Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Men in Black III (2012)



Κάποτε η ενημέρωση για τα στάδια της προ-παραγωγής και των γυρισμάτων μιας μεγάλης κινηματογραφικής παραγωγής ήταν σχεδόν μηδενική. Ειδικά την «χρυσή εποχή» των σταρ και των μεγαλοπαραγωγών μια ταινία μπορούσε να αλλάξει δύο και τρεις σκηνοθέτες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, δίχως αυτό να γίνει γνωστό (ή να γνωστοποιείται, αλλά μεταγενέστερα) και δίχως να προοικονομεί ένα καταστροφικό αποτέλεσμα στα μάτια του φιλοθεάμονος κοινού.

 Σήμερα με την ταχύτητα διάδοσης πληροφοριών μέσω του ίντερνετ σχεδόν τίποτα δε μένει κρυφό. Κι αν αυτό λειτουργεί ευεργετικά για εκείνους που ηδονίζονται καταναλώνοντας ειδήσεις σχετικές με την παγκόσμια κινηματογραφική παραγωγή, όπως ο υπογράφων, η είδηση και μόνο της διενέργειας (ακόμα και προγραμματισμένων)επαναληπτικών γυρισμάτων  αρκεί για να σημάνει συναγερμός στη σινεφίλ κοινότητα και να δημιουργήσει ένα (συνήθως αναπότρεπτο) αρνητικό buzz γύρω από το σχετικό φιλμ. Φανταστείτε λοιπόν το σούσουρο που προκάλεσε η είδηση ότι το Men in Black III ξεκίνησε γυρίσματατ ο Νοέμβριο του 2010, για να παγώσει στη συνέχεια η παραγωγή, επειδή το σενάριο ήταν ολοκληρωμένο μόνο κατά το 1/3. Οι βιτριολικές αναρτήσεις στα απανταχού sites και blogs έπεφταν βροχή, οι γραφιάδες ανησυχούσαν για την διόγκωση του budget–λες και τα βάζουν από την τσέπη τους- και η αντιμετώπιση του φιλμ από τους φαν προσομοίαζε σε εκείνη των προσφύγων από τον Παπα-Γρηγόρη και τους κατοίκους της φιλόξενης κοινότητας της Λυκόβρυσης στο «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται».

Είναι δεδομένο πως, επηρεασμένοι από την περιρρέουσα αρνητική ατμόσφαιρα και από την γνώση των προβλημάτων της παραγωγής, αρκετοί κριτικοί θα γράψουν ότι η ταινία ξεκίνησε γυρίσματα χωρίς να έχει γραφτεί η δεύτερη και η τρίτη πράξη κι αυτό φαίνεται. Κι όμως, αν δεν το γνώριζες, δύσκολα θα το παρατηρούσες. Η αφήγηση κάνει έναν αρμονικό κύκλο, ολοκληρώνοντας την ιστορία δίχως κενά με έναν τρυφερό, σπιλμπεργκικό επίλογο, που δίνει μια διαφορετική διάσταση στη μυθολογία των Ανδρών με τα Μαύρα, ενώ ο τόνος του φιλμ είναι απόλυτα ισορροπημένος.
  
Επιλέγοντας να στηρίξουν την πλοκή γύρω από ένα ταξίδι στον χρόνο, οι σεναριογράφοι του φιλμ κάνουν μια σοφή επιλογή. Δεδομένου ότι το ταξίδι στον χρόνο ποτέ δεν μπορεί να βγάζει απολύτως νόημα, αντί να ακολουθήσουν μια υπερ-αναλυτική προσέγγιση που να καλύπτει τις πιθανές επιπλοκές ενός τέτοιου ταξιδιού, ώστε να το κάνουν πιο πιστευτό, το υιοθετούν ως απλό μηχανισμό που θέτει την πλοκή σε εξέλιξη και το παραμερίζουν διακριτικά. Από το 12 Μonkeys μέχρι το Source Code  αυτή είναι η συνταγή της επιτυχίας και «τερατογενέσεις» όπως το (παραδόξως δημοφιλές στα video club στην εποχή του) Φαινόμενο της Πεταλούδας αποδεικνύουν τί μπορεί να πάει στραβά, όταν προσπαθείς να ακολουθήσεις μια πιο επιστημονικοφανή οδό. 

Το ταξίδι στο ’69 δίνει την αφορμή για μια σειρά από απολαυστικές  ποπ αναφορές(ξεκαρδιστική η σεκάνς στο Factory, το εργαστήρι του Άντι Γουόρχολ) και τη δυνατότητα στον Ρικ Μπέικερ να πλάσει εξωγήινα πλασματάκια που παραπέμπουν στις αρκετά πιο χοντροκομμένες φιγούρες, που κοσμούσαν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας την δεκαετία του ’50. Ο Τζος Μπρόλιν φορά με επιτυχία τα παπούτσια του Τόμι Λι Τζόουνς (είναι μικρότερός του μόνο κατά 21 χρόνια, στην ταινία όμως ο πράκτορας Κέι υποτίθεται πως είναι 29 ετών κι αυτό δίνει το έναυσμα για ένα εύστοχο running joke) και έτσι δεν διαταράσσεται το βασικό ατού των Men in Black,που είναι η χημεία του πρωταγωνιστικού διδύμου. Δίχως να αγγίζει απολύτως τα επίπεδα διασκέδασης του πρώτου Men in Black, το Men in Black III είναι ένα αξιοπρεπέστατο μπλοκμπάστερ και σηματοδοτεί το comeback του Μπάρι Σόνενφελντ, που είχε να σταυρώσει καλή ταινία από τότε.


Υ.Γ. Το 3-D παραδοσιακά προκαλεί κόπωση στα μάτια και φύρα στην φωτεινότητα του κάδρου. Νισάφι πια.

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

ΡΗΣΕΙΣ, ΑΞΙΩΜΑΤΑ, ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΙ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ, ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ - CHAPTER SEVEN: ΒΑΡΑΚ ΚΑΡΝ, Υποκεφάλαιο 3




Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια του Νέστορα εδώ

(Σημ.: Επειδή η google κατά τη μετάβαση σε παλαιότερες και νεότερες αναρτήσεις κάνει τα δικά της, προσέξτε την αρίθμηση των κεφαλαίων. Μια κοινωνική προσφορά του cinetairou προς εσάς, τους φανατικούς αναγνώστες της εποποιίας του βασιλιά Νέστορα)





Καταχνιά. Ο σοφός βασιλιάς Νέστορας δεν την έβλεπε αλλά την ένιωθε στο πετσί του, φυλακισμένος όπως ήταν πίσω από την πόρτα που κλειδώνει μόνο από μέσα και ανοίγει μόνο απ’ έξω. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Συχνά νόμιζε πως άκουγε την αηδιαστική φωνή του Παγώνη του Κσουλικιάρη, του κουλού και κουτσού βασιλικού ρουφιάνου, που δε μπορεί να συρθεί σαν το σκουλήκι και σέρνεται με την κοιλιά σαν φίδι κολοβό, να γελά χαιρέκακα, πνιχτή, ανάμεσα σε βρύα, λειχήνες και διάφορες ακαθαρσίες που γυροφέρνουν στο στόμα αυτού του σιχαμερού ανθρωπόμορφου γαστρόποδου. Χαμογέλασε. Σκέφτηκε ότι είναι τυχερός που δεν του χάρισε απογόνους καμία από τις συντρόφους με τις οποίες πλάγιαζε τρυφερά, αφού τις αναισθητοποιούσε στοργικά με χλωροφόρμιο. Πώς να φέρεις παιδιά σε ένα κόσμο που βασιλεύει η κακία και η μοχθηρία, σε ένα κόσμο που δε μπορείς να εμπιστευτείς ούτε το βασιλικό σου ρουφιάνο, σε ένα κόσμο που η αγάπη έχει αντικατασταθεί από το συμφέρον, η ηθική έχει παραμεριστεί από την χυδαιότητα κι ο Μαραβέγιας τραγουδά στον Μουζουράκη ‘φίλα με ακόμα’?

 Το χαμόγελο γρήγορα έσβησε από το πρόσωπό του κι αντικαταστάθηκε από μια συνεσταλμένη έκφραση αγωνίας. Είχε παγιδευτεί σε κάποια ερεβώδη στοά της τρομερής σπηλιάς του Βάρακ Καρν, στο άντρο της τρέλας, σε ένα μέρος από το οποίο κανείς δε γύρισε ζωντανός και κανείς δεν έμεινε πεθαμένος. Έκανε μερικά βήματα μπροστά. Μάταιος κόπος. Τίποτα δε μπορούσε να διακρίνει. Το σκοτάδι ήταν σκοτεινό σαν σκοτάδι. Κι ο άνεμος φυσούσε σαν άνεμος. Είχε έρθει το τέλος του άραγε? Δε θα ξανάβλεπε ποτέ τις πεντάμορφες κοιλάδες της Πίνδου, που τώρα την άνοιξη γεμίζαν χρώματα, από τα άνθη που ανθούσαν, κι ευχάριστες οσμές, πηγάζουσες από τα ζώα που τα τσαλαπατούσαν? 


Προτού κραυγάσει ‘ωιμέ’ ένιωσε κίνηση πίσω του. Γύρισε κι εκείνο που αντίκρισε ήταν μια λάμψη να κινείται προς το μέρος του. Τι πλάσμα ανήκουστο ετοιμαζόταν να δώσει τέλος στη ζωή του βασιλιά Νέστορα? Ότι κι αν ήταν, θα το αντιμετώπιζε με σθένος, σαν άξιος κι ανδρείος βασιλιάς που ήταν. Μα..μα τι έκπληξη κι αυτή! Ποιος φιλεύσπλαχνος θεός του Ολύμπου έστειλε το θείο δώρο της σωτηρίας στα χέρια του βασιλιά Νέστορα κι ας απείχαν τα γενέθλιά του οχτώμισι αρχαίους μήνες? Η λάμψη που πλησίαζε ολοένα και περισσότερο προερχόταν από ένα φανό. Και τον φανό κρατούσε στο δεξί του χέρι ο πιστός και μωρός καρχηδόνιος υπηρέτης του βασιλιά Νέστορα, ο Κοσταλλέλος ο Ρόγχος. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα κούτσουρο. «Βασιλιά μου», είπε ο Κοσταλλέλος όταν πλησίασε αρκετά, « είμαι σχεδόν βέβαιος πως αυτό εδώ είναι ένα κούτσουρο» και πρόταξε το κούτσουρο που κρατούσε στο αριστερό του χέρι. Ο βασιλιάς Νέστορας χίμηξε στον Κοσταλλέλο κι άρχισε να τον αγκαλιάζει, για πρώτη φορά στη ζωή του πλημμυρισμένος από χαρά που έβλεπε μπροστά του τον κρετίνο υπηρέτη του.
«Δεν ξέρω ποιος ούριος άνεμος σε έφερε εδώ Κοσταλλέλο, αλλά ευλογημένος να ’ναι σαν άνεμος και σαν ούριος που είναι» φώναξε, γελώντας  σχεδόν ανατριχιαστικά, ωσάν μικρό παιδί που πήρε το πορτοφόλι του πατέρα του, έβγαλε τα χαρτονομίσματα ένα ένα, έβαλε στη θέση τους αυτοκόλλητα του Νίκου Τσιαντάκη από το άλμπουμ της Panini για το πρωτάθλημα της σεζόν 93-94 κι έπειτα πήρε τα χαρτονομίσματα, τα έστριψε ,έκανε πως τα καπνίζει, τα πέταξε στο τασάκι, έβαλε φωτιά στο περιεχόμενό του και άδειασε τις στάχτες στα ολόφρεσκα λαμέ γοβάκια της μητέρας του. «Πως βρέθηκες εδώ Κοσταλλέλο?», η εύλογη απορία του βασιλιά Νέστορα.

Ο Κοσταλλέλος κοίταξε γύρω του απορημένος και ύστερα γύρισε και είπε του βασιλιά Νέστορα «δεν ξέρω βασιλιά μου. Κάτι με έκανε να έρθω τρέχοντας εδώ, αλλά δεν ξέρω τι»

«Δεν έχει σημασία πιστέ και μωρέ μου υπηρέτη. Αυτό που έχει σημασία είναι πως ήρθες. Και τώρα μπορούμε να βγούμε από αυτή τη φυλακή. Κανείς δε θα μας περιμένει κι οι δρόμοι θα ναι αδειανοί. Και θα βρούμε το σοφό γέροντα που κατέχει το μαντζούνι που μπορεί να θεραπεύσει το αχρηστευμένο γόνατο του Διαγόρα του Ρόδιου, του ταχύτατου δεκαθλητή που του αρέσει το τρέξιμο. Ας βιαστούμε μόνο γιατί ο χρόνος είναι εναντίον μας», είπε και λίγο πριν κινήσει προς την πόρτα που κλειδώνει μόνο από μέσα και ανοίγει μόνο απ’ έξω γύρισε ξανά προς τον Κοσταλλέλο. «Άφησες ανοιχτή την πόρτα έτσι?»


Ο Κοσταλλέλος τον κοιτούσε αποβλακωμένα.


Ο Βασιλιάς Νέστορας τον κοίταξε σιωπηλός για κάμποσα δευτερόλεπτα και μετά μίλησε. «Γιατι?», τον ρώτησε παγερά.
«Την έκλεισα, γιατί ανοίγοντας την άρχισε να βγαίνει έξω κρύος αέρας και έπρεπε να την κλείσω, για να μην βγει όλος και τελειώσει», απάντησε ο Κοσταλλέλος συνεχίζοντας να τον κοιτά αποβλακωμένα.


Ο Βασιλιάς Νέστορας έμεινε ασάλευτος. Έπειτα χαμογέλασε γλυκά, πλησίασε τον Κοσταλλέλο και ακούμπησε το σβέρκο του με το δεξί του χέρι. Τον χάιδεψε τρυφερά για λίγο, συνεχίζοντας να χαμογελά, μα έξαφνα το βλέμμα του σκοτείνιασε. Γράπωσε τους ανθρακοειδείς βοστρύχους του υπηρέτη του, χτύπησε το κεφάλι του με δύναμη στο έδαφος και άρχισε να το τρίβει πέρα δώθε ουρλιάζοντας.

«Φάε χώμα τρισάθλιε και πανηλίθιε άνθρωπε, απ’τις βελανιδιές πιο αφασικέ κι από τον μαϊντανό πιο βλάκα. Φάε χώμα εκφυλισμένη μάζα από κρέας, που μόνο συμφορές έχεις φέρει από την καταραμένη εκείνη ώρα που είχα τη φαεινή ιδέα να σε μπάσω στο παλάτι μου. Φάε χώμα, γιατί αυτό είναι που σου αξίζει. Θα φας τόσο χώμα που για τον επόμενο μήνα θα κατουράς λάσπη», κραύγαζε μανιασμένα ο βασιλιάς Νέστορας, έχοντας τους πνιχτούς λυγμούς του Κοσταλλέλου να του κρατούν σεγόντο. Μόνο όταν κουράστηκε να τρίβει με λύσσα το κεφάλι του καρχηδόνιου υπηρέτη του στο έδαφος, έπαψε να το κάνει. Λαχανιασμένος πια, κάθισε ανακούρκουδα κι αφού πήρε δυο ανάσες, είπε με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Δε θα σε σκοτώσω, όχι. Πρέπει να φανώ ψύχραιμος. Έχουμε μια αποστολή να φέρουμε εις πέρας. Τουλάχιστον έφερες το φανό και βλέπουμε. Κάπου θα υπάρχει μιαν άλλη έξοδος. Θα προχωρήσουμε μες στη στοά και θα την βρούμε. Και μόλις βγούμε από εδώ, θα εύχεσαι να σε είχα σκοτώσει, γιατί αυτά που θα σου κάνω από δω και μπρος θα κάνουν εκείνα που σου ‘κανα ως τώρα να μοιάζουν με αναπαράσταση σαπφικού έρωτα. Προχώρα υπάνθρωπε», πρόσταξε κι αφού τον σήκωσε όρθιο, του κατάφερε ένα λάκτισμα στον πισινό, ώστε να ξεκινήσει να περπατά.



----------------------------------------------------------------------------------



Περπατούσαν για ώρα και οι ανατριχιαστικές ανάγλυφες παραστάσεις εικόνων δεξιά κι αριστερά ενέτειναν την αγωνία του βασιλιά Νέστορα. Αν πριν είχε κάποια αμφιβολία, τώρα ήταν βέβαιος πως είχαν εισχωρήσει σε μια ανίερη φωλιά ξεχασμένων μυστικών, μια φωλιά που είχε να εξερευνηθεί από ανθρώπινα πόδια για ανυπολόγιστο καιρό – αν είχε εξερευνηθεί ποτέ- μια φωλιά που είχε γίνει μαυσωλείο μιας λησμονημένης εποχής. Τα διακοσμητικά σχέδια, σκαλισμένα με τεχνική αλλόκοτη,  αντλούσαν θέματα από τη ζωή της χαμένης εποχής της δημιουργίας τους, με σημειολογία που θα χρειαζόταν διαφορετικό διανοητικό εξοπλισμό για να γίνει πλήρως αντιληπτή από έναν άνθρωπο της εποχής, ακόμα κι αν αυτός ήταν ο σοφός βασιλιάς της Πίνδου. Το ένα απεικόνιζε πλάσμα που στο σημερινό άνθρωπο θα θύμιζε ένα ανίερο αμάλγαμα φιγούρων από έργο του Γουίλιαμ Μπλέικ, του Φράνσις Μπέικον, του Λιρόι Νίμαν και του Νίκου Εγγονόπουλου να κρατά με δύο από τις υπεράριθμες προεκτάσεις της ασυμμετρικής σωματοδομής του -που μάλλον λειτουργούσαν ως άνω άκρα- σκεύος απροσδιόριστου σχηματισμού, και να χύνει αλεύρι σε μια τεράστια κατσαρόλα. Τα δύο τεράστια στήθη, που όμοια τους δεν είχε δει ο βασιλιάς Νέστορας ούτε στην πιο ζουμερή παρθένα υπήκοο της οποίας τον κήπο με το άροτρο του όργωσε, τον οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι το πλάσμα που απεικόνιζε το ενοχλητικό σχέδιο ήταν γένους θηλυκού. 


Το επόμενο σχέδιο τάραξε ακόμα περισσότερο την ήδη διαταραγμένη ψυχολογική του κατάσταση. Στο ίδιο σκηνικό που λάμβανε χώρα το προηγούμενο φρικιαστικό σχέδιο είχε προστεθεί ακόμα μια ανατριχιαστική φιγούρα, όμοιας σωματοκατασκευής με εκείνη που ήδη υπήρχε, αλλά γένους αρσενικού, όπως μαρτυρούσε το τεράστιο ανδρικό μόριο που παλλόταν ελεύθερο ανάμεσα σε δύο από τις υπεράριθμες προεκτάσεις του σώματος του πλάσματος –που μάλλον λειτουργούσαν ως κάτω άκρα- τόσο μεγάλο, που σχεδόν έφτανε σε μέγεθος το αναπαραγωγικό όργανο του ίδιου του βασιλιά Νέστορα. Η συνολική εικόνα όμως που απεικόνιζε το σχέδιο, έκανε το βασιλικό αίμα που έτρεχε στις βασιλικές φλέβες του βασιλιά Νέστορα να παγώσει βασιλικά. Το θηλυκό πλάσμα χτυπούσε με την τεράστια κατσαρόλα το κεφάλι του αρσενικού πλάσματος, κραδαίνοντας με ένα από τα ψευδο-άκρα του μια κλεψύδρα, την οποία επιδείκνυε στο αρσενικό πλάσμα για ακατανόητους λόγους.


Ο Βασιλιάς Νέστορας ,με την όπως πάντα αλάνθαστη ικανότητα του να προβλέπει επιτυχώς αρκετά από τα μελλούμενα, γνώριζε ότι ανάλογη τελετουργία δε θα συνέβαινε ποτέ ανάμεσα σε ανθρώπινα πλάσματα. Αυτή του η γνώση όμως δεν αρκούσε για να διασκεδάσει τον τρόμο που κυρίευε το λογισμό του, στη σκέψη και μόνο πως τούτη η φριχτή αντιστροφή της δυναμικής στις σχέσεις αρσενικού και θηλυκού κάποτε ήταν το συνήθως συμβαίνον.

«Ας σταματήσουμε εδώ Κοσταλλέλο, να ξαποστάσουμε και να κοιμηθούμε λίγο» είπε ο βασιλιάς Νέστορας κι αφού έστρωσε προσεκτικά τον Κοσταλλέλο στο δάπεδο, ξάπλωσε πάνω του κι αποκοιμήθηκε


-------------------------------------------------------------------



Έτρεχαν μανιασμένα και οι δυο τους. Έτρεχαν έντρομοι, παίρνοντας μικρές κοφτές ανάσες, όποτε τους δινόταν η ευκαιρία. Ο βασιλιάς Νέστορας γύρισε να δει τι ήταν αυτό που τους κυνηγούσε, μα έρεβος ήταν εκείνο που αντίκρισε. Συνέχισαν να τρέχουν, ώσπου έξαφνα σκόνταψαν σε ένα νερόλακκο, διατηρώντας την ισορροπία τους. Μια σταγόνα βρώμικου νερού τινάχτηκε κι έπεσε στο μάγουλο του βασιλιά Νέστορα. Την σκούπισε. Κι ύστερα μια δεύτερη προσγειώθηκε στον καρπό του δεξιού χεριού του


Ο βασιλιάς Νέστορας άνοιξε τα μάτια του καταϊδρωμένος. Τι φριχτό όνειρο. Ή μήπως ήταν όραμα; Κάποτε δυσκολευόταν να ξεχωρίσει ανάμεσα στα δυο τους. Το συλλογισμό του διέκοψε μια σταγόνα νερού που προσγειώθηκε κατευθείαν στην καμάρα της μύτης του. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το πέτρινο ταβάνι με τους απόκοσμους, βραχώδεις σχηματισμούς. Περισσότερες σταγόνες νερού προσγειώθηκαν στο σώμα του, αλλά και γύρω από αυτόν. Ψιχάλιζε. Είναι δυνατόν να βρέξει σε εσωτερικό χώρο? Όταν ο εσωτερικός χώρος ονομάζεται Βάρακ Καρν είναι. 


«Ξύπνα Κοσταλλέλο, πρέπει να προχωρήσουμε», είπε στον Κοσταλλέλο που κοιμόταν ακριβώς από κάτω του. Καθώς σηκώθηκαν η βροχή εντεινόταν. Δεν έκαναν παρά μόνο μερικά βήματα όταν πλάσματα που βγαίνουν με τις πρώτες ψιχάλες έκαναν την εμφάνισή τους. Στα αριστερά τους μια σειρά από σαλιγκάρια σερνόταν σαν τον Παγώνη τον Κσουλικιάρη, δίχως όμως να σαπίζει η ανόργανη ύλη του εδάφους στο διάβα τους, όπως συνέβαινε όταν σερνόταν το αηδιαστικό εκείνο σαμιαμίδι, που πρόδωσε το βασιλιά Νέστορα. Στα δεξιά τους ξεφύτρωσαν πέρσες πωλητές ομπρέλας που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους. «Πάρε κομπάρε, 5 μνες η μία», πρότεινε ο ένας. « Εγώ δίνει 5 μνες τα δύο. Τσάμπα πράμα λέμε.», αντιπρότεινε ο άλλος. «Εγώ έκει ματόχαντρα που διώχνει κακό μάτι κι εσύ άμα βάλει, πιάσει παιδί», είπε ένας τρίτος.


Και καθώς η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς, οι πωλητές συσσωρεύονταν σχηματίζοντας μια ανθρώπινη μάζα μέσα από την οποία οι δύο ήρωες μας πάσχιζαν να προχωρήσουν, με το λασπωμένο έδαφος να δυσχεραίνει τη διέλευσή τους. Με τα πολλά κατάφεραν να βγουν κι όταν αυτό συνέβη, η βροχή σταμάτησε απότομα, σύμπτωση που έμοιαζε με σαδιστικό αστείο κάποιας θεότητας που παίζει με τη μοίρα των ανθρώπινων ψυχών από βαριεστιμάρα.


«Ουφ, τι ήταν κι αυτό», είπε ο βασιλιάς Νέστορας και πριν προλάβει να ανοίξει τη στοματική του κοιλότητα εκ νέου, πετάχτηκε μπροστά τους ένα αλλόκοτο μικροσκοπικό πλάσμα. Έφτανε σε ύψος ως τα γόνατά τους. Το δέρμα του ήταν χρώματος πρασινου, με τραχείς πόρους. Τα πατουσάκια του, δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του, θύμιζαν φύλλα, όπως φύλλα θύμιζαν και τα τοσοδούτσικα χεράκια του, που σε ανθρώπινη αναλογία παρέπεμπαν σε άνθρωπο που τα χέρια του ξεκινούν από τους αγκώνες ή στον Γιάννη Πάριο. Η κοιλίτσα του, παχουλή και στρουμπουλή, εξείχε ελαφρώς, και το ολοστρόγγυλο κεφαλάκι του θύμιζε ζωγραφιά μικρού παιδιού, με στόμα λεπτό, εκ φύσεως σχηματισμένο ώστε να δίνει την εντύπωση μιας χαμογελαστής έκφρασης  και μάτια λαμπερά και υγρά, που κοιτούσαν ναζιάρικα και παρακλητικά.


«Αχού, τι είναι τούτο?» αναρωτήθηκε ο Κοσταλλέλος, γοητευμένος από την γλυκιά όψη του λιλιπούτειου πλάσματος.
«Αυτό Κοσταλλέλο είναι… είναι ένας φίκος!», αναφώνησε έκπληκτος ο βασιλιάς Νέστορας.
«Μα ο φίκος είναι φυτό», αποκρίθηκε ο Κοσταλλέλος, εκπλήσσοντας με την απρόσμενη παρατηρητικότητα του.

« Κάποτε Κοσταλλέλο, πριν ακόμα έρθουμε εμείς σ’ αυτό τον κόσμο, ο φίκος ήταν ζώο. Μια μέρα όμως, πέρασε τον δρόμο δίχως να κοιτάξει δεξιά, τον παρέσυρε τριαξονικό άρμα και μετά έμεινε φυτό», επισήμανε ο βασιλιάς Νέστορας, ενθυμούμενος για ακόμα μια φορά τους παπύρους του Τατουσάμ, του παρανοϊκού εκείνου αιγύπτιου συγγραφέα, που μιλούσε για τη ζωή πριν τον άνθρωπο, για εποχές που κυβερνούσαν οι ακόμα πιο αρχαίοι θεοί. Παπύρους που ήθελε να ξεχάσει. Παπύρους όπου είχε δει πολλές από τις φρικιαστικές εικόνες, που απεικόνιζαν οι τοιχογραφίες, που κοσμούσαν τα τοιχώματα ετούτου του σπηλαίου του χαμού.

«Μικ, μικ, μικ», έβγαλε μια λεπτή φωνούλα ο φίκος και αναπήδησε ελαφρά.
«Αχ τι καλό που είναι», αναφώνησε ο Κοσταλλέλος. «Να πάρω ένα για το παλάτι?», ρώτησε.

Προτού ο βασιλιάς Νέστορας απαντήσει, αναρίθμητοι φίκοι πλησίασαν τον πρώτο και στοιβάχτηκαν γύρω του. Ο Κοσταλλέλος κοιτούσε μαγεμένος. Ο Βασιλιάς Νέστορας προβληματισμένος.

«Σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε, σεεεε», ψιθύρισε ο φίκος που τους προϋπάντησε. «Σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε , σε», ψιθύρισαν άλλοι τρεις. «Σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε, σεεεε», ψιθύρισαν όλοι μαζί. Κι έπειτα πιάστηκαν από τα χέρια, σχηματίζοντας μια αλυσίδα από φίκους κι άρχισαν να λικνίζονται συντονισμένα και ρυθμικά δεξιά κι αριστερά, τραγουδώντας εν χορώ τα λόγια ετούτα: «Σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε σεεεε, σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε σε»

«Ω Δία μου», ψέλλισε ο βασιλιάς Νέστορας. «Τραγουδούν το τραγούδι του θεού Αλφαβλόνδιου, του προστάτη του λικνίσματος, της κοτοφαγίας και της γυναικομαστίας. Όποιος θνητός το ακούσει, το χορεύει παρά τη θέλησή του. Μετά από λίγο το σώμα του παύει να υπακούει στις εντολές του εγκεφάλου του και απαντά μόνο στο ρυθμό του τραγουδιού. Γρήγορα Κοσταλλέλο, πρέπει να τρέξουμε, αλλιώς θα παγιδευτούμε εδώ και θα λικνιζόμαστε ώσπου να πεθάνουμε από εξάντληση», πρόσθεσε και κίνησαν να φύγουν.


Μερικά βήματα μετά οι δύο ήρωες είχαν πιάσει τα χέρια τους κι αντί να τρέχουν βημάτιζαν μακριά από τους φίκους, που εξακολουθούσαν να τραγουδούν το εθιστικό και επικίνδυνο αυτό άσμα και λικνίζονταν δεξιά κι αριστερά. Ύστερα από λίγο κι ο βασιλιάς Νέστορας με τον μωρό υπηρέτη άρχισαν να λικνίζονται δεξιά κι αριστερά με χάρη, ενώ συνέχιζαν να προχωρούν μπροστά. Στην αρχή δειλά, μετά απροκάλυπτα.  Αν τους έβλεπε κάποιος από εκείνους τους κακεντρεχείς που διέδιδαν πρόστυχες και κακοήθεις φήμες για την βραδιά που πέρασε κάποτε ο Αλκιβιάδης στο παλάτι του βασιλιά Νέστορα, θα αισθανόταν δικαιωμένος. Οι φίκοι δε σταματούσαν να τραγουδούν και το χαμόγελο στα χείλη τους αποκτούσε δαιμονικές διαστάσεις, τους έκανε να φαντάζουν πλάσματα βγαλμένα από τις αδιάβατες  γωνιές του Άδη.


 Συνέχισαν να προχωρούν χορεύοντας, ώσπου τα «σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε σεεε» είχαν μετατραπεί σε ένα ακαθόριστο βόμβο που ερχόταν κάπου από το βάθος. Κι έξαφνα σταμάτησαν να λικνίζονται. Έβγαλαν και οι δύο έναν αναστεναγμό ανακούφισης, όταν διαπίστωσαν πως ο δρόμος μπροστά τους χωριζόταν σε δύο επιμέρους δρομάκια, το ένα κατηφορικό και το άλλο ανηφορικό. Στα δέκα περίπου μέτρα του καθενός έστεκε μια ξυλένια πόρτα, κουρασμένη από τα χρόνια μα ακόμα αγέρωχη. Η επιγραφή της πόρτας του κατηφορικού δρόμου έλεγε «Η Κάτω Πόρτα που Οδηγεί προς τα Πάνω». Η επιγραφή της πόρτας του ανηφορικού δρόμου έλεγε «Η Άνω Πόρτα που Οδηγεί προς τα Κάτω».


Ο βασιλιάς Νέστορας κοντοστάθηκε και συλλογίστηκε. Κι έπειτα είπε τα εξής:
«Αφού ο δρόμος ως τώρα είχε κατηφορική κλίση, η λογική λέει ότι για να βγούμε από αυτή την αχανή στοά, πρέπει να πάρουμε τον δρόμο που οδηγεί προς τα πάνω. Στους δαιδαλώδεις, σκοτεινούς διαδρόμους του Βάρακ Καρν όμως η λογική καταλύεται κι ο παραλογισμός επικρατεί. Για αυτό λοιπόν, αν θέλουμε να βγούμε από δω μέσα, πρέπει να συνεχίσουμε να κατηφορίζουμε»
Έτσι λοιπόν κινήθηκε προς την άνω πόρτα που οδηγεί προς τα κάτω κι ο Κοσταλλέλος ακολούθησε. 


Κι έπειτα την άνοιξε και μπήκαν μέσα.



----------------------------------------------------------------------------


Είχαν μόνο λίγη ώρα που περπατούσαν σ’ αυτή την αβυσσαλέα σήραγγα. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Η δυσοσμία της μούχλας είχε επισκιαστεί από μιαν άλλη οσμή, οσμή που, αν βρίσκονταν στο βασίλειο της Πίνδου, θα μπορούσε να έχει την αφετηρία της από το αρτοποιείο του Στεργίου του Αρτοποιού, του επίσημου προμηθευτή των ελληνικών στρατευμάτων στον Τρωϊκό Πόλεμο και στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Δεν βρίσκονταν όμως στο βασίλειο της Πίνδου.


Είδαν ορισμένα εμπόδια στο δάπεδο μπροστά τους, τα οποία πλησίασαν, γιατί δεν φαίνονταν να έχουν καμία βλαπτική δύναμη. Ήταν άρτοι. Ω θεοί, πώς ήταν έτσι? Τι άκαρδο και κακόβουλο πλάσμα θα μπορούσε να ‘χει προκαλέσει τέτοια καταστροφή? Οι φίκοι, καίτοι δαιμονικοί όπως απεδείχθη, δε θα μπορούσαν να προκαλέσουν τέτοιον όλεθρο, δεν το επέτρεπε η σωματοκατασκευή τους. Οι άρτοι ήταν ξεσκισμένοι. Το εσωτερικό τους είχε αφαιρεθεί δίχως επιμέλεια, με παρανοϊκή μανία, που όμοια της δεν είχε ανταμώσει ποτέ ανθρώπινο πλάσμα, και έστεκε σκορπισμένο δεξιά κι αριστερά, σχηματίζοντας μια συμπαγή λίμνη από ψίχα. Όποιο πλάσμα το έκανε αυτό, δεν ήθελε να τραφεί, ήθελε να προκαλέσει πόνο και απώλεια, επιθυμούσε απλώς να καταστρέψει κάτι όμορφο.

Το σοκ της συνάντησης μ’ αυτό το εφιαλτικό σκηνικό είχε μετατρέψει τον βασιλιά Νέστορα και τον πιστό και πανηλίθιο υπηρέτη του σε βουβά, ακίνητα αγάλματα. Φαινόταν σα να στέκονταν αιώνες εκεί, δε θα μπορούσαν όμως να έχουν παρά μόνο μερικά αρχαία δευτερόλεπτα. Το μεγαλείο του τρόμου που απλωνόταν μπροστά τους, τους εμπόδισε από το να δώσουν σημασία σε εκείνη την ωχρή ομίχλη, που απλωνόταν σπειροειδώς μπροστά τους, σα να σπρωχνόταν από κάποια μάζα που προχωρούσε. Και τότε ακούστηκε ένας ήχος που έκανε το αίμα να παγώσει στις φλέβες τους. Ένα ανατριχιαστικό, μουσικό σφύριγμα που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο ήχο, από εκείνους που αμφότεροι αναγνώριζαν και σίγουρα δεν ανήκε σε άνθρωπο. Δεν κοίταξαν παρά μια στιγμή εκείνο από το οποίο πήγαζε και έτρεξαν σαν τρελοί, γνωρίζοντας ότι η γρηγοράδα ενός πλάσματος σαν αυτό που αντίκρισαν φευγαλέα ήταν τέτοια που θα μπορούσε να τους φτάσει όποτε το επιθυμούσε. Η αγωνιώδης κραυγή του Κοσταλλέλου πυροδότησε κίνηση της μάζας που έσπρωχνε βίαια την ομίχλη, η οποία προχωρούσε προς το μέρος τους με αυξανόμενη ταχύτητα. H οσμή που παρέπεμπε στο αρτοποιείο του Στεργίου του αρτοποιού εντεινόταν σε ανάλογους ρυθμούς. Το όνειρο του βασιλιά Νέστορα ήταν τελικά όραμα και τώρα είχε έρθει η τραγική ώρα να πραγματοποιηθεί.


Έτρεχαν μανιασμένα και οι δυο τους. Έτρεχαν έντρομοι, παίρνοντας μικρές κοφτές ανάσες, όποτε τους δινόταν η ευκαιρία. Ο βασιλιάς Νέστορας γύρισε να δει τι ήταν αυτό που τους κυνηγούσε, μα δεν ήταν έρεβος εκείνο που αντίκρισε, όπως στο όνειρο, αλλά ο διώκτης τους σε όλο του το φρικαλέο μεγαλείο. Ούτε ο Ορφέας πλήρωσε τόσο την κίνηση του να γυρίσει πίσω να κοιτάξει, όσο ο βασιλιάς Νέστορας και ο Κοσταλλέλος που τον ακολούθησε. Γιατί εκείνο που αντάμωσε η ματιά τους, θα τους στοίχειωνε για μια ζωή. Κάτι που σακάτεψε την συναίσθησή τους και τους στοίχισε σε λογική, καθώς είδαν ένα πλάσμα που δεν έπρεπε να δουν. Αυτό που τους κυνηγούσε ήταν ένα τεράστιο τσουρέκι. Μόνο που είχε το σχήμα του τσουρεκιού που θα έφτιαχνε κάποιος παρανοϊκός αρτοποιός, που ηδονιζόταν με το να προκαλεί κακό στο αλεύρι και να το μεταποιεί σε σχήματα που παραβίαζαν την αξιοπρέπεια του. Έμοιαζε λοιπόν με έναν άμορφο σωρό από ψημένη μαγιά, τη συνοχή του οποίου διέκοπταν μυριάδες κόκκινα αυγά, που σχηματίζονταν εκ του μηδενός και έπειτα συγκρούονταν μεταξύ τους φωνάζοντας «Κάποιος Ανέστη» (σημ.: ο Υιός του Θεού δεν είχε έρθει στη Γη και ούτε είχε σταυρωθεί ακόμα, για να αναστηθεί κι έτσι τα αυγά δεν ήξεραν τι να ευχηθούν το ένα στο άλλο).


Και τότε ακούστηκε ξανά το κοψοχολιαστικό μουσικό σφύριγμα: «Τερκενλή- λι, Τερκενλή-λι». Οι δύο ήρωες μας προσπάθησαν μάταια να αυξήσουν την ταχύτητα τους, μα ήδη έτρεχαν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Αναθάρρησαν λίγο, καθώς ένιωσαν το αποκρουστικό τέρας να μειώνει την δική του ταχύτητα και υπέθεσαν ότι ήταν τα γηρατειά εκείνα που το καθυστέρησαν. Φευ! Γρήγορα διαπίστωσαν ότι ο λόγος που καθυστέρησε ήταν επειδή κοντοστάθηκε να δει τους ξεσκισμένους άρτους. Κι αφού το έκανε, έβγαλε μια κραυγή οδύνης, που τρύπησε τα αυτιά τους και έπειτα τσίριξε με μεγαλύτερη επιθετικότητα. «Τερκενλή-λι, Τερκενλή-λι»


Έφτασαν στο σημείο που ήταν συγκεντρωμένοι φίκοι -τους είχαν ακολουθήσει μέσα στη σήραγγα- οι οποίοι μόλις άκουσαν την κραυγή του τέρατος, χώθηκαν πανικόβλητοι σε οπές και ασυνέχειες των σκονισμένων τοιχωμάτων της σήραγγας. Όσοι δεν πρόλαβαν να φύγουν, γνώρισαν φριχτό θάνατο, καθώς το υπεραιωνόβιο τσουρέκι τους συνέθλιψε, μετατρέποντας τους σε μια παχύρρευστη λίμνη από πράσινο υγρό. Το τσουρέκι τους πλησίαζε ολοένα και περισσότερο γλιστρώντας και γέμιζοντας τη σήραγγα, ενώ εκείνοι έτρεχαν ασθμαίνοντας, απελπισμένοι καθώς οι αντοχές τους είχαν εξασθενήσει και η λιποθυμία ήταν ένα όλο και πιο πιθανό ενδεχόμενο.
Και τότε η τύχη για ακόμα μια φορά στάθηκε με το μέρος τους. Ένα πνιχτός ήχος κι ένα οργισμένο «Τερκενλή-λι, Τερκενλή-λι» έσκισε τα αυτιά τους και τους ανάγκασε για ακόμα μια φορά να ρίξουν μια ματιά προς τα πίσω. Με ανακούφιση διαπίστωσαν ότι ο ανείπωτος τρόμος που τους κυνηγούσε είχε χάσει την δυνατότητα του να τους απειλήσει, καθώς είχε κολλήσει στη σήραγγα, που όσο πλησίαζαν προς την έξοδο στένευε. Το φρικαλέο κτήνος πάσχιζε να ξεφρακάρει, βγάζοντας ανομολόγητους ήχους, από εκείνους που νομίζεις πως ακούς, αν βρεθείς σε κοιμητήριο τη νύχτα. Η σκέψη να το πλησιάσουν και να κόψουν μια μπουκιά να τσιμπήσουν πέρασε από το μυαλό του βασιλιά Νέστορα, αλλά ήταν ένα πολύ μεγάλο ρίσκο σε σχέση με το προσδοκώμενο όφελος. Κι έτσι συνέχισαν να τρέχουν, ώσπου έφτασαν στην έξοδο. Βγήκαν έξω και έκλεισαν με δύναμη την «Άνω Πόρτα που Οδηγούσε προς τα Κάτω» κλείνοντας μαζί της και τον αδιανόητο εφιάλτη που έκρυβε μέσα της.

Κατάκοποι αποφάσισαν να πέσουν για ύπνο. Έτσι για ακόμα μια φορά ο βασιλιάς Νέστορας έστρωσε τον Κοσταλλέλο στο δάπεδο κι έπειτα ξάπλωσε πάνω του κι αποκοιμήθηκε




----------------------------------------------------------------------------------



Ο σοφός βασιλιάς της Πίνδου ξυπνούσε διαρκώς από τις απεγνωσμένες κραυγές και το συνεχές παραμιλητό του καρχηδόνιου υπηρέτη του. Ο Κοσταλλέλος ανέφερε στον ύπνο του ασυνάρτητα κι ανεύθυνα πράγματα. «Η ατέλειωτη μαγιά», «το πρώτο μουστοκούλουρο», «ο ακατανόμαστος σιτοβολώνας», «το ένζυμο από το διάστημα», «πιάσε μια αλάδωτη μάστορα» , «τους αρχαίους, τους αιώνιους, τους αφάγωτους», «τον Βαραββά, τον Βαραββά», «η σκάλα προς τον μεγάλο φούρνο», «η ντροπή του Θεού», «γιατί δεν βγαίνει στο τηλέφωνο ο Δούρος», «στη Μόσχα αδερφές μου, στη Μόσχα». Αυτά κι άλλα πολλά συνιστούσαν το παραλήρημα του Κοσταλλέλου. Όσο περνούσε η ώρα όμως οι στριγγλιές του περιορίζονταν στην επανάληψη μιας φριχτής φράσης, που μπορούσε να πηγάζει μόνο από μία τρομερή κι ανομολόγητη πηγή: «Τερκενλή-λι, Τερκενλή-λι»






TO BE CONTINUED...