Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

ΡΗΣΕΙΣ, ΑΞΙΩΜΑΤΑ, ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΙ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ, ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ - CHAPTER SIX: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑ, Μέρος Δεύτερον

-->
Είχαν σταθεί λίγο για να ξαποστάσουν। Περπατούσαν για περίπου 7 αρχαίες ώρες. Η βροχή που έπεφτε όλο το βράδυ είχε μετατρέψει το πυκνό δάσος σε έναν απέραντο βούρκο, καθιστώντας δυσχερέστερη τη διέλευσή τους. Μερικά αρχαία λεπτά νωρίτερα μάλιστα είχαν βρεθεί μπροστά σε ένα μικρό χαντάκι που είχε γεμίσει λασπόνερα. Ο Διαγόρας ο Πίνδιος, ο ταχύς δεκαθλητής που τρέχει ταχύτατα και του αρέσει το τρέξιμο πέρασε με ένα σάλτο στην απέναντι πλευρά, οι υπόλοιποι όμως ήταν αδύνατο να σαλτάρουν έτσι και ,επειδή είχαν στη συντροφιά τους και κυρίες, ο σοφός και ευγενικός βασιλιάς Νέστορας έστρωσε τον Κοσταλλέλο, για να πατήσουν πάνω του και να αποφύγουν την επαφή με τα λασπόνερα.

‘Περάστε’, είπε ο βασιλιάς Νέστορας στη Λυδία τη Σοφή και τη Δυλία την Ευή, τις δύο χαρωπές εταίρες, που ‘χουν τόσο ξανθιά την κόμη, που κάνουν τον ήλιο να φαντάζει σαν εξώφυλλο δίσκου των HIM κι εκείνες περιχαρείς και τσουπωτές πέταξαν τα ρούχα τους από πάνω τους, αποκαλύπτοντας τα λαχταριστά κορμιά τους, πάτησαν πάνω στον Κοσταλλέλο και πέρασαν απέναντι, βγάζοντας ηδονικές κραυγούλες κι αναστεναγμούς. Έπειτα ακολούθησε ο βασιλιάς Νέστορας με βήματα βαριά και καλοζυγισμένα.
‘Τώρα Κοσταλλέλο μπορείς να περάσεις κι εσύ’, είπε ο βασιλιάς Νέστορας και ο Κοσταλλέλος πέρασε

Είχαν σταθεί όλοι για να ξαποστάσουν λοιπόν. Όλοι? Όχι! Γιατί ένα μικρό γαλατικό χωρ…εεεε ο Διαγόρας ο Πίνδιος συνέχιζε να αθλείται, κάνοντας σπριντ στο νοτισμένο έδαφος. Καθώς έτρεχε εδώ κι εκεί, τσαλαβουτώντας στο λασπωμένο έδαφος, ένιωσε ξαφνικά στην αριστερή του πατούσα κάτι που γλιστρούσε σαν γλίτσα, κολλούσε σαν μαρμελάδα και μύριζε σαν κάλτσα
‘Χουσσσσσιάααααθθθθ’, έσκουξε ο Παγώνης ο Κσουλικιάρης, ο κουλός και κουτσός ρουφιάνος του βασιλιά Νέστορα, που δε μπορεί να συρθεί σαν το σκουλίκι και σέρνεται με την κοιλιά σαν φίδι κολοβό। ‘ Πρόοοοσσσσεεεεχε που πατάαααςςςς βρε βλάαααακα’, είπε στον Διαγόρα τον Πίνδιο την ώρα που εκείνος σωριαζόταν βίαια στο έδαφος. Ο Διαγόρας ο Πίνδιος άρχισε να φωνάζει σαν τρελός

΄Το γόνατό μου! Το γόνατό μου! Με τελείωσες! Με τελείωσες! Κι ας γινόμουνα για σένα μια ζωή θυσία!’, φώναζε και οι σπαραχτικές κι ακατανόητες αυτές κραυγές του ράγιζαν την καρδιά του βασιλιά Νέστορα, ο οποίος αφού έσπευσε στο πλευρό του Διαγόρα ,στράφηκε οργισμένος προς τον Παγώνη τον Κσουλικιάρη.
‘Τι δουλειά έχεις μέσα στο δάσος, διυλισμένη σκουλικαντέρα?’, τον ρώτησε έξαλλος
‘ Βασιλιάααα μουουουου ήηηηρθαααα στο δάασσσσοοος επειδήηηη έβρεεεεξεεεε και όταν βρέεεεχεειιι βγαίνουν τα σαλιγκάαααριαααα και είειειναι εποχή ζευγαρώωωματοοςςςς για τα σαλιγκάααρια και…΄
‘Παύσε, δε θέλω να μάθω τη συνέχεια’, τον διέκοψε αηδιασμένος ο βασιλιάς Νέστορας. ‘Κοίτα τι έκανες βδελυρό ανθρωποειδές. Έβγαλες εκτός μάχης τον αθλητή μας. Και να εύχεσαι μόνο να μην είναι μηνίσκος γιατί θα κάνει πάνω από 8 αρχαίους μήνες να επιστρέψει στους αρχαίους αγωνιστικούς χώρους. Την Ολυμπιάδα πάντως την χάνει σίγουρα! Τι θα κάνουμε τώρα σιχαμερό καθίζημα οχετού?’, ρώτησε ο βασιλιάς Νέστορας που ήταν προφανώς έξω φρενών.
‘ Βασσσσιλιάααα μουουου μήηηηπωωως να τον αντικαθιστούουσσσεεεε κάαααποιος από εσάςςς?’, πρότεινε το μιαρό ον, εκκρίνοντας σταγονίδια κυανούς βλέννας από τα παραμορφωμένα του ρουθούνια.
‘Χα, χα, χα καλό! Το άλλο με τον Κοσταλλέλο το ξέρεις? Ποιος από μας να τον αντικαταστήσει? Η Λυδία η Σοφή και η Δυλία η Ευή είναι καλές σε ένα άθλημα που αν ποτέ γίνει ολυμπιακό, αντί για κότινο στο κεφάλι στους νικητές θα βάζουν κατοστάρικα στο βρακί, ο Κοσταλλέλος είναι πολύ καλός στο να αναπνέει και να στέκεται και στα δύο του πόδια ταυτόχρονα και εγώ είμαι βασιλιάς και δεν αθλούμαι ποτέ επειδή είμαι βασιλιάς και δεν αθλούμαι ποτέ.’, είπε ο βασιλιάς Νέστορας κι έπειτα έστρεψε το πρόσωπό του στον ουρανό. ‘Τι θα κάνουμε τώρα??? Ω Θεοί δείξτε λίγο οίκτο!!!’, κραύγασε

‘Με φώναξε κανείς?’ ακούστηκε μια φωνή και όλοι γύρισαν να δουν από πού προήλθε. Ήταν ένας κοντόχοντρος τυπάκος με μαύρη κάπα, λευκά γάντια, ημίψηλο καπέλο, λεπτό μουστάκι και μαλλί ριγμένο προς τα πίσω και παστωμένο με γλάσσο.
‘Είμαι ο Ωχπαναΐαμος, ο θεός του Οίκτου’ είπε με την βροντερή φωνή του ο άντρας.
‘Ποιος είναι αυτός ρε?’, απόρησε στραβομουτσουνιάζοντας ο βασιλιάς Νέστορας
‘Δεν με ξέρεις ω σοφέ Νέστορα? Δε μου προξενεί εντύπωση καμία.’, είπε ο Ωχπαναϊαμος 'Οι άνθρωποι δε μου δίνουν ποτέ σημασία. Δε χτίζουν ναούς για μένα, δεν σφάζουν μαγκούστα στο όνομά μου. Όταν όμως έρθουν σε δύσκολη θέση, όταν όλα δείχνουν να τους εγκαταλείπουν, όταν θέλουν κάτι πάρα πολύ και το σύμπαν συνωμοτεί για να λάβουν τους όρχεις του Καράμπελος και να κολλήσουν κάποιο αφροδίσιο νόσημα, τότε με θυμούνται και στρέφονται σε μένα. Για τί πράγμα προσεύχεται η εταίρα που τα χέρια της ξεράθηκαν και οι άντρες δεν επιθυμούν πια το άγγιγμά της? Τί είναι εκείνο που θέλει ο παντρεμένος που προσπαθεί μάταια να βγάλει τη βέρα από το δάχτυλο για να προσεγγίσει το μπέρλι λίγκαλ μωράκι που του είπε καλησπέρα πριν λιγάκι? Τι είναι εκείνο που ζητά γονυπετής ο λιπόσαρκος κρατούμενος όταν σβήνουν τα φώτα στο κελί και ζυγώνουν οι νέγροι συγκρατούμενοί του?’

‘Βαζελίνη?’
‘Οίκτο! Και μόνο εγώ μπορώ να τους τον προσφέρω, ο φοβερός και τρομερός Ωχπαναΐαμος, ο θεός του Οίκτου’, είπε φουσκώνοντας τα στήθια ο φοβερός και τρομερός Ωχπαναΐαμος, ο θεός του Οίκτου

‘Και τώρα για το επόμενο μου κόλπο θα κάνω τον τραυματισμένο και άτυχο αυτό αθλητή να ιαθεί. Κάντε στην άκρη κυρίες και κύριοι’, είπε ο Ωχπαναΐαμος και όλοι έκαναν στην άκρη। Τέντωσε τα χέρια του, τράβηξε τα δάχτυλα του ένα ένα, σφούγγιξε το ιδρωμένο μέτωπό του με ένα λευκό μαντίλι που έβγαλε από το μανίκι του και είπε με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια.

‘Άμπρα κατάμπρα, χόκους πόκους, αι εμ δε γουόλρους, φίργδι μίγδι, τιτιριτιτί αιγαίο, κουκουρουκουκού παλόμα,στα όρη στα άγρια βουνά, στα όρη στα άγρια βουνά, στα όρη στα άγρια βουνά, Απόλλωνας θεός νικά και όλα τα κακά σκορπά, θεραπεύσου γόνατο!!! Ναιαιαιαι θεραπεύσου, κκκκκχχχχχχχχχχχχχχχχχ κόοοοοοοοοοοοοοοοοορρρρρρρρρρνεεεεεεεεεεερρ, θεραπεύσου, μα ναι αυτό είναι που θα κάνεις, θα θεραπευτείς, κχχχχχχχχχχχχχχ ναιαιαιαι,θερρραπεύσσσσσουυυυυ μουχαχαχαχαχαχαχαχαχα, κχχχχχχχχχχχχχχχχχ’, φώναξε κι έπειτα εξαντλημένος σταμάτησε, παραπάτησε ελαφρώς και είπε στον Διαγόρα τον Πίνδιο ‘Και τώρα σήκω και περπάτα’
Ο Διαγόρας ο Πίνδιος σηκώθηκε με δυσκολία πατώντας μόνο στο αριστερό του πόδι. Με πολύ αργές κινήσεις έκανε να πατήσει και το δεξί του, ανεβάζοντας την αγωνία στο κατακόρυφο και αναγκάζοντας τον Κοσταλλέλο να φάει όσα νύχια δεν του είχε βγάλει ο σοφός και φιλεύσπλαχνος βασιλιάς Νέστορας, επειδή του ξέφυγε μια τσάκιση στη γωνία όταν έστρωνε το βασιλικό κρεβάτι. Λίγο πριν το πόδι του Διαγόρα αγγίξει το έδαφος, εκείνος κοίταξε με δισταγμό το βασιλιά Νέστορα, ο οποίος του έγνεψε καταφατικά. Ο Διαγόρας πήρε μια αποφασιστική έκφραση αποφασιστικότητας και αποφασισμένος πάτησε με αποφασιστικότητα το δεξί του πόδι στο έδαφος

‘Αϊ αϊ αϊ αϊ’, έσκουξε ο Διαγόρας
‘Πουέρτο Ρίκο’, συμπλήρωσαν οι άλλοι εν χορώ

Ο Διαγόρας ο Πίνδιος σωριάστηκε για ακόμα μια φορά στο έδαφος σφαδάζοντας από τους πόνους
‘Αυτό ήταν που θα τον θεράπευες?’, γύρισε και είπε ο βασιλιάς Νέστορας στον Ωχπαναΐαμο, τον θεο του Οίκτου. ‘Αν ήταν έτσι θα μπορούσα εξαρχής να βάλω τον Κοσταλλέλο να κάνει το ίδιο, με τη διαφορά ότι μετά που θα αποτύγχανε θα μπορούσα να τον χτυπήσω αλύπητα στην πλάτη με ένα μισογεμάτο αμφορέα.’
‘Εντάξει, εντάξει, συμβαίνουν και στους καλύτερους αυτά’, είπε αμήχανα ο Ωχπαναΐαμος ‘δώστε μου όμως μια ευκαιρία και θα σας καταπλήξω. Εσύ,’ γύρισε και είπε στη Λυδία την Σοφή, ‘σκέψου έναν αριθμό από το ένα ως το εκατό’
‘Να με συμπαθάς , ω Ωχπαναΐαμε,’, τον διέκοψε ο βασιλιάς Νέστορας, ‘αλλά σε δύο μέρες πρέπει να είμαστε στο λιμάνι της Ιωλκού για να σαλπάρουμε για την Ολυμπία και να συμμετάσχουμε στους αγώνες. Για να γίνει όμως το τελευταίο θα πρέπει ο δεκαθλητής μας να είναι σε θέση να αγωνιστεί και εκτός κι αν μέχρι τη στιγμή που ξεστομίζω τα λόγια ετούτα το κουτσό έχει γίνει ολυμπιακό άθλημα, ο δεκαθλητής μας έχει τόσες πιθανότητες να αγωνιστεί και να κερδίσει, όσες ο Παγώνης ο Κσουλικιάρης να σταματήσει να εκκρίνει χολή και πύον κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του για να ανασάνει. Για αυτό λοιπόν, αν δεν μπορείς να κάνει κάτι για να γίνει ο Διαγόρας καλά, με όλο μου το σεβασμό, άντε μου στον Άδη’
‘ Χμμμ…υπάρχει κάτι που μπορεί να γίνει για την περίπτωση του.’ είπε προβληματισμένος ο Ωχπαναΐαμος. ‘Είναι ένα μαντζούνι, μια ουσία που μπορεί να τον θεραπεύσει, αλλά…’
‘Αλλά?’, ρώτησε ο Νέστορας γουρλώνοντας τα μάτια με προσμονή

‘Αλλά το μαντζούνι αυτό είναι στην σπηλιά του Βάρακ Καρν. Το φυλάει ένας γέροντας, ένας σοφός γέροντας, ένας γέροντας που είναι σοφός αλλά και γέροντας και για να το δώσει υποβάλλει εκείνον που το αναζητά σε δοκιμασίες, σε φριχτές δοκιμασίες, σε δοκιμασίες που είναι φριχτές αλλά και δοκιμασίες. Προτού όμως φτάσεις στο γέροντα θα πρέπει να περάσεις μέσα από λαβυρινθώδη και δύσβατα μονοπάτια, γεμάτα απόκοσμα πλάσματα και θεόρατα τοιχώματα σε μια ατμόσφαιρα αποπνικτική και σκοτεινή.’
‘Σα να προσπαθείς να παρκάρεις στην Κυψέλη δηλαδή’.
‘Πρόσεχε Νέστορα γιατί πολλοί είναι εκείνοι που προσπάθησαν να μπουν στη σπηλιά του Βάρακ Καρν και να αντιμετωπίσουν το σοφό γέροντα, κανείς όμως δε γύρισε ζωντανός και κανείς δεν έμεινε πεθαμένος’
‘Έχω ένα φίλο που είχε κανονίσει ραντεβού στην Φωκίονος Νέγρη και έψαχνε θέση να παρκάρει και είναι ακόμα εγκλωβισμένος μεταξύ Κεφαλληνίας και Τήνου. Big Deal (από το αρχαιοελληνικό μπιγκ ντιλ που δε σημαίνει μεγάλη συμφωνία) Και πώς πάμε στη σπηλιά εκείνη, ω Ωχπαναΐαμε ?΄, ρώτησε ο Νέστορας
‘Δεν ξέρω! Εδώ ο ρόλος μου τελειώνει, φεύγω. Αντίο κοινοί θνητοί!΄, είπε ο Ωχπαναΐαμος ο θεός του Οίκτου και έκανε μια κίνηση με το δεξί του χέρι και ένα πέπλο καπνού τον σκέπασε ολόκληρο

Όταν ο καπνός διαλύθηκε ο Ωχπαναΐαμος παρέμενε ακόμα στο σημείο που βρισκόταν και πρωτύτερα Ανοιγόκλεισε τα μάτια κοιτώντας τους αποβλακωμένα


Ακολούθησε σιωπή



Και ύστερα ο σοφός βασιλιάς Νέστορας τον ρώτησε
‘Εσύ δεν έφευγες?’
Εκείνος πέταξε με βία το ημίψηλο καπέλο του, εκτόξευσε ακατάληπτες ύβρεις προς πάσα κατεύθυνση και έφυγε περπατώντας και φωνάζοντας


‘Ευτυχώς που βρέθηκε αυτός ο καλός θεούλης και μας είπε για τη σπηλιά και το μαντζούνι. Να ‘ναι καλά’, είπε χαμογελώντας ο Κοσταλλέλος
Κοσταλλέλο παιδί μου ξέρεις τι σημαίνει εγκεφαλική σιγή? Θα σου έλεγα μια παραβολή αλλά είμαι πολύ απασχολημένος με το να σκεφτώ πως στον Πλούτωνα θα βρούμε τον δρόμο για την σπηλιά του Βαρακ Καρν, γιατί πολύ απλά δε μας τον είπε!’, φώναξε εν εξάλλω κατάσταση ο σοφός βασιλιάς της Πίνδου
‘Φσθθθθθθλλλλλ βασιλιάααα μουουου’ μίλησε ο Παγώνης ο Κσουλικάρης
‘Τι θες εσύ της κοπριάς απόρριμμα και της Εχίδνης τέκνο? Τι θες πηγή των βασάνων μου? Μίλα και μέτρησε καλά τα λόγια εκείνα που θα πεις γιατί είμαι ένα βήμα από το να βάλω τέλος στη βρωμερή συφοριασμένη υπαρξή σου που μόνο βρωμιά και συμφορές στον κόσμο αυτό προσφέρει΄, είπε ο Νέστορας με ύφος συνταξιούχου καραβανά με δισκοπάθεια.
‘Βασσσσσσσσιλιάαααααααα μουουου, αυτόοοοοο που έεεεεχωωωω να σαςςςς πωωωω είναι ότι ξξξξξξξέεεερωωωω τον δρόοοομοοο για τη σπηλιάαααα του Βάρακ Καρρρρρρρν, σνιφλλλλλ σνιφφφφλλλλλ,’ ρούφηξε τη μύτη του καγχάζοντας το αποτρόπαιο ον.
΄Και πώς συμβαίνει να το ξέρεις αυτό σιχαμερέ Παγώνη? Μίλα λοιπόν’ τον πρόσταξε ο βασιλιάς Νέστορας.
΄Συμβαίνειειειει αυτόοοο γιατίιιι εκεείιιι στη σσσσσπηλιάααα του Βββββαάρακ Κάαααρνν είναι,
φσουςςςς φσσουςςςς, που μεγάααλωσσσσααα. Καμιάααα φοράαααα ακόομμμααα και σσσήηηημερραααα πηγαίαίνωωωω καμιάαααα φόρρρρραααα για νααααα μαζέεεψψψψψωωω βρύυυααα και λειχήνεςςςςςς’
‘Ω, ευλογημένος να ‘σαι μέσα στην μιαρότητα σου σιχαμερέ Παγώνη. Δείξε μου το δρόμο κι εγώ θα σε κάνω να κολυμπάς στις μνες’, βροντοφώναξε χαρούμενος ο βασιλιάς Νέστορας.
‘Κχχχχχθθθρρρρρλλλλλ΄, έκανε χαμογελώντας το βδελυρό ον και όξινο σαλάκι έτρεξε από τις άκρες των σταφιδιασμένων του χειλιών.
‘Ας μην καθυστερούμε γιατί ο χρόνος τρέχει και δεν θα προλάβουμε’, είπε ο Νέστορας
‘Δε θα με πιάσετε ποτέ’, είπε ο χρόνος περνώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα από δίπλα τους και γελώντας χαιρέκακα
‘Λυδία και Δυλία, αν δεν γυρίσω ποτέ από τη σπηλιά του Βαρακ Καρν να ξέρετε ότι ήσασταν οι αγαπημένες μου εταίρες και ότι απόλαυσα κάθε σπιθαμή του κορμιού σας, κάθε σταγόνα των χυμών σας, κάθε κραυγούλα ηδονής που βγάλατε καθώς σας στερούσα με τη βία το λουλούδι σας και να ξέρετε ότι αν ζούσα ξανά τα ίδια θα έκανα από την αρχή- αλλά νωρίτερα’ , είπε ο Νέστορας στις δύο εταίρες κι εκείνες έμπηξαν τα κλάματα, ζούληξαν τα στήθη τους και άρχισαν να φιλιούνται παθιασμένα και να χαιδεύονται μπροστά σε όλους σε μια προσπάθεια να πολεμήσουνε τη θλίψη

‘Διαγόρα, αν δε γυρίσω ποτέ από τη σπηλιά του Βαρακ Καρν να ξέρεις ότι είσαι ο σπουδαιότερος αθλητής που έχω δει ποτέ να μην αγωνίζεται και αν η καριέρα σου μείνει πίσω, μην ανησυχείς , γιατί θα συμφωνήσεις με ελληνικό αθλητικό σύλλογο όπου θα κάνεις χαλαρότερες προπονήσεις και τα βράδια θα καταναλώνεις οίνο στην Πολυτελή Οικία του Μερσέδιου συντροφιά με λάγνα εκδιδόμενα μοντέλα.’, είπε στο Διαγόρα κι εκείνος βούρκωσε κι έκανε εκατόν έντεκα και δύο κοιλιακούς

‘Κοσταλλέλο, αν δε γυρίσω ποτέ από τη σπηλιά του Βαρακ Καρν να ξέρεις ότι είσαι ο πιο κρετίνος άνθρωπος που πάτησε το πόδι του στα ιερά εδάφη της Πίνδου και θέλω κάθε πρωί που θα ξυπνάς να χτυπάς τέσσερεις φορές το κεφάλι σου με μία σιδερένια βέργα, για να μη σου λείψω’ είπε στον Κοσταλλέλο κι εκείνος άρχισε να κλαίει σαν κορίτσι και τραβούσε με μανία τους ανθρακοειδείς βοστρύχους του


Κι αυτά αφού είπε ο σοφός βασιλιάς Νέστορας στράφηκε στον Παγώνη τον Κσουλικιάρη και βροντοφώναξε δυνατά τα παρακάτω λόγια
‘Φύγαμε σιχαμερέ Παγώνη. Πάμε στη σπηλιά του Βάρακ Καρν, για να σώσουμε τη μέρα και να πολεμήσουμε για τη δικαιοσύνη και τον αμερικάνικο τρόπο ζωής’
Τίναξε τον κόκκινο μανδύα του, έκανε μεταβολή και ακολούθησε τον Παγώνη τον Κσουλικιάρη, που σερνόταν προς την πλευρά που έδυε ο ήλιος, μέχρι που χάθηκαν κι οι δυο από τα μάτια των υπολοίπων...
TO BE CONTINUED…..

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΩΜΑ UNCUT ΚΑΙ UNRATED




Ήταν μεσημέρι και στο φτωχικό του Θωμά μόλις είχε τελειώσει το μεσημεριανό οικογενειακό γεύμα. Ο Θωμάς όμως δεν είχε αγγίξει την λαχανόσουπά του.

Γιατί δεν τρως τίποτα? Πάλι έφαγες και ήπιες τον άμπακα με αυτούς τους αχαϊρευτους που τριγυρνάς όλη μέρα?’, τον ρώτησε η σύζυγός του

‘Παύσε γυνή’, είπε ο Θωμάς. ‘Πώς μπορώ να κατεβάσω έστω και μια μπουκιά, όταν σταυρώσαν τον Δάσκαλό μου? Ακόμα δε μπορώ να το πιστέψω’

‘Μπαμπά, μπαμπά’, διέκοψε τη συζήτηση ο μικρός του υιός. ‘Αύριο στο σχολείο γράφουμε τεστ στη γεωμετρία. Πιστεύεις ότι θα γράψω καλά?’

‘Όχι παιδί μου’, είπε στοργικά ο Θωμάς και χάιδεψε την κεφαλή του υιού του। ΄Δε μπορώ να μείνω άλλο εδώ! Πάω να βρω τους συμμαθητές και συναποστόλους μου’, είπε και σηκώθηκε και η σύζυγός του τον αποχαιρέτησε εκτοξεύοντας ύβρεις που χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου και είναι αδύνατο να αποδοθούν σωστά ώστε να γίνουν αντιληπτές από το σύγχρονο αναγνώστη - πραγματικά είναι δύσκολονα αντιληφθούμε το εύρος της ύβρεως που ενέχει το λήμμα ‘σαβαθοδικοτυλήδονε’ ή το ‘σιελοκατιλαμβακομένε’, από τη στιγμή που αγνοούμε την έννοια των όρων αυτών



Όταν ο Θωμάς έφτασε εκεί που ήταν μαζεμένοι οι άλλοι 11 μαθητές τους είδε να χοροπηδούν και να ψέλνουν ‘ωσαννά’ και θύμωσε

‘Δεν ντρέπεστε? Ο Δάσκαλος μας δεν έκλεισε δίμηνο καλά καλά από τη μέρα που σταυρώθηκε κι εσείς γλεντάτε και τραγουδάτε?’, τους ρώτησε

‘Θωμά ο Δάσκαλός μας, ο Κύριός μας, ο Θεός μας αναστήθηκε! Εμφανίστηκε εδώ μπροστά μας και μας το είπε ο ίδιος’, είπε ο Πέτρος χαμογελώντας

‘Τι λέτε παλιομεθύστακες? Αποκλείεται’, είπε οργισμένος ο Θωμάς

‘Μα ναι, ήταν εδώ μπροστά μας ο ίδιος και μας το είπε’, πρόσθεσε ο Ιωάννης

‘ Όχι δεν το πιστεύω! Στον Θωμά κάνετε πλάκα ρε? Για ποιόν με περάσατε?’, φώναξε ο Θωμάς και τότε όλοι σώπασαν και τον κοίταξαν κουνώντας το κεφάλι με αποστροφή



Έπειτα ο Φίλιππος βγήκε μπροστά και είπε με ύφος δυσκοίλιου καπετάνιου που ατενίζει το Μυρτώο Πέλαγος πίσω από την τιμονιέρα

‘Τι λές Θωμά; Αν απιστεί ο μαθητής πως να πιστέψει ο Ιουδαίος; Αν δεν παραδέχεται την Ανάσταση ο Απόστολος, πως να την παραδεχτεί ο απλός άνθρωπος; Δεν θυμάσαι τα θαύματα; λεπροί καθαρίζονται, παράλυτοι σηκώνονται, τυφλοί βλέπουνε, νεκροί ανασταίνονται, δημόσιοι υπάλληλοι δουλεύουνε, ελεγκτές εισιτηρίων κάνουν τα στραβά μάτια, ο Στολτίδης κάνει στροφή 360 μοιρών σε χρόνο που δεν ξεπερνά τα 56 δευτερόλεπτα, κι εσύ απιστείς? Είναι δυνατόν ο ένας από τους 12 Αποστόλους να μην πιστεύει στην Ανάσταση?’

Ο Θωμάς ανένδοτος. ‘Δε θα με ξεγελάσετε ότι και να πείτε. Δεν πιστεύω τίποτις!’



Και τότε ο Ιησούς εμφανίστηκε μπροστά τους μέσα από ένα σύννεφο καπνού και είπε ‘Ειρήνη σε σας’ κι έπειτα στράφηκε τον Θωμά. ‘Τι έγινε Θωμά? Πώς σου φάνηκε? Τώρα πιστεύουμε?’, τον ειρωνεύτηκε

‘ Μα καλά νομίζετε ότι θα με ξεγελάσετε με ένα τόσο φτηνό τρυκ?’, είπε χασκογελώντας ο Θωμάς

‘Για ποιο τρυκ μιλάς Θωμά?’, ρώτησε φανερά ενοχλημένος ο Ιησούς. ‘Αφού εμφανίστηκα εδώ μπροστά σου’

‘ Και λοιπόν? Μπορεί να είσαι ολόγραμμα!’, αναφώνησε με δυσπιστία ο Θωμάς. ‘Ο κολλητός μου ο Προφήτης Ζαχαρίας που είναι προφήτης και δεν κάνει ποτέ λάθος μου είχε πει ότι κάποια μέρα ο άνθρωπος θα εφεύρει ένα κουτί που θα αιχμαλωτίζει τις ψυχές των νεκρών και θα τις προβάλλει και ότι αυτό θα λέγεται ολόγραμμα. Και ο Προφήτης Ζαχαρίας είναι προφήτης και δεν κάνει ποτέ λάθος! Έχει προφητεύσει ότι ο ξάδερφός του, που είναι ποιητής, θα μνημονεύεται μετά από αιώνες ως η σπουδαιότερη μορφή της αρχαίας Γραμματείας’

‘Καλά και πώς τον λένε τον ξάδερφό του?’, ρώτησε ο Ιησούς

΄Θανάση Καρκαβίτσουλα’

Ο Ιησούς αναστέναξε κι έπειτα είπε με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια

‘Θωμά πρέπει να πιστέψεις. Εγώ είμαι ο Κύριος σου και έχω αναστηθεί’

΄Όχι δεν το πιστεύω΄, επέμενε ο Θωμάς

‘Αν δεν είχα αναστηθεί θα μπορούσα να κάνω αυτό?’, ρώτησε ο Ιησούς και έκανε τριπλό σάλτο μορτάλε στον αέρα και προσγειώθηκε ανάλαφρα στο έδαφος

‘Σιγά! Ο Γιαννάκης Μελισσανίδης κάνει το ίδιο πράγμα αλλά με περισσότερη χάρη’, είπε ο Θωμάς και ξίνισε την φάτσα του

‘Μα εσύ θα με σκάσεις! Εγώ είμαι παιδί μου, ο Κύριός σου. Να, άγγιξε τις πληγές μου΄, είπε ο Ιησούς και πρότεινε τα χέρια του

‘Πριτς! Στις πληγές μαζεύονται ένα σωρό μικρόβια. Δεν σφάξανε’

΄Θωμά πρέπει να πιστέψεις ότι αναστήθηκα για να το διαδώσεις στον κόσμο. Είναι ένα μήνυμα χαράς’

‘Ρε δεν πα’ να είναι και μήνυμα Τασούλας? Εγώ δεν το πιστεύω. Δεν μπορεί να είσαι αληθινός’

‘Είμαι αληθινός! Είμαι αληθινός όπως τα μάτια σου!’

‘Δεν πιστεύω στα μάτια μου’

‘Θωμα πιστεψέ το, εγώ είμαι, ο Κύριός σου’

‘Δεν το πιστεύω λέμε’

‘Πίστεψε το’

‘Όχι’

‘Πίστεψε το, να χαρείς’

‘Τσου’

‘Σε παρακαλώ πίστεψέ το’

‘Νο γουέι’

‘Πίστεψε το εγώ που σ’αγαπάω’

‘Είπα όχι’

‘Πίστεψε το αλλιώς θα πληθύνω τις λύπες σου και τα βάσανά σου και…’

‘Αυτά μας τα ‘παν κι άλλοι!’, τον διέκοψε ο Θωμάς. ‘Άμα θες να πιστέψω ότι είσαι εσύ και αναστήθηκες να ξηγηθείς λογοτιμήτικα’

‘Δηλαδή?’

‘Να σκάσεις 500 αργύρια’, πρότεινε ο Θωμάς και έτριψε τα χέρια του

‘ Να τα κάνουμε 250?’, αντιπρότεινε ο Ιησούς

‘450 κι άμα σ’ αρέσει’, είπε ο Θωμάς

‘Μήπως 300 που ακούγεται κι ωραία?’ , είπε ο Ιησούς

‘400 είναι η τελευταία μου προσφορά! Δεν πέφτω κάτω από 400 ούτε ένα αργύριο’, είπε ο Θωμάς με ύφος πολιτικού ηγέτη που υπόσχεται ότι θα πατάξει την διαφθορά – μόνο που ο Θωμάς μιλούσε σοβαρά.

‘Ας είναι’, είπε ο Ιησούς και έπειτα έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε 400 αργύρια και του τα έδωσε

Με το που έπιασε τα χρήματα στα χέρια του Θωμάς άνοιξε την αγκαλιά του κοίταξε τον Ιησού και αναφώνησε περιχαρής ‘Εσύ είσαι ο Κύριος μου και Θεός μου!’



Κι από τότε και ως το τέλος της ζωής του ο Θωμάς διέδιδε το μήνυμα αγάπης που

έστειλε ο Θεός με την ενανθρώπισή του σε όλο τον κόσμο. Μετά από αυτό το ατυχές περιστατικό όμως η ρετσινιά του έμεινε και αναφέρεται μέχρι σήμερα ως ‘ο Άπληστος Θωμάς’, όπως άλλωστε σοφά είχε προβλέψει ο Προφήτης Ζαχαρίας που ήταν προφήτης και δεν έκανε ποτέ λάθος…