Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

The Dictator (2012)





Tο κύριο επιχείρημα μερίδας της κριτικής, που αντιστέκεται με σθένος απέναντι στα θέλγητρα του «The Dictator», συνοψίζεται στο ότι το φιλμ είναι αναποτελεσματικό ως σάτιρα. Το ερώτημα είναι εάν, επειδή οι δύο ταινίες που έκαναν το ταλέντο του Sacha Baron Cohen ευρύτερα γνωστό – η μία εκ των οποίων άκρως επιτυχημένη- ανήκαν στην ευρύτερη οικογένεια της σάτιρας, ο βρετανός κωμικός είναι υποχρεωμένος να παραδίδει σατιρικά φιλμ.

Στα δικά μου μάτια το «The Dictator» είναι μια αγνή φαρσοκωμωδία . Αυτός φαίνεται να ήταν ο στόχος που είχε θέσει το δίδυμο Cohen- Charles εξαρχής και η εγκατάλειψη του format του ψευδοντοκιμαντέρ είναι, φρονώ, ένας τρόπος για να αποσυνδεθεί το φιλμ από τα δύο που προηγήθηκαν. Με εξαίρεση ένα λογύδριο στο τέλος που (θα ήθελε να) παραπέμπει στον άλλο Δικτάτορα, τον «Μεγάλο», δεν υπάρχει τίποτα πολιτικά στοχευμένο και σάτιρα μη στοχευμένη, απλώς δεν είναι σάτιρα. Ως φαρσοκωμωδία λοιπόν το φιλμ πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις. Δηλαδή είναι αστείο.


Μετριάζοντας ελαφρώς την τραχύτητα του χιούμορ τους, παραμένοντας όμως σταθερά politically incorrect, οι Cohen Charles πυροβολούν  το κοινό με σωρεία επιτυχημένων gags (“ τα crocs είναι το διεθνές σύμβολο του ανθρώπου, που έχει εγκαταλείψει κάθε ελπίδα»), διατηρούν τη χρονική διάρκεια σε ευπρεπή (για την περίσταση) επίπεδα και πραγματοποιούν ακόμα μία ξεκαρδιστική προσθήκη στην κοινή φιλμογραφία τους. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.




Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

The Dark Knight Rises (2012)





To 2009 οι ιθύνοντες της DC Comics ανέθεσαν στον Neil Gaiman να γράψει το τέλος του Batman. Έργο βαρύ και δυσχερές, καθώς έπρεπε να σκαρώσει κάτι που να φέρει ακέραια την κληρονομιά  των δημιουργών που προηγήθηκαν και ταυτόχρονα να είναι η ιστορία εκείνη στην οποία οδηγούν όλες. Ο πανούργος μετρ της ένατης τέχνης όμως σκαρφίστηκε κάτι μοναδικά μεταμοντέρνο. Ξεκινώντας από το αναμενόμενο μοτίβο της κηδείας του ήρωα, έβαλε όλους όσους τον γνώριζαν, αντιπάλους και συντρόφους, να παρίστανται στην τελετή και να αφηγούνται τον τρόπο που πέθανε. Καθένας τους εξιστορεί ένα διαφορετικό τέλος, καθένας τους μιλά για έναν άλλο Batman. Και ο ίδιος τους παρακολουθεί σε μια κατάσταση,  που εκλαμβάνει ως κάποιο είδος μεταθανάτιας εμπειρίας, για να διαπιστώσει στο φινάλε πως βρίσκεται στο μεσοδιάστημα μεταξύ του θανάτου του και της ανα-γέννησης του. Γιατί δεν υπάρχει τέλος. Γιατί ο Batman είναι ένα σύμβολο και τα σύμβολα δεν πεθαίνουν. Υπήρχε πριν από μας και θα συνεχίσει να υπάρχει μετά από μας, μέσα από δεκάδες νέες αναγνώσεις πάνω στο μύθο του. Τίποτα δεν είναι ικανό να τον σκοτώσει, ούτε καν μια ταινία σαν το «Batman and Robin».


Μετά την ολοκλήρωση του magnum opus του, του ριζοσπαστικού «Inception», ο Christopher Nolan αναλαμβάνει να πλάσει το τέλος του δικού του Batman. Ο Batman του Nolan είναι ένας Batman της εποχής του. Περιπλανιέται σε έναν κόσμο εγκατάλειψης και οικονομικής δυσπραγίας, έχοντας να αντιμετωπίσει, μαζί με εκείνους που λυμαίνονται την πόλη του, έναν νέο τύπο εγκληματία, ανατριχιαστικά παρεμφερή με εκείνον που γεννήθηκε με το χτύπημα της 11/09/01 στη Νέα Υόρκη, προκαλώντας συθέμελες διαταραχές στις ισορροπίες ανάμεσα στην ελευθερία και την ασφάλεια. Για να κατατροπώσει τους αντιπάλους του, γίνεται ένας αδίστακτος τιμωρός. Υιοθετεί τις μεθόδους τους, λερώνει τα χέρια του, γίνεται αυτό που κυνηγάει. Η αμφιβόλου ηθικής πρακτική του έχει το τίμημά της, τίμημα που καλείται να πληρώσει με το παραπάνω στο «The Dark Knight». Είναι αξιοσημείωτο πως τη νίκη απέναντι στον Joker δεν τη δίνει ο ίδιος, του οποίου η «μπασταρδεμένη» μέθοδος απόδοσης δικαιοσύνης φαντάζει υποδεέστερη μπρος στην αυθεντικότητα της (ξεκάθαρα) αντιδραστικής ρητορικής του Joker, αλλά το ίδιο το Gotham, δείχνοντας του τον δρόμο.


Για να κατορθώσει να κερδίσει τη μάχη απέναντι στο κακό πρέπει να γίνει κάτι παραπάνω από μασκοφόρος εκδικητής. Πρέπει να γίνει ένα σύμβολο που εμπνέει τους υπολοίπους να γίνουν καλύτεροι από αυτό που είναι. Στο φιλμ που κλείνει την τριλογία του ο Nolan αφηγείται την προσπάθεια του Bruce Wayne να επιτύχει την εξύψωση του Batman σε ιδανικό. Εκεί που στο «The Dark Knight» η πλοκή δε σταματούσε να τρέχει και το focus μοιραζόταν σε έναν διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό χαρακτήρων, εδώ οι ρυθμοί χαλαρώνουν και το ενδιαφέρον μετατοπίζεται και πάλι στο πρόσωπο του Bruce Wayne. Καθώς δίνει μια άνιση μάχη απέναντι σε έναν αντίπαλο(ερμηνευμένο με αξιοθαύμαστη σωματική αυτοπειθαρχία από τον Τom Hardy) που δείχνει θεαματικά υπέρτερος σωματικά καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ, ο Wayne μένει απελπιστικά μόνος στο μεγαλύτερο μέρος του, απομόνωση που εντείνεται από την (ηθελημένα αισθητή) εξαφάνιση της πατρικής φιγούρας του Alfred μετά την πρώτη πράξη. Προτού γίνει φιγούρα μεσσιανική, πρέπει να διαβεί μόνος  το Γολγοθά του – η διείσδυση εικόνας παραπέμπουσας σημειολογικά στην πορεία προς την Σταυρική θυσία, μόνο τυχαία δε μπορεί να είναι, δεδομένου πως η θρησκευτικότητα είναι χαρακτηριστικά απούσα από το φιλμικό σύμπαν του Nolan-, κι έπειτα θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι, εξέλιξη αναμενόμενη από τη στιγμή, που ο βρετανός σκηνοθέτης αποδεδειγμένα πιστεύει στην ύστατη καλοσύνη του ανθρώπινου γένους. Κι έπειτα από ένα δίωρο περιρρέουσας απόγνωσης, ο Nolan ολοκληρώνει το κλιμακούμενης έντασης δράμα του με μια ρυθμικά ξεσηκωτική τρίτη πράξη, καταχρώμενος το μοντάζ και το score του Hans Zimmer, προς όφελος του θεάματος. Και γράφει τη δική του τελευταία ιστορία του Batman, καταλήγοντας εκεί που κατέληξε κι ο Gaiman: ο Batman είναι ένα σύμβολο και τα σύμβολα ζουν για πάντα. 



Εις το επανιδείν λοιπόν.