Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Ήπιαμε απ΄το ίδιο ποτήρι...




Σαν ήμουνα μικρό παιδάκι περνούσα τα σαββατοκύριακα στο σπίτι της γιαγιάς. Ξυπνούσα το πρωί, έπινα βιαστικά το γάλα μου και έφευγα σαν σίφουνας για να πάω να παίξω με τα υπόλοιπα παιδάκια στην κορυφή του λόφου, μια περιοχή με την κωδική ονομασία ΄Στη Ράχη΄. Με ένα μικρό διάλειμμα για φαγητό έπαιζα αδιάκοπα μέχρι το βράδυ, χωρίς να υπάρχει τίποτα που να με σταματήσει. Ή σχεδόν τίποτα. Γιατί μια φορά στο τόσο τόσο έβγαινε η γιαγιά μου και με την χαρακτηριστική φωνή της – ένα κράμα λοχία παλιάς κοπής και τραγουδίστριας που κάνει σεγόντο στον τραγουδιστή της αφίσας σε δημοτικό πανηγύρι στον Γοργοπόταμο- φώναζε ότι έχει Βέγγο στην τηλεόραση. Κι εγώ ευθύς σταματούσα το παιχνίδι κι έτρεχα πίσω στο σπίτι.

Καθόμουν με τη γιαγιά μου και παρακολουθούσαμε την ταινία. Εκείνη μια γυναίκα αγράμματη, πρώην καθαρίστρια νοσοκομείου με παιδικές αναμνήσεις από την Κατοχή. Εγώ παιδί δημοτικού με διαφορετικά ερεθίσματα. Κι όμως γελούσαμε καθαρτικά με τα ίδια γκαγκ, αντιλαμβανόμασταν τα δρώμενα επί της οθόνης αν όχι με το ίδιο, με παρόμοιο τρόπο.

Τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσα, πέρασα στο πανεπιστήμιο, πήρα το πτυχίο μου, βγήκα στην αγορά εργασίας και πήρα την πρώτη κρυάδα. Οι απαιτήσεις πολλές, οι υποχρεώσεις περισσότερες κι ο χρόνος δραματικά λιγότερος. Κι όμως, ότι κι αν κάνω, όποια υποχρέωση κι αν έχω, όταν τυχαία πετυχαίνω στην τηλεόραση ταινία του, το αναβάλλω για αργότερα. Και κάθομαι και παρακολουθώ. Και γελάω ξανά με τα ίδια αστεία, όπως τότε.

Αυτό είναι και το μυστικό της επιτυχίας του Βέγγου, αυτό στέριωσε την εικόνα του στην καρδιά του κόσμου. Απευθύνεται σε όλους. Νέους και γέρους, γιατρούς και οικοδόμους, κλητήρες και βουλευτάδες, αγράμματους και γραμματιζούμενους. Όλοι στο πρόσωπο του Βέγγου βλέπουν ένα κομμάτι του εαυτού τους. Και γελούν με αυτό. Ξορκίζοντας τους φόβους και τις αγωνίες τους.



Ήμουν στο τρόλεϋ για την Ευελπίδων. Σκάει μήνυμα στο κινητό. Πέθανε ο Βέγγος. Άλλαξα σταθμό στο ραδιόφωνο. Κάτι έλεγαν για την αδειοδότηση του Πανιωνίου – φλέγον αθλητικό ζήτημα των ημερών. Δεν άκουγα. Μετά από λίγο με πήραν τα ζουμιά. Πέθανε ο Βέγγος. Η ενσάρκωση της ζωντάνιας και της ενέργειας, ο μοναδικός άνθρωπος που δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι μπορεί να έχει μια μέρα την ίδια μοίρα με τους υπόλοιπους.

Και μετά ήρθαν στο νου μου εικόνες. Το φάσκελο που ακολουθεί το στιλέτο που πέφτει εκτός στόχου. Τις αδερφές που στήνονται στη σειρά για να τιμωρηθούν παραδειγματικά με ένα μακροσκελές χαστούκι. Τον Θανάση να αγωνιά για τον επικείμενο γάμο του, να ανοίγει το ραδιόφωνο για να χαλαρώσει και να πέφτει πάνω στο τραγούδι ‘ Άλα, πάω για κρεμάλα’. Κι άρχισα να χασκογελάω. Η διπλανή θείτσα με πέρασε σίγουρα για παρανοϊκό – έσφιξε με τα χέρια της την τσάντα της και μετακίνησε ελαφρά το σώμα της προς τον διάδρομο.


Λένε πως όταν κλαίμε για κάποιον που φεύγει, κλαίμε από εγωισμό, γιατί δε θα τον έχουμε πια μαζί μας. Ας είναι. Είμαι εγωιστής. Κι από εγωισμό γράφω αυτό το κείμενο. Για μένα δεν έφυγε ο σπουδαιότερος κωμικός του ελληνικού κινηματογράφου. Δεν έφυγε ένας αυθεντικός έλληνας δημιουργός – από τους ελάχιστους τέτοιους που εργάστηκαν στην ταλαίπωρη εγχώρια κινηματογραφία. Έφυγε ένας φίλος. Ένας άνθρωπος με τον οποίο μεγάλωσα. Κάποιος που με έκανε να γελάσω όσο λίγοι. Κάποιος που με έκανε να αισθάνομαι πιο κοντά με τη γιαγιά μου- έναν άνθρωπο με τον οποίο με χωρίζουν έξι δεκαετίες. Και θα μου λείψει. Όχι η εικόνα του. Θα δω τις ταινίες του ξανά και ξανά. Και με τα παιδιά μου και με τα εγγόνια μου και αν μου είναι γραφτό και με τα δισέγγονα μου. Εκείνο που θα μου λείψει είναι η αίσθηση ότι ακόμα τρέχει κάπου εκεί έξω, ότι όσο πιο σκατένια και να γίνει η κατάσταση, αυτός θα είναι εκεί και με την υπερκινητικότητα του και την κουτοπονηριά του θα τα βγάλει πέρα. Κι εγώ μαζί του. Τώρα όμως;