Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Marguerite (2015)






Δεν γίνεται να μιλήσουμε για το «Marguerite», χωρίς να αναφερθούμε στο «Ed Wood» του Tim Burton. Αφενός γιατί είναι ωραίο να αναφερόμαστε στο «Ed Wood» σε κάθε ευκαιρία, είναι μια εξαιρετική ταινία του Burton, που δυστυχώς έχει δει μόνο το ¼ εκείνων, που πίνουν τον καφέ τους από κούπες με στάμπα τα πλασματάκια του «Χριστουγεννιάτικου Εφιάλτη». Αφετέρου επειδή αμφότερες μιλούν για δύο καλλιτέχνες, που κάθε άλλο παρά διαπρέπουν στην τέχνη τους.

 Στην σημαντικότερη σκηνή της ταινίας ο Ed Wood συναντά τον Orson Welles. Και οι δύο μοιράζονται τον ίδιο ζήλο, την εργατικότητα, το πάθος για την τέχνη που υπηρετούν. Τι είναι αυτό όμως που κάνει τον έναν τους να γυρίζει κακές ταινίες και τον άλλο εμβληματικές; Τί τους χωρίζει;  Το ταλέντο. Έτσι απλά. Που δεν κληρονομείται, δεν αποκτάται με σκληρή δουλειά – καλλιεργείται όμως μέσω αυτής, αλλιώς μένει στάσιμο-, δεν εξηγείται. Για να είναι κανείς ταλαντούχος, πρέπει απλά να γεννηθεί τέτοιος, έλεγε ο Τσέχοφ. Μάλλον το έλεγε ο Τσέχοφ δηλαδή, γιατί ταλέντο στην απομνημόνευση γνωμικών και της πηγής τους δεν έχω. Συνεπώς μπορεί να το είπε και ο Τάσος Λειβαδίτης. 

O Εd Wood κάνει σινεμά, παρά την παντελή απουσία σκηνοθετικού ταλέντου, υποκινούμενος από το πάθος του γι’ αυτό. Η Marguerite Dumont όμως, μας λέει (και μας ξαναλέει) ο Xavier Giannoli, παλεύει να καθιερωθεί ως υψίφωνος, μολονότι η φωνή της ηχεί πιότερο σαν το κρώξιμο των παγωνιών που συντηρεί στην έπαυλή της, όχι για να τιμήσει την τέχνη της μουσικής, αλλά για να την προσέξει ο σύζυγός της. Το ενδοσυζυγικό δράμα ενδεχομένως θα λειτουργούσε, αν ο Giannoli εστίαζε εκεί. Θέλει όμως να κάνει και μια σάτιρα ηθών, θέλει να ανοίξει συζήτηση για την οριοθέτηση της τέχνης, θέλει να μιλήσει και για τις ευεργετικές ιδιότητες του παραμυθιού και φιλοδοξεί, κάπως καθυστερημένα, να μας κάνει να αναθεωρήσουμε όσα έχουμε δει και να τα επανεξετάσουμε υπό το πρίσμα μια τραγικής ιστορίας, σαν εκείνες που εκτυλίσσονται στο σανίδι της όπερας.


Τίποτε από τα παραπάνω δεν πετυχαίνει κι εκείνο που μένει τελικά είναι μια κομεντί εποχής, απευθυνόμενη σε κοινό μεγαλύτερης ηλικίας, που έχει τις στιγμές της, διαθέτει και μια πρωταγωνίστρια που ενδύεται πειστικά την αυταπάτη της ηρωίδας της, δεν διακρίνεται όμως για την οικονομία της - ένας αμερικάνος δημιουργός θα την έκανε μισή ώρα μικρότερη.  Το ότι το εν λόγω φιλμ βρέθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του 72ου φεστιβάλ Βενετίας,  μαρτυρά την γενικότερη αδυναμία των φετινών επιλογών των προγραμματιστών της Μόστρας.




Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Χαμένοι στη Μετάφραση #15




Με μεγάλη μας χαρά διαπιστώνουμε κάθε Πέμπτη, πως έχει επανέλθει για τα καλά στον χώρο της ελληνικής διανομής η μόδα της απόδοσης στα ελληνικά των ξενικών τίτλων  με σκωπτικούς τίτλους, τίτλους που παραπέμπουν σε παλιότερες επιτυχίες και τίτλους με ατάκες που στόχο έχουν να τραβήξουν το ελληνικό κοινό .

Σε συνέχεια λοιπόν του θεάρεστου έργου της ελληνικής διανομής και σε αντιστοιχία των  προηγούμενων σχετικών αναρτήσεων, ο cinetairos δίνει ανάλογους ελληνικούς τίτλους στις ταινίες του Οκτωβρίου, με βάση πάντα των προγραμματισμό των εγχώριων εταιριών.






Εverest – Έβερεστ, το Απάτητο Βουνό

The Martian – Διαστημικός Ατσίδας

Pas son Genre Δεν είναι για τα Μούτρα σου
Τhe Lamb Αρνάκι Άσπρο και…Ταχύ!

 Life Η Κρυφή Ζωή του Χολιγουντιανού Αστέρα Τζέιμς Ντιν

Le Dernier Coup de Marteau – Πατέρα, ο Γιος σου Είμαι


The Walk – Δαμαστής του Ιλλίγου

Pawn Sacrifice Μπόμπι Φίσερ, ο Αμερικανός Κασπάροφ

The Intern Ο Συνταξιούχος ήταν Λεβεντιά

The Green Inferno Τρώγονται με…τα Ρούχα τους *
  
Macbeth Ο Θρύλος του Μακβέθ

Youth – Πονηρά Θηλυκά, Κατεργάρηδες Γέροι

Burnt Ο Σεφ που Έπαιζε με την Φωτιά και Έχανε **

Black Mass – Οι Αδιάφανοι

La Loi Du Marche Ότι του Αρνήθηκαν οι Άνθρωποι

Regression – Δαιμονισμένος Άσχετος

The Lobster – Φρονιμίτης

Retour a Ithaque – Ξεφτισμένοι Επαναστάτες

Crimson Peak – Η Άλλη

Pan (3D) – Απίθανο Ταξίδι στον Μαγικό Κόσμο του Πίτερ Παν

Hotel Transylvania 2 – Σουίτα Βρικολάκων:Η Διπλοκράτηση

Love 3D Σεξ, Ψέματα και  Καυτές Βινιέτες, σε ερεθιστικό 3-D

The Last Witch Hunter Ο Άνθρωπος που έκανε τις Μάγισσες να Τρέμουν


45 Years Όλα ένα Ψέμα

Legend Και οι Δύο ήταν Καθάρματα

No Escape Απαγορεύονται οι Ξένοι

Court -  Βρώμα και Δυσωδία στα Έδρανα της Δικαιοσύνης











*=credit to Χάρης Παπαπαναγιώτου
**=credit to Ηλίας Δημόπουλος




Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Unfriended (2014)




Στο Unfriended ο Λέβαν Γκαμπριάτζε χτίζει κάτι πολύ, πολύ ενδιαφέρον. Ορίζοντας ως κάδρο την οθόνη του laptop μιας κοπέλας – όχι τυχαία της συγκεκριμένης κοπέλας, όπως θα διαπιστώσεις-, αξιοποιεί την εικαστική γλώσσα του σήμερα, για να αφηγηθεί μια τυπική φαντασματική ιστορία. Φυσικά, αν δεν είσαι εξοικειωμένος με τα social media και τα apps επικοινωνίας, το σασπένς δεν θα λειτουργήσει για σένα. Αν στέκεσαι δε μπροστά στο pc κι αναρωτιέσαι πώς δουλεύει αυτό το μαραφέτι, ξέχνα το. 


Έχει επιχειρηθεί και στο παρελθόν, ο Τζο Σουάνμπεργκ, για παράδειγμα, έχει κάνει στην ενότητα του στο V/H/S κάτι αντίστοιχο, πιο τρομακτικό μεν, λιγότερο σύνθετο οπτικά δε, ποτέ όμως σε τέτοια έκταση και με τόση επιτυχία. Οι δυνατότερες του στιγμές έρχονται όταν είναι ανοιχτά πολλά παράθυρα στον υπολογιστή και καλείσαι ουσιαστικά να μοντάρεις εσύ την ταινία, υπάρχουν στιγμές γενναίου gore για τους φαν του είδους, χάνει πόντους αν σταθείς στο μήνυμα του ότι το cyberbullying είναι κακό, έτσι σχηματικά που παρατίθεται, αλλά, εάν το κάνεις, θα έχεις χάσει και το νόημα του φιλμ, που βρίσκεται στην αισθητική του, καθώς και στον τρόπο που αναδεικνύει -ίσως όχι με ανάλογη επιτυχία, γιατί πρέπει να εξυπηρετήσει και το είδος του- το πορτραίτο μιας νεολαίας που μεγαλώνει μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. Με τον ατομικισμό, την υιοθέτηση άλλου τύπου κοινωνικών ηθών και την έλλειψη ευγένειας που αυτό μπορεί να συνεπάγεται.





El Incendio (2015)




 Έρχεται κάποια στιγμή –κανείς δεν καταλαβαίνει απόλυτα πότε ακριβώς –, που η «φλόγα» γίνεται «πυρκαγιά» κι απειλεί να τα κάνει παρανάλωμα. Και τότε αρχίζει η ανθρωποφαγία. Το ανοιχτό σωληνάριο της οδοντόκρεμας γίνεται casus belli, η παρουσία του άλλου σε απόσταση μικρότερη των τεσσάρων μέτρων παραβίαση των εθνικών υδάτων και το κρεβάτι πεδίο μάχης, για να κατευναστεί η οργή και να επιτευχθεί μια σύντομη ανακωχή, ως την επόμενη εχθροπραξία.

Η στιγμή αυτή έχει έρθει για την Λουσία και τον Μαρσέλο, τους ήρωες του αργεντίνικου El Incendio. Οι δυνάμεις των αντίπαλων στρατοπέδων έχουν παραταχθεί σε θέση μάχης και περιμένουν το σήμα για να αρχίσουν πυρ. Που εδώ θα σημάνει η αναβολή της μετακόμισης τους στην καινούργια τους κατοικία κατά μία ημέρα. Κι αυτό που έπεται ετούτης της μικροαναποδιάς είναι δυσβάσταχτο. Ο Χουάν Σνίτμαν σε αρπάζει από τον γιακά και σε τοποθετεί στην καρδιά του πολέμου, ανάμεσα στα πυρά των εραστών, να τρέχεις να καλυφθείς, μην τυχόν σε πετύχει καμιά αδέσποτη. Κι αν έχεις λαβωθεί στο παρελθόν σε αψιμαχία αντίστοιχη, ο πανικός σου είναι ακόμα πιο δικαιολογημένος.

Θα το ‘θελες λίγο πιο προσεγμένο διαλογικά, θα ήθελες ενδεχομένως να λείπει το κοινωνικοπολιτικό ιντερλούδιο, ακριβώς επειδή πρόκειται για ιντερλούδιο και δεν αξιοποιείται στη συνέχεια μέσα στο φιλμ, εκτιμάς που ο Σνίτμαν δεν διαταράσσει ποτέ την ισοτιμία ανάμεσα στο ζεύγος – στην σκηνή της παθιασμένης σεξουαλικής σύγκρουσης, η Λουσία θα βάλει το χέρι του Μαρσέλο πίσω, θα καταλάβεις τί εννοώ, όταν το δεις -, εκείνο όμως που σε βάζει μέσα είναι που ο Σνίτμαν στρέφει τον φακό του εκεί, μπροστά από τους δύο (εξαιρετικούς) πρωταγωνιστές του, δίχως να σου δώσει την ασφάλεια του μοντάζ, δίχως να σου προσφέρει το αποκούμπι της μουσικής υπόκρουσης, δίχως να σου επιτρέπει να ψελλίσεις καθησυχαστικά «είναι μόνο μια ταινία». Όσα πρόκειται να συμβούν, θα συμβούν, με αυτούς τους όρους, μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να το αποτρέψεις. Κι αυτό μπορεί να σε κάψει.