Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

O Πουπουλένιος (The Pillowman), του Μάρτιν ΜακΝτόνα




Το σινάφι μας (το ελληνικό ντε) σπάνια μιλά για θέματα ταμπού. Δεν το ενοχλεί η ύπαρξη τους, αρκεί να μην ειπωθεί τίποτε για αυτά. Διάολε, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που λένε «έφυγε από την κακιά αρρώστια», λες και αν πουν ότι πέθανε από καρκίνο, ο τελευταίος θα χτυπήσει και την δική τους πόρτα – για τον τρόπο που αυτή τους η πεποίθηση επηρεάζει την συμπεριφορά τους απέναντι στον ασθενή καλύτερα να μην το συζητήσουμε. Οι ιρλανδοί από την άλλη, τουλάχιστον μέσα από το πολιτιστικό τους έργο, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να προσεγγίσουν με ευθύτητα τους δαίμονες τους. Όχι για να σοκάρουν – η μοναδική περίπτωση που θα απαντήσεις ελευθεροστομία σε νεοελληνικό έργο- αλλά για να τους ξορκίσουν.

Κι ερχόμαστε στον «Πουπουλένιο» του ιδιοφυούς Μάρτιν ΜακΝτόνα, της φήμης του «In Bruges» και του «Seven Psychopaths». Στον «Πουπουλένιο»  ο μέσος νέος έλληνας συγγραφέας θα πιανόταν από το μοτίβο του δικτατορικού καθεστώτος, θα έστηνε μια πολεμική για τον φασισμό του αστυνομικού κράτους κι άλλα τέτοια ωραία και συριζαιϊκώς διατυπωμένα και θα τον χειροκροτούσαν όσοι λατρεύουν να ακούν τον άλλο να συμφωνεί μαζί τους. Στον «Πουπουλένιο» του ΜακΝτόνα όμως το δικτατορικό καθεστώς έρχεται μόνο για να προστεθεί σε μια κοσμοθεωρία, που συνοψίζεται στο ότι ο κόσμος μας είναι σκατά. Ο κόσμος που περιγράφει ο ήρωας-συγγραφέας από τα παραμύθια του και ο συγγραφέας μέσα από το παραμύθι του με  ήρωα τον πρώτο είναι ένας κόσμος που ελάχιστα διαφέρει από εκείνον στο Seven του Fincher. Είναι ένας κόσμος όπου ο Θεός, δεσποτική φιγούρα της ιρλανδικής παράδοσης, έχει φύγει για διακοπές παραδίδοντας τα κλειδιά στους ενοίκους του υπογείου και όχι μόνο δεν ακούει τις προσευχές των πλασμάτων του, αλλά θα στείλει κι έναν παρολίγο ευεργετηθέντα να πατήσει κυριολεκτικά πάνω τους, αγνοώντας τις εκκλήσεις τους για βοήθεια. 


Σ’αυτό το άθεο τοπίο κακοποιούνται καθημερινά παιδιά κάθε ηλικίας. Κι εδώ ερχόμαστε στα ταμπού. «Μα πως είναι δυνατόν να περιγράφει τέτοια πράγματα και να κάνει πλάκα μαζί τους;», θα αναρωτηθεί η θείτσα, που συνειδητοποιεί πως θα προτιμούσε να βρίσκεται δίπλα στον Λαζόπουλο. Είναι δυνατόν. Its the way it is. Και προσεγγίζει το ζήτημα με την προαναφερθείσα ευθύτητα και με ορθά υπολογισμένο χιούμορ, εκείνο που ενσυνείδητα προσπαθεί να ξορκίσει την τραγικότητα στην οποία αναφέρεται, εκείνο που σε κάνει να γελάς με έναν κόμπο στο λαιμό και που μόνο ένας Βρετανός θα μπορούσε να παράγει – οι ενστάσεις περί κρύου βρετανικού χιούμορ, όταν προέρχονται από ανθρώπους που ξεκαρδίζονται με ιστορίες για εκείνη την φορά που ήταν στον δρόμο και τους έπιασε κόψιμο και αστεία με τον Μητσοτάκη που είναι γκαντέμης αντιμετωπίζονται όπως τους πρέπει, δηλαδή με γέλωτα σαρκαστικό- και τέλος με την δέουσα ευαισθησία. Ευαισθησία που πηγάζει από τα κίνητρα του συγγραφέα, δηλαδή την ανάγκη του να μιλήσει επιτέλους για την καθημερινή «σφαγή των αμνών» και την ανάγκη του να διασκεδάσει την ενοχή του που δεν μπορεί κάνει τίποτα για να την αποτρέψει. Ευαισθησία που διαφαίνεται στον εσωτερικό πόνο που εγκυμονούν αυτές οι ιστορίες, που στην αρχή μοιάζουν με επιτηδευμένα σαδιστικές ασκήσεις ύφους με κακόγουστες ανατροπές, για να σε πιάσει στην συνέχεια απροετοίμαστο ο συναισθηματικός χείμαρρος που ακολουθεί, ειδικά στην ιστορία με τον ομώνυμο τίτλο . Κι ευαισθησία που γίνεται πια ολοφάνερη από την κρυφή του ελπίδα ότι στο τέλος, έστω και για μια φορά, η πραγματικότητα θα διαψεύσει την απύθμενη μελαγχολία της μυθοπλασίας και κάποιος άνθρωπος θα κάνει το σωστό. Που –κι εδώ σου κλείνει το μάτι- είναι και πιο κοντά στο πνεύμα του πράγματος.



Σπεύσατε λοιπόν στο θέατρο Αθηνών, γιατί πρόκειται για συγκλονιστικό κείμενο, το οποίο αποδίδουν αξιοπρεπώς ο κύριος Μαρκουλάκης και η παρέα του.
 



Δεν υπάρχουν σχόλια: