Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Aν... (2012)







Αν θέλεις να κατακεραυνώσεις τον Παπακαλιάτη - διαχρονικό trend για την πλειονότητα εκείνων που δεν ανήκουν στο fan club του-, το κινηματογραφικό του ντεμπούτο σου δίνει αρκετά πατήματα. Γιατί το «Αν…» έχει την λεπτότητα μιας ταινίας στην οποία ο τετράποδος, πιστός φίλος του εργένη ήρωα ονομάζεται Μοναξιά. Γιατί φέρει βασικά μειονεκτήματα της δουλειάς του δημιουργού του, όπως την ροπή προς τον μελοδραματισμό και την «τηλεοπτική» συνήθεια του να «στολίζει» συστηματικά σκηνές με τραγούδια που επεξηγούν το περιεχόμενό τους. Και επειδή, ενώ ξετυλίγει την ερωτική του ιστορία με όρους παλιομοδίτικης ρομαντζάδας, ξαφνικά ο Παπακαλιάτης εντάσσει στη θεματολογία της την οικονομική κρίση. Δεν χρήζει ανάλυσης, νομίζω, γιατί είναι άστοχο  μια ταινία που θέλει να μιλήσει (και) για την κρίση να έχει ως ήρωα έναν μποέμ σκηνοθέτη, που μένει σε μεζονέτα στην Πλάκα και πίνει τον καφέ του στα γραφικότερα cafe. Πρόκειται για ατόπημα ικανό να προκαλέσει αντιδράσεις αρνητικές και μη αναστρέψιμες.


Και θα το κατάφερνε, εάν το σύμπαν του «Αν…» δεν ήταν ολοφάνερα 100 % τεχνητό. Κι εκεί έγκειται και η δύναμη του. Στις «αποδραστικές» αρετές της «τεχνητότητας» του. Στη θέληση του δημιουργού να παρασύρει τον θεατή του σε ένα ταξίδι κινηματογραφικό, όπου σε ολιγόλεπτη βόλτα στα πλακόστρωτα σοκάκια της Πλάκας μπορεί να αλλάξουν οι εποχές (εύρημα που έχουμε ξαναδεί μεν, εκτελεσμένο όμως με μεράκι δε), σε ένα ερωτικό παραμύθι για ψυχές καταδικασμένες να ανταμώσουν και να ζευγαρώσουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Κι ομολογουμένως ο εφηβικός ενθουσιασμός και ο μεγαλόστομος ρομαντισμός του πονήματός του κάμπτουν, ενίοτε, τις αντιστάσεις σου. Η παράλληλη αφήγησή του κρατά το ενδιαφέρον σου. Και η αρμονική ολοκλήρωση της διττής του ιστορίας σε συγκινεί λιγάκι – κι ας ντρέπεσαι να το παραδεχτείς.


Η μικρή πτώση στις εισπράξεις από σαββατοκύριακο σε σαββατοκύριακο μαρτυρά θετικό word of mouth. Kι αποδεικνύει, ότι υπάρχει κοινό εκεί έξω που διψά για ελληνική μυθοπλασία, η οποία πληροί (έστω και) τις ελάχιστες προϋποθέσεις του καλού αφηγηματικού σινεμά. Κι ο Παπακαλιάτης θέλησε (και μπόρεσε) να του δώσει αυτό που ζητούσε. Και για αυτό δικαιώθηκε.


Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

The Twilight Saga: Breaking Dawn - Part 2 (2012)






Ότι τα τελευταία  χρόνια το κύριο target group της mainstream κινηματογραφικής παραγωγής είναι τα άτομα ηλικίας 15-24 ετών έχει γραφτεί χιλιάδες φορές. Λιγότερες φορές όμως έχει γραφτεί ότι το κύριο target group της mainstream κινηματογραφικής παραγωγής είναι τα αγόρια ηλικίας 15-24, λες και θεωρείται αυτονόητο ότι η “πελατεία” είναι κατά κύριο λόγο γένους αρσενικού. Η πρωτοπορία του Twilight έγκειται στο ότι συνιστά το πρώτο κοριτσίστικο μπλοκμπάστερ της εποχής του franchise (το οποίο αντικατέστησε τα ονόματα στη μαρκίζα, ως πόλο έλξης για το φιλοθεάμον κοινό). Από εδώ και πέρα οι θηλυκής ευαισθησίας υπερπαραγωγές αναμένεται να πληθύνουν –ο χορός άνοιξε ήδη με το «The Hunger Games», ενώ φέτος αναμένουμε τα «Warm Bodies» και «The Host». Λίγο προτού παραδώσει οριστικά την σκυτάλη στα επόμενα franchise ανάλογου προσανατολισμού, το Twilight κλείνει τον επιτυχημένο του κύκλο με την (πιθανότατα) τελευταία ταινία της σειράς, το «Breaking Dawn Part 2».


Όλα ξεκίνησαν με το «Twilight» της Catherine Hardwick, ένα χαμηλότονο, τρυφερό νεο-ρομαντικό δράμα, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Stephanie Meyer. Η λεπτότητα της Hardwick εγκαταλείφθηκε στα επόμενα δύο θορυβώδη, χαρακτηριστικά ανοικονόμητα, αφόρητα μελοδραματικά και αδιανόητα φαιδρά σίκουελ «New Moon» και «Eclipse»(των Chris Weitz και David Slade αντίστοιχα). Αναλαμβάνοντας να σκηνοθετήσει το διμερές «Breaking Dawn» ο Bill Condon (της φήμης του «Gods and Monsters») αποκατέστησε την αξιοπρέπεια του franchise, επαναφέροντας την εγκράτεια της Hardwick και προσθέτοντας μια λεπτή ειρωνεία πάνω στα δρώμενα, όπου απαιτείται.


Το «Breaking Dawn Part 1», καίτοι ευπρεπές, ήταν ανεπεισοδιακό, φαντάζοντας σαν ένας ιδιαίτερα μακροσκελής πρόλογος και εγείροντας ερωτηματικά για την καλλιτεχνική σκοπιμότητα του τεμαχισμού του επιλόγου σε δύο μέρη . Αντιθέτως σ’ αυτό το δεύτερο μέρος η πλοκή τρέχει διαρκώς, υπαγορεύοντας ανάλογα γρήγορους ρυθμούς στην αφήγηση. Για πρώτη φορά το ενδιαφέρον δεν εστιάζεται αποκλειστικά στο γνώριμο τρίγωνο, αλλά απλώνεται σε μια σειρά από παλιούς και νέους χαρακτήρες, δίνοντας την αίσθηση ενός ευρύτερου φιλμικού σύμπαντος. Και για πρώτη φορά οι υποσχέσεις για μια επική κορύφωση μετουσιώνονται σε μια απρόσμενης αγριότητας και κλιμακούμενου ενδιαφέροντος σύγκρουση, στημένη με μεράκι από τον Condon. Φυσικά δε λείπουν το τηλεοπτικής λογικής αμπαλάρισμα σκηνών με indie μελωδίες, οι πόζες περιοδικού από τους φωτογενείς πρωταγωνιστές και ο καθιερωμένος συγχρωτισμός του ερωτευμένου ζεύγους στα λιβάδια. Φαντάζομαι πως τα στοιχεία αυτά βρίσκονται εκεί προς τέρψη του target group, αποτελώντας κάτι ανάλογο με την ομοβροντία CGI και τις μεγαλόστομες εξάρσεις “ανδριοσύνης” στις “ρομποτειάδες” του Michael Bay - και κάτι λιγότερο ενοχλητικό από τα δεύτερα, αν θες τη γνώμη μου, χωρίς αυτό βέβαια να τα κάνει και ευπρόσδεκτα. Το οποίο target group υποθέτω πως θα συγκινηθεί στο φινάλε με το κολάζ αναδρομής στα περασμένα και τις εξαγγελίες παντοτινής αγάπης του Eduard προς τη Bela.


«Για πάντα», είναι η φράση που κλείνει την ταινία και την εποποιία ταυτόχρονα. Και τώρα που έπεσε η αυλαία, ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε. Είναι το Twilight ένα ρομάντζο διαχρονικό, πλασμένο για να το “επισκεπτόμαστε” εκ νέου μέχρι το “λυκόφως” της ύπαρξής μας; Στα δικά μου μάτια όχι. Γιατί δεν έχει τη στόφα του κλασσικού. Γιατί όταν κοπάσει η εφηβική φρενίτιδα γύρω από την εικόνα του (υποσχόμενου, όπως μαρτυρά και η εμφάνισή του στο «Cosmopolis») Pattinson, θα υπερισχύσει ο συντηρητισμός της πένας της Meyer, o οποίoς “αφυδατώνει” τους χυμούς του έρωτα. Και γιατί οι καταραμένοι έρωτες είναι εκείνοι που κερδίζουν τη μάχη ενάντια στον χρόνο. Ότι και να λέμε όμως, στο τέλος θα αποφασίσουν τα κορίτσια.




Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

American History X (1998)





Το πρόβλημα με τις ταινίες "μηνύματος", εκείνες  που καταπιάνονται με ένα κοινωνικά φλέγον ζήτημα, παίρνοντας θέση συμβατή με τις διεθνείς αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι ότι πολλοί σινεφίλ τις ταυτίζουν με το μήνυμα σε τέτοιο βαθμό, που, αν κάποιος δεν γουστάρει την ταινία, συνεπάγεται (κατά την άποψη τους) ότι διαφωνεί με το μήνυμα. «Δεν σου αρέσει Η Ζωή του Ντέιβιντ Γκέιλ; Είσαι υπέρ της θανατικής ποινής; Μήπως είσαι φασίστας;», ρωτούν, έχοντας ήδη δώσει στο μυαλό τους καταφατική απάντηση για λογαριασμό σου. Ζητήματα δε, όπως το πώς (και αν ) προκύπτει από τη δραματουργία το μήνυμα και πώς το διαχειρίζεται ο δημιουργός, δεν τους απασχολούν ιδιαίτερα. Στα μάτια τους αφού το μήνυμα είναι "καλό", είναι και η ταινία καλή.


Κι ερχόμαστε στο American History X. Με σπουδαία καριέρα στο DVD και μια ηλεκτρισμένη ερμηνεία ντενιρικής προσήλωσης από τον ανερχόμενο (τότε)  Edward Norton, που τον οδήγησε δικαίως μέχρι τις υποψηφιότητες των Όσκαρ. Ήρωας του ένας αμερικανός νεοναζί, ο Ντέρεκ, που φυλακίζεται για ένα φρικιαστικό έγκλημα, αποφυλακίζεται έχοντας αποταχθεί τον ναζισμό και προσπαθεί να συνετίσει τον αδερφό του, που στο μεταξύ έχει διεισδύσει στην οργάνωση που μετείχε ο ίδιος. To μήνυμα της ταινίας είναι ότι "ο ναζισμός είναι κακός". Καμία ένσταση. Και μόνο η φρικωδία του Άουσβιτς και του Νταχάου είναι πειστήρια ικανά να αποτρέψουν οποιονδήποτε σώφρονα άνθρωπο με στοιχειώδη κοινωνική ευαισθησία από το να υποστηρίξει το αντίθετο. Έτσι, λόγω της ανθρωπιστικής του διακήρυξης, οι αναφερόμενοι στην πρώτη παράγραφο σινεφίλ θα επαινέσουν το φιλμ ασύστολα, εσύ θα τους πεις "ναι, αλλά είναι heavy - handed μέχρι το Θεό" και " ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα", εκείνοι θα σε αποκαλέσουν "φιλοναζί" και "φασίστα" και η σεμνή τελετή θα κλείσει με στιχομυθίες που οι καλοί τρόποι απαγορεύουν να αναφερθούν εδώ. Απλά πράγματα.
  

Μόνο που εδώ η κατάσταση είναι λίγο πιο περίπλοκη. Είναι το American History X πραγματικά μια "αντιναζιστική" ταινία;


Η αφήγηση εναλλάσσεται μεταξύ παρόντος και παρελθόντος. Από τη μια παρακολουθούμε τον Ντέρεκ, όταν ζούσε και ανέπνεε στους ρυθμούς της αντιδραστικής ιδεολογίας που ασπαζόταν, από την άλλη το νέο του ξεκίνημα και την προσπάθεια του να διασώσει τον αδερφό του (τη νέα γενιά) από τα νύχια του ναζιστικού «κτήνους». Η σκηνοθετική προσέγγιση της μιας χρονικής περιόδου από την άλλη διαφοροποιείται. Ο Tony Kaye «βουτά» τα ανδραγαθήματα του ναζιστή Ντέρεκ σε ασπρόμαυρο φίλτρο, τα κινηματογραφεί οπερετικά, με τρόπο που δε μπορείς να τραβήξεις τα μάτια σου από την οθόνη. Η βίαιη κορύφωση της επίθεσης του Ντέρεκ και των ομοίων του σε σουπερμάρκετ, που απασχολεί αλλοδαπούς εργαζομένους, ο βηματισμός του προς τα πειθήνια όργανα του αντεθνικού (στα μάτια του) συστήματος, όταν έχει διαπράξει μια αποτρόπαια ενέργεια ύψιστης αφοσίωσης στα πιστεύω του,  απεικονίζονται με τέτοιον εικαστικό λυρισμό, που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν ο κινηματογραφιστής νιώθει αποστροφή ή δέος προς τα δρώμενα. Η αυστηρή σοβαροφάνεια του φιλμ από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό αποκλείει την πιθανότητα ειρωνείας της «Αριοσύνης» του ήρωα. Κι από την άλλη κινηματογραφώντας τον αναγεννημένο του ήρωα στο παρόν ο Kaye χαμηλώνει τους τόνους, μετριάζει τις “ποιητικές” εξάρσεις και επιλέγει μια μουντή χρωματική παλέτα και μια ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση.


Δεχόμαστε ότι ο δημιουργός μιας ταινίας «μηνύματος» έχει τον ρομαντισμό (ή την έπαρση) να επιδιώκει να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Θέλει να επηρεάσει θετικά «συγχυσμένους» ανθρώπους μικρής και μεγάλης ηλικίας. Οι αντιναζιστικές προθέσεις  του Kaye είναι δεδομένες, άλλωστε στο δεύτερο μισό του φιλμ  γνωστοποιούνται δίχως ίχνος λεπτότητας, με ξεδιάντροπη επεξηγηματικότητα και in your face συμβολισμούς. Φοβάμαι όμως πως παρακολουθώντας το American History X και αντιπαραβάλλοντας τους δύο Ντέρεκ, ο «συγχυσμένος» θεατής (ο κατασταλαγμένος στις ιδέες του ναζισμού ακόμα περισσότερο) θα γοητευθεί περισσότερο από εκείνον του παρελθόντος. Γιατί το στυλιζάρισμα των πεπραγμένων του παλιού Ντέρεκ είναι τόσο ελκυστικό και η στάση του δημιουργού απέναντί τους τέτοια, που η μεταγενέστερη απόφαση του Ντέρεκ να αποταχθεί το ναζισμό αποκτά στοιχεία κραυγαλέου μοραλισμού και ως εκ τούτου απορρίπτεται με ευκολία. 

Κανείς δε θέλει να του υψώνουν το δάχτυλο άλλωστε.







 



 O σκηνοθέτης του φιλμ. I rest my case.



Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Συνέντευξη με τον Whit Stillman







Τάσος Μελεμενίδης: Ένας θεωρητικός του κινηματογράφου σας περιγράφει σε άρθρο του ως έναν σαρκαστικό μα και στοργικό κριτή της μπουρζουαζίας. Συμφωνείτε με αυτό τον χαρακτηρισμό, που σας αποδίδει;

Whit Stillman : Μπορείς να ασκήσεις κριτική στη συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων για πολλά πράγματα, αλλά με ενδιαφέρει να κάνω το αντίθετο από το σύνηθες, που είναι να τους προσεγγίζεις πολιτικά. Με ενδιαφέρει να τους προσεγγίσω εκ των έσω, να καταλάβω τις συνήθειές τους. Πολλοί από αυτούς πάσχουν από εκείνο που ο ψυχιάτρος Erik Erikson αποκαλεί  «το σύνδρομο της έπαυλης». Έχουν μεγαλώσει σε έπαυλη και, όταν φεύγουν από αυτή, μοιραία πέφτουν επίπεδο και νιώθουν την ανάγκη να επιστρέψουν στο ίδιο επίπεδο. Έχουν γνωρίσει σημαντικούς ανθρώπους στο παρελθόν και θέλουν να δείχνουν και οι ίδιοι σημαντικοί, χωρίς να το έχουν κερδίσει. Έτσι προμηθεύονται τα κεφάλαια και ξεκινούν μια εταιρεία, αγοράζουν πολυτελή γραφεία με την εσφαλμένη πεποίθηση ότι ξέρουν τη δουλειά και τελικά αποτυγχάνουν.



Γιάννης Βασιλείου: Δε σας αρέσουν ιδιαίτερα τα τυπικά φινάλε, εκείνα που δεν αφήνουν ανοιχτούς λογαριασμούς. Στο Barcelona όμως έχετε ένα τέτοιο, με τους ήρωες να παντρεύονται στο τέλος.

Whit Stillman: Ισχύει, με τη διαφορά όμως ότι στο τέλος παντρεύονται διαφορετικούς ανθρώπους. Κατάλαβα όσο έγραφα το σενάριο ότι ο  Τεντ και η Γκρέτα πρέπει να είναι μαζί, αν και στην αρχή δεν είχα τέτοιο σκοπό, γι αυτό προέκυψε αυτό το φινάλε.

Τάσος Μελεμενίδης: Στα extras του dvd θυμάμαι ότι αναφέρεστε σε ένα εναλλακτικό φινάλε

Whit Stillman: Δεν είναι ακριβώς εναλλακτικό φινάλε, καθώς η κατάληξη των χαρακτήρων θα ήταν ακριβώς η ίδια. Υπήρχε μια εναλλακτική σεκάνς προς το φινάλε, αλλά τη γύρισα πολύ άσχημα. Και θυμάμαι ότι ο σκηνοθέτης Rob Reiner, που ήταν ένας από τους χρηματοδότες του φιλμ, όταν είδε τη σεκάνς είπε ότι ήταν πολύ κακή και έπρεπε να αφαιρεθεί. Ήταν πολιτική και ο Reiner υποστήριζε ότι δεν έπρεπε να είναι πολιτική και ότι τα πράγματα στην Ισπανία δεν είναι έτσι. Μια νεαρή φίλη μου όμως, που έμενε στην Ισπανία, είδε το υλικό και με υποστήριξε, είπε ότι τα παρουσίασα όπως συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Παρέμενε όμως μια κακογυρισμένη σεκάνς και είμαι ευτυχισμένος που δε συμπεριλήφθηκε στην αρχική ταινία. Να προσθέσω πως αυτά τα  extras των DVD είναι επικίνδυνα, βλέπει ο κόσμος ότι άσχημο έχεις κάνει. (γέλια)



Τάσος Μελεμενίδης:  Στα τρία πρώτα σας φιλμ οι ιστορίες που αφηγείστε συμπίπτουν με το τέλος μια εποχής. Στο τελευταίο σας φιλμ όμως αυτό δε συμβαίνει.

Whit Stillman: (Με περηφάνια) Είναι μια νέα αρχή.

Τάσος Μελεμενίδης: Και είναι και πιο οπτιμιστικό με τον χορό στο τέλος.

Γιάννης Βασιλείου: Σχεδιάζατε εξαρχής να τελειώσετε την ταινία σας με όλους τους χαρακτήρες να χορεύουν ένα νούμερο του Fred Astaire από το A Damsel in Distress;

Whit Stillman: Αυτή ήταν η ιδέα εξαρχής, ναι. Αρχικά επρόκειτο να τελειώσω το φιλμ μου με το τραγούδι του Gershwin. Mετά όμως μου ήρθε η ιδέα να βάλω τους χαρακτήρες να χορεύουν τον χορό Shambola. Γνωρίζω ότι η ταινία φαίνεται σαν να έχει δύο φινάλε, αλλά σκέφτηκα ότι θα έχει πλάκα. Θα είναι σα να τρως δύο επιδόρπια. Και το τσιζκέικ και τη μους σοκολάτα! Νομίζω ότι μια από τις διασκεδαστικές παραμέτρους του να κάνεις σινεμά, είναι όταν προσπαθείς να συνθέσεις την ιστορία. Μου αρέσει να σκαρφίζομαι μια αρχή πριν την αρχή της ιστορίας κι ένα τέλος μετά το τέλος της ιστορίας.

Γιάννης Βασιλείου: Είχα διαβάσει κάπου ότι το Metropolitan ξεκινούσε με μια διαφορετική σκηνή.

Whit Stillman: Ναι, στο αρχικό κείμενο το Metropolitan ξεκινούσε με ένα κοντινό στον Charlie, o οποίος μιλούσε για τον Θεό πριν τη γνωριμία της παρέας με τον Τομ. Προτίμησα τελικά ένα διάλογο της Audrey με τη μητέρα της για να δείξω το άγχος και την ανασφάλεια που έχουν οι κοπέλες αυτής της τάξης όταν έρχονται οι ημέρες των πάρτι. Παρεμπιπτόντως στη σκηνή αυτή, την μητέρα της Audrey υποδύεται μια μητέρα άλλης ηθοποιού στην ταινία, καθώς δεν είχαμε συμφωνία με την SAG (οι ηθοποιοί μας ήταν νέοι και σχεδόν ερασιτέχνες) και έτσι δε μπορούσαμε να προσλάβουμε επαγγελματίες για τους ρόλους μεγαλύτερης ηλικίας. Το ίδιο συνέβαινε και στις εξωτερικές σκηνές, όπου ζητούσαμε βοήθεια από περαστικούς. Μάλιστα σε μια από τις ημέρες των γυρισμάτων έξω από ένα βιβλιοπωλείο που βρισκόμασταν έτυχε να βρίσκεται ένας βραβευμένος με νόμπελ φυσικός με τη φίλη του, και μπήκαν μέσα στα πλάνα.



Τάσος Μελεμενίδης: Χτες (σ. στην προβολή του Metropolitan) αναφερθήκατε στο Damsels in Distress ως το αγαπημένο σας παιδί. Γιατί το αγαπάτε περισσότερο από όλα;

Whit Stillman: Έχω τη συνήθεια να θεωρώ την τελευταία ταινία που γυρίζω την καλύτερη όλων. Είναι αυτό που έκανα τώρα, είναι αυτό που είμαι τώρα. Ότι είχα κάνει προηγουμένως οδήγησε σ’ αυτό. Είναι βέβαια λίγο δύσκολο να επιλέξω, γιατί το Metropolitan έγινε δεκτό με ενθουσιασμό, ενώ το Last Days of Disco, που έλαβε ανάμικτες κριτικές όταν βγήκε, με τα χρόνια έχει κερδίσει αρκετούς θαυμαστές. Έχω συνηθίσει στις αρνητικές κριτικές, επειδή οι ιστορίες μου είναι ειπωμένες από μια ιδιαίτερη οπτική γωνία, που μπορεί να ξενίσει τον θεατή. Ακόμα και για το Metropolitan, πριν βγει στις αίθουσες, δέχτηκα μερικά αρνητικά σχόλια.



Γιάννης Βασιλείου: Στο Damsels in Distress η ηρωίδα σας προσπαθεί να ξεκινήσει μια διεθνή χορευτική μόδα με τον χορό Shambola, o οποίος, αν δεν απατώμαι, είναι δικής σας επινόησης.

Whit Stillman: Ναι εγώ τον επινόησα. Προσπαθούσα να σκεφτώ μια ονομασία για τον χορό και το Shambola ήταν μια λέξη που ακουγόταν σαν όνομα χορού. Κάτι ανάμεσα στο Bolero και την Samba. Έψαξα στο ίντερνετ να βρω αν το όνομα είναι κατοχυρωμένο, για να μην μπλέξουμε σε ατέρμονους δικαστικούς αγώνες για τα δικαιώματα και δεν βρήκα τίποτα που θα μπορούσε να μας δημιουργήσει προβλήματα – μόνο μια ντίσκο στη Βραζιλία λέγεται Shambola-. Και μετά ο χορογράφος μας έκανε πρόβες με τους ηθοποιούς βάζοντας  τους να χορέψουν κάτι που έμοιαζε με τη Macarena. Αυτό που σκέφτηκα όμως ήταν να πάρουμε τα πιο διασκεδαστικά κομμάτια των χορών που χορεύονται σε ζευγάρια, όπως το τανγκό και το τσα-τσα και να τα ενώσουμε σε έναν χορό. Έτσι του το πρότεινα και εκείνος με όρισε συν-χορογράφο του.



Τάσος Μελεμενίδης : Λέμε συχνά ότι το τάδε βιβλίο θα μπορούσε να γίνει καλή ταινία. Έχω την αίσθηση ότι οι ταινίες σας θα μπορούσαν να γίνουν πολύ καλά βιβλία.

Whit Stillman: Ξέρετε ότι έγραψα μια λογοτεχνική μεταφορά του The Last Days of Disco; Παλιότερα είχα υπογράψει συμβόλαιο να κάνω το ίδιο και για το Metropolitan, αλλά στο μεταξύ το Barcelona βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο κι εγώ δεν είχα πολύ χρόνο και το έτερο σκέλος της συμφωνίας ήταν πολύ πιεστικό ως προς την τήρηση της προθεσμίας κι έτσι το σχέδιο εγκαταλείφθηκε. Νομίζω όμως ότι το Damsels in Distress θα γινόταν ένα καλό μιούζικαλ, όχι βιβλίο. Είναι λίγο σαχλό για να γίνει βιβλίο.



Γιάννης Βασιλείου:  Κοιτάζοντας τη φιλμογραφία σας παρατηρεί κανείς ότι σας αρέσει να γράφετε για νέους ανθρώπους.

Whit Stillman: Ισχύει, αλλά πριν ασχοληθώ με το Damsels in Distress σχεδίαζα να κάνω μια τηλεταινία για τη Wall Street με ηλικιακά μεγαλύτερους χαρακτήρες κι έπειτα κάποιος άλλος δημιουργός συμφώνησε να ετοιμάσει μια σειρά για τη Wall Street κι έτσι οι χρηματοδότες μου, μου είπαν ότι δεν είναι καλή ιδέα να χρηματοδοτήσουν αυτή την ιδέα μου και με ρώτησαν αν έχω κάτι άλλο να τους προτείνω. Τους ρώτησα «τι λέτε για μια κολεγιακή κωμωδία;», καθώς είχα ακούσει για ένα γκρουπ κοριτσιών σε κολλέγιο που συμπεριφέρονταν όπως οι ηρωίδες της ταινίας.  Κι εκείνοι συμφώνησαν και μου ζήτησαν να έχω έτοιμο το σενάριο σε 6 εβδομάδες. Πέρα απ’ αυτό μου αρέσει να περιγράφω καταστάσεις και συναισθήματα στο ξεκίνημα τους, και, αν και όντως χρονικά οι ταινίες μου διαδραματίζονται σε τέλος εποχής, έχουν πολλά ξεκινήματα – η πρώτη δουλειά μετά το κολλέγιο, η γνωριμία με έναν κόσμο τελείως διαφορετικό σε σχέση με πριν. Παράλληλα, σκεπτόμενος ως παραγωγός, είναι πολύ φθηνότερο να βρεις ενδιαφέροντες  νέους ηθοποιούς για ρόλους που θέλεις, σε σχέση με φτασμένους ηθοποιούς μεγαλύτερης ηλικίας.



Τάσος Μελεμενίδης: Ο Τσάρλι (Τέιλορ Νίκολς) λέει στο Μετροπόλιταν πως η γενιά του είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Πως νοιώθετε γι’ αυτήν τη σκέψη 22 χρόνια αργότερα;

Whit Stillman:  Όπως  συνεχίζει ο Τσάρλι “Η αποτυχία μπορεί να έρθει στο μέλλον” και στα μέσα της προηγούμενη δεκαετίας, όταν είχαν περάσει αρκετά χρόνια από το Last Days of Disco και δεν είχα κάποιο project, άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως ο Τσάρλι είχε δίκιο και ότι όντως τώρα βίωνα την αποτυχία. Ήταν πολύ επικίνδυνη σκέψη.






Υ.Γ. 1 Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του site cinemanews.gr



Y.Γ. 2 Να ευχαριστήσουμε τον καλό συνάδελφο Τάσο Μελεμενίδη για την πολύτιμη συμβολή του κατά τη διεξαγωγή και την απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης


Υ.Γ.3 Ο οποίος Τάσος Μελεμενίδης, αν δεν μου γυρίσει σύντομα το box set του Μελβίλ, θα πάψει να είναι καλός συνάδελφος.