Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Νανούρισμα






Το νανούριζε. Τέσσερα αγόρια είχε αναθρέψει αυτή η κούνια κι ετούτο ήταν το πέμπτο στη σειρά. Τα χέρια της είχαν σκευρώσει κι απ’ το βλαστάρι της το πρώτο μέχρι τούτο εδώ η ρώμη τους είχε ξασθενίσει, μα το κουνούσε. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Κανείς στο χωριό δεν της το ’χε τόσο μεγάλη να πιάσει και πέμπτο παιδί, κανείς δεν της το ‘χε και να το γεννοβολήσει. Και τώρα κανείς άλλος δεν ήταν εκεί, για να το κοιμήσει. Έξω λυσσομανούσε ο άνεμος και θρόιζαν τα φύλλα κι έτριζαν τα παντζούρια. Το φως τρεμόπαιξε λες και σκοτάδι πέρασε το κατώφλι. Σταμάτησε να τραγουδά, έγειρε το κεφάλι της δεξιά και τον είδε. Ψηλός κι αδύνατος ήτανε, με γένια περιποιημένα κι όμορφος στην θωριά. Όχι όπως τον κάμωναν οι ιστορίες των παλιών.
«Πρέπει να πηγαίνουμε», της είπε. «Είναι η ώρα»

 Το παιδί στην κούνια έμπηξε τα κλάματα. Εκείνη άνοιξε το στόμα της. «Όχι. Όχι, ακόμα. Το νανουρίζω. Αν πάψω τώρα, θα κλαίει όλη νύχτα το έρμο, μάτι δεν θα κλείσει. Άσε με να το κοιμήσω πρώτα κι έπειτα. Άσε με να το ησυχάσω».

‘Επαψε να λυσσομανά ο άνεμος, έπαψαν τα φύλλα να θροϊζουν, έπαψαν και τα παντζούρια να τρίζουν, έπαψε και το ρολόι του τοίχου να χτυπά. Ο άντρας έγνεψε καταφατικά και κάθισε στο σκαμνί, αντάμα της. Η μάνα γύρισε στο παιδί, του χαμογέλασε, του είπε να σωπάσει κι έπιασε το τραγούδι από κεί που το’χε αφήσει. «Ελμά βερίπ αβρούτ τουγούμ, κοιμάται όπου να το χαρώ και να το διω μεγάλο και να το διω της παντρειάς και ακόμα πιο μεγάλο.» Το παιδί αποκοιμήθηκε. 

Ποτέ του δεν είχε ματακούσει αυτό το νανούρισμα. Το παγωμένο βλέμμα του στιγμή δεν έπαψε να την καρφώνει. Σαν βεβαιώθηκε πως το παιδί δεν σάλευε, γύρισε κι εκείνη και του το ανταπέδωσε, μα στο δικό της δεν φώλιαζε η παγωμάρα, μον’ όλου του κόσμου η ζεστασιά.

«Θα’ναι καλότυχο;», τον ρώτησε κι απόκριση του λαχταρούσε.

Στο πάτωμα έριξε το βλέμμα του. Τα όσια και τα ιερά ποτέ του δεν τα είχε πατήσει. Όλα γίνονται όπως τους πρέπουν, αυτό είναι το σχέδιο. Μα το σχέδιο σε τί θα το εμπόδιζε, αν έδινε απάντηση σ’αυτό που τον ρωτήξαν; Μήπως κι ετούτη η λαχτάρα δεν ήταν όσια και ιερή;  

Άνοιξε το στόμα του κι ήχος γλυκός πετάχτηκε από μέσα. «Στα πέντε του δυο δάχτυλα απ΄ το δεξί του πόδι θα χάσει από την παγωνιά. Στα δεκατέσσερά του το πρώτο του φιλί κι αυτή είναι που θα παντρευτεί. Ολημερίς στο λιοπύρι θα τυρρανιέται, μα εκείνη το βράδυ θα μερώνει κάθε του έγνοια. Θα χάσουνε το πρώτο τους παιδί, θα χάσουν και το δεύτερο. Στέρφα θα την φωνάζει το χωριό κι αυτός στα χέρια θα πιάνεται με όποιον την κακολογά. Και τρίτο παιδί θα πιάσουνε, μα η ώρα που θα γεννήσει η νύφη σου, είναι και η ώρα, που θα φύγει. Μόνος του θα το μεγαλώσει το παιδί. Ποτέ του δεν θα παραπονεθεί, κανείς λόγο κακό για αυτόν δεν θα μηνύσει. Γυναίκα άλλη ούτε που θα κοιτάξει. Μηνά θα το βγάλει, ωσάν τον άντρα σου. Στα δεκαοκτώ του ο Μηνάς θα πάει στην πόλη. Θα γίνει παιδίατρος καλός, θα παντρευτεί στα εικοσιεπτά και θα του κάνει δύο εγγονάκια, την Αγνή και την Φόνη. Η Φόνη άρρωστη θα γεννηθεί και δεν θα κλείσει τα τέσσερα. Η Αγνή θα ανεβαίνει τις Κυριακές και θα τον βλέπει. Σαν παιδί θα παίζει μαζί της. Στα εξηνταεπτά του είναι να φύγει. Μια νύχτα σαν αυτή. Θα πει μια ιστορία στην Αγνή κι ύστερα θα της τραγουδήσει κείνο το νανούρισμα, που τώρα τραγουδούσες. Σαν κοιμηθεί η Αγνή, θα πάει στην κουζίνα να κάνει χαμόμηλο  και τότε θα ανταμώσουμε». Αυτά είπε κι έπειτα σώπασε.

Η μάνα δεν σάλεψε για λίγο. Στράφηκε στο βλαστάρι της κι ύστερα ξανά σε εκείνον. «Καλότυχο θα’ναι», ψέλλισε και τον φίλεψε ένα χαμόγελο. Έπειτα σηκώθηκε, φόρεσε το μαντίλι της με χάρη που πέντε κυρίες της πρωτεύουσας μαζί δεν θα την φτάναν και τον ζύγωσε. Να ’ταν δάκρυ αυτό στο πρόσωπο του;

Άρχισε ο άνεμος να λυσσομανά, τα φύλλα να θροϊζουν και τα παντζούρια να τρίζουν. Έφυγαν πριν τους προφτάσει η Ανατολή.



Δεν υπάρχουν σχόλια: