Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Aν... (2012)







Αν θέλεις να κατακεραυνώσεις τον Παπακαλιάτη - διαχρονικό trend για την πλειονότητα εκείνων που δεν ανήκουν στο fan club του-, το κινηματογραφικό του ντεμπούτο σου δίνει αρκετά πατήματα. Γιατί το «Αν…» έχει την λεπτότητα μιας ταινίας στην οποία ο τετράποδος, πιστός φίλος του εργένη ήρωα ονομάζεται Μοναξιά. Γιατί φέρει βασικά μειονεκτήματα της δουλειάς του δημιουργού του, όπως την ροπή προς τον μελοδραματισμό και την «τηλεοπτική» συνήθεια του να «στολίζει» συστηματικά σκηνές με τραγούδια που επεξηγούν το περιεχόμενό τους. Και επειδή, ενώ ξετυλίγει την ερωτική του ιστορία με όρους παλιομοδίτικης ρομαντζάδας, ξαφνικά ο Παπακαλιάτης εντάσσει στη θεματολογία της την οικονομική κρίση. Δεν χρήζει ανάλυσης, νομίζω, γιατί είναι άστοχο  μια ταινία που θέλει να μιλήσει (και) για την κρίση να έχει ως ήρωα έναν μποέμ σκηνοθέτη, που μένει σε μεζονέτα στην Πλάκα και πίνει τον καφέ του στα γραφικότερα cafe. Πρόκειται για ατόπημα ικανό να προκαλέσει αντιδράσεις αρνητικές και μη αναστρέψιμες.


Και θα το κατάφερνε, εάν το σύμπαν του «Αν…» δεν ήταν ολοφάνερα 100 % τεχνητό. Κι εκεί έγκειται και η δύναμη του. Στις «αποδραστικές» αρετές της «τεχνητότητας» του. Στη θέληση του δημιουργού να παρασύρει τον θεατή του σε ένα ταξίδι κινηματογραφικό, όπου σε ολιγόλεπτη βόλτα στα πλακόστρωτα σοκάκια της Πλάκας μπορεί να αλλάξουν οι εποχές (εύρημα που έχουμε ξαναδεί μεν, εκτελεσμένο όμως με μεράκι δε), σε ένα ερωτικό παραμύθι για ψυχές καταδικασμένες να ανταμώσουν και να ζευγαρώσουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Κι ομολογουμένως ο εφηβικός ενθουσιασμός και ο μεγαλόστομος ρομαντισμός του πονήματός του κάμπτουν, ενίοτε, τις αντιστάσεις σου. Η παράλληλη αφήγησή του κρατά το ενδιαφέρον σου. Και η αρμονική ολοκλήρωση της διττής του ιστορίας σε συγκινεί λιγάκι – κι ας ντρέπεσαι να το παραδεχτείς.


Η μικρή πτώση στις εισπράξεις από σαββατοκύριακο σε σαββατοκύριακο μαρτυρά θετικό word of mouth. Kι αποδεικνύει, ότι υπάρχει κοινό εκεί έξω που διψά για ελληνική μυθοπλασία, η οποία πληροί (έστω και) τις ελάχιστες προϋποθέσεις του καλού αφηγηματικού σινεμά. Κι ο Παπακαλιάτης θέλησε (και μπόρεσε) να του δώσει αυτό που ζητούσε. Και για αυτό δικαιώθηκε.