτύλιγμα υπερπαραγωγής. Στο επίκεντρο του φιλμ βρίσκεται η αγωνία του πατέρα να ετοιμάσει τον γιό του, ώστε να ανταπεξέλθει στους κινδύνους που συνοδεύουν τον “απογαλακτισμό” και η αγωνία του υιού να φτάσει (ή ακόμα και να ξεπεράσει) τον πατέρα. Κι ένα φιλμ με τέτοια ιστορία μόνο όφελος μπορεί να έχει από τον βιολογικό δεσμό που συνδέει στην πραγματικότητα τους δύο πρωταγωνιστές, γιατί ο δεσμός αυτός προσδίδει, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, ακόμα περισσότερη συναισθηματική βαρύτητα στα δρώμενα. 


Το «After Earth» σηματοδοτεί επίσης ένα comeback για τον Shyamalan μετά το καλλιτεχνικό ναυάγιο της προηγούμενης δουλειάς του. Πρόκειται μεν για μια “επαγγελματική” δουλειά, μπορείς  όμως να εντοπίσεις το στίγμα του στους υπομονετικούς ρυθμούς, στις σιωπές, στις μακάβριες πινελιές, στην πεισματική (και τόσο ευπρόσδεκτη) απουσία βαβούρας και στην πίστη στους ηθοποιούς , τους οποίους φιλοδωρεί, όπως πάντα, με ασφυκτικά κοντινά. Κι εκείνοι τον ανταμείβουν με δύο δυνατές ερμηνείες . Ο πατέρας Smith συνδυάζει την εξωτερική αυστηρότητα με εσωτερική συναισθηματική φόρτιση, αυτό ακριβώς που θα περίμενες από έναν Tommy Lee Jones, τον δωρικό συμπρωταγωνιστή του στο Men in Black. Kι ο υιός Smith αποβάλλει το “υφάκι” και πραγματοποιεί μια εμφάνιση (ελεγχόμενου) εφηβικού ενθουσιασμού και αυξημένης σωματικής προσήλωσης, ενώ όσο πλησιάζουμε προς το τέλος καταφεύγει στα ερμηνευτικά «τικ» του πατέρα Smith. Είναι τυχαίο άραγε που αυτό συμβαίνει όταν ο πατέρας της ταινίας φαίνεται να επικοινωνεί τηλεπαθητικά με τον υιό, όταν τα πνεύματα τους συγκλίνουν σε σημείο ολοκληρωτικής ταύτισης;  Μήπως η συγκεκριμένη ερμηνευτική επιλογή είναι προϊόν μεθοδικής διεύθυνσης ηθοποιών ή ενός σπινθηροβόλου ερμηνευτικού ενστίκτου; Και μήπως η προσφυγή ενός στους δύο αμερικανούς κριτικούς στην κλασσική ευκολία της “παράξενης” προφοράς μαρτυρά απουσία πραγματικών επιχειρημάτων;