Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Pixels (2015)






«Κλείστο αυτό το ρημάδι το ηλεκτρονικό, θα αποβλακωθείς.» Αν μεγάλωσες με κονσόλα βιντεοπαιχνιδιών στο σπίτι, είναι μια φράση που έχει εντυπωθεί στο υποσυνείδητο σου. Ο μύθος πως τα βιντεοπαιχνίδια αποβλακώνουν τα παιδιά έχει ιδιαίτερη απήχηση στους ενήλικες, ιδίως τους γονείς.  Στην πραγματικότητα όμως μια μεγάλη μερίδα από αυτά απαιτεί κατανάλωση αρκετής φαιάς ουσίας, δεξιοτεχνία, η οποία αποκτάται με την εξάσκηση, , ενώ ακονίζει και τα αντανακλαστικά. Η ιδέα ότι ο κόσμος θα σωθεί μόνο από μια ομάδα gamers, μέσω των δεξιοτήτων που έχουν αποκτήσει από αυτή τους τη δραστηριότητα, είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της φαντασίας που έστησε ο σκηνοθέτης Chris Columbus με την παρέα του στο  «Pixels». Μοιάζει σαν μια πληρωμένη απάντηση στη μαμά, την γιαγιά ή τον θείο που σε καλούσε να αποχωριστείς κάτι που σου έδινε τόση ευχαρίστηση, γιατί ήταν “χάσιμο χρόνου”. Mια απάντηση, που δίνεται εκεί που τα πάντα μπορεί να συμβούν, να ανατραπούν ή και να ξαναγραφούν από την αρχή, στην οθόνη του σινεμά.

Φυσικά έχουμε δει πολύ πιο ευρηματικές φιλμικές αναφορές στην κουλτούρα των βιντεοπαιχνιδιών και ειδικότερα των arcade games – εκείνων που παίζατε στα “ουφάδικα” οι μεγαλύτεροι-, όπως το «Wreck-it-Ralph» ή το «Scott Pilgrim vs. The World». Το «Pixels» είναι απλά μια ανώδυνη χαριτωμενιά, δίχως ιδιαίτερο δραματουργικό ενδιαφέρον, που εκμεταλλεύεται επαρκώς την περσόνα του Adam Sandler, ποντάρει στη νοσταλγία των μεγαλύτερων και με την βοήθεια των οπτικών εφέ, φέρνει τους  πιξελαρισμένους, δισδιάστατους ήρωες στον δικό μας τρισδιάστατο κόσμο. H επέλαση των arcade ηρώων στη Νέα Υόρκη στο φινάλε, όπου συμβαίνουν πολλά πράγματα παράλληλα μέσα στο κάδρο, είναι μάλλον το κορυφαίο set-piece της ταινίας, θα ευχόσουν όμως το υλικό να έπεφτε στα χέρια ενός λίγο πιο παιχνιδιάρη δημιουργού από τον Chris Columbus

Aν ήταν παιχνίδι, θα δοκίμαζες να το παίξεις, αλλά μάλλον θα φύλαγες τα υπόλοιπα πενηντάρικα για το Double Dragon.





Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

The Counselor (2013)





Με γυαλιστερά, «διαφημιστικά» χρώματα, όπως αρμόζει σε χαρακτήρες που θέλουν κάτι (πολύ) παραπάνω, μικρές ανάσες κοενισμού και μια αίσθηση διογκούμενης απειλής, ο Ρίντλεϋ Σκοτ, ευρισκόμενος σε μια (σπάνια, πια) έκλαμψη δημιουργικότητας, μεταφράζει κινηματογραφικά την ηθική ιστορία του αμερικανού μυθιστοριογράφου Κόρμακ ΜακΚάρθυ, όπου φιλόδοξος και παρορμητικός δικηγόρος επιλέγει να περπατήσει σε έναν κόσμο που τρέχει παράλληλα με εκείνον της πολιτισμένης κοινωνίας, δίχως να έχει αποδεχτεί τις πιθανές συνέπειες αυτής του της απόφασης. Όλα αυτά φυσικά είναι απλώς το πρόσχημα, ώστε ο ΜακΚάρθυ να μιλήσει ακόμα μια φορά για τον άθεο κόσμο, στον όποιο περπατούμε εγώ κι εσύ, όπου, σε τελική ανάλυση, τίποτε δεν έχει σημασία, ούτε καν οι χαρακτήρες και η πλοκή. Έναν κόσμο όπου τρία πράγματα μόνο είναι σίγουρα. Το σεξ, η απληστία και ο θάνατος.


Έπειτα από τέσσερις προβολές, μπορώ να πως με σιγουριά πως, τουλάχιστον για μένα, μετά το Blade Runner και το Alien ακολουθεί αυτό εδώ.




Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Southpaw (2015)






Η παιδική ηλικία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια σειρά από χαρακτηριστικά, όπως η πεποίθηση ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από σένα, η ελλιπής αυτοπροστασία, η απερίσκεπτη εκδήλωση συναισθημάτων και η απουσία ουσιαστικών ευθυνών, καθώς άλλοι παίρνουν τις αποφάσεις για σένα. Αν μεγαλώνοντας, δεν τα απωθήσεις, κάποια στιγμή μοιραία θα φας τα μούτρα σου.  Όπως ο Billy Hope του “Southpaw”. O οποίος, αφού φτάσει στο σημείο μηδέν, θα αναγκαστεί να ενηλικιωθεί αφενός και να παλέψει για να ξανακερδίσει το όνειρο, το οποίο του είχε δοθεί στο πιάτο.

Τίποτε μεμπτό δεν υπάρχει στην καρδιά της ιστορίας του «Southpaw». Ο τρόπος που την αξιοποιεί ο Fuqua και ο σεναριογράφος του είναι το πρόβλημα. Υπνωτισμένοι αμφότεροι από την ακαταμάχητη (;) σαγήνη των βασάνων και της μιζέριας, στην οποία ο Inarritu έχει στήσει κατά καιρούς φιλμικούς παιάνες, βυθίζουν τον ήρωα τους σε ένα αβυσσαλέο μελό, φορτώνουν συμφορές στην πλάτη του, προσεγγίζοντας τον αφ’ υψηλού, αντί να στέκονται στο πλευρό του, στερώντας του ακόμα και την αξιοπρέπεια του θρήνου του. Όλα είναι στημένα έτσι ώστε η λύτρωση, που θα έρθει με τον τελικό αγώνα, να είναι πιο θεαματική. Κι όταν φτάσει η ώρα του αγώνα, καταφέρνουν να σε ξεσηκώσουν από το κάθισμα, όπου είχες βουλιάξει απηυδισμένος. Κι αν έβαζαν στο mute την υπερ-επεξηγηματική, αλά commentary track εκφώνηση, που επαναλαμβάνει διαρκώς τί διακυβεύεται και αναλύει τα συναισθήματα και την πορεία του ήρωα, ίσως και να έσωζαν ολοσχερώς την παρτίδα κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.

Ο Gyllenhaal, από τους πιο εργατικούς ηθοποιούς εκεί έξω, που εσχάτως αναπτύσσει χαρίσματα καρατερίστα, δίνει στον Fuqua ότι έχει. Εκείνος όμως δεν στήνει γύρω του μια ταινία αντάξια των προσπαθειών του. Και τον προδίδει. Και κάνει τελικά μια ταινία για έναν πυγμάχο ελαφρών βαρών που έχει την λεπτότητα ενός παλαιστή σούμο.



Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

La Chambre Bleue (2014)





  Δεν είναι το φονικό το αδίκημα για το οποίο ανακρίνει τον Julien ο τακτικός ανακριτής, αλλά το πάθος. Το πάθος που υπερβαίνει το μικροαστικό μοντέλο συντροφικότητας και για αυτό πρέπει να καταδικαστεί και να διαπομπευτεί. Σαν άλλος Chabrol ο Mathie Amalric θα χρησιμοποιήσει το έγκλημα ως όχημα, ώστε να αναδείξει τον τρόπο που επηρεάζει τους ήρωες και τον περίγυρο τους, καθώς και την στάση τους απέναντι του.

  O Αmalric ξετυλίγει υπομονετικά το μυστήριο, βουτά μέσα στην ψυχοσύνθεση του ήρωα του και στο βάθος αφηγείται την ιστορία μιας ηθικίστικης, μικρής κοινότητας, εγκαταλελειμμένης από ελπίδα και φιλοδοξίες, που απορρίπτει με αποστροφή τους δυο εραστές που συναντιούνται λίγες Πέμπτες τον χρόνο στο μπλε δωμάτιο του ξενοδοχείου.  Ένα δωμάτιο που ο ήρωας δεν εγκατέλειψε ποτέ κι ας ισχυρίζεται το αντίθετο, όπως σου τονίζει πέραν πάσης αμφιβολίας ο σκηνοθέτης – ηθοποιός μέσα από μικρές λεπτομέρειες εντός του κάδρου, την έξυπνη χρήση του μπλε κι ένα μοντάζ συνειρμικό, που οδηγεί πάντα εκεί, στους υγρούς, ερωτικά φορτισμένους τέσσερεις τοίχους του.

  Κάπου ανάμεσα στην φλυαρία και την πληθωρικότητα του «Tournee» υπέβοσκε μια ανήσυχη  δημιουργική φλόγα, μα με το στυλιζαρισμένο, οικονομικότατο «La Chambre Bleu» γίνεται πια φανερό πέραν αμφιβολίας. Στο πρόσωπο του Amalric γεννιέται ένας νέος (και άκρως) κινηματογραφικός δημιουργός.