Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι (2012)






Ας μιλήσουμε λίγο για λαϊκά θεάματα. Το λαϊκό θέαμα είναι πρώτα από όλα εύληπτο. Φιλοδοξώντας να προσελκύσει ένα κοινό θεαματικά ευρύτερο από εκείνο που έχει εντρυφήσει στις ιδιαιτερότητες της τέχνης που εκπροσωπεί, ο καλλιτέχνης του λαϊκού θεάματος απευθύνεται με τρόπο απλό και κατανοητό στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα(κυρίως). Αφουγκράζεται τις ανησυχίες τους και τις εντάσσει σε ένα στρωτό αφηγηματικά σύνολο που βασικό στόχο έχει την ψυχαγωγία. Δεν διστάζει όμως να οδηγήσει το κοινό του (πάντοτε με ένα μη εξεζητημένο τρόπο) σε διαδικασία ενδοσκόπησης και αυτοκριτικής. Στο πρόσωπο του Καραγκιόζη, που πασχίζει με κουτοπόνηρα τεχνάσματα να πιάσει την καλή, ο θεατής αναγνωρίζει δικά του ελαττώματα και χαμηλώνει πρόσκαιρα το βλέμμα. Ανάλογο παράδειγμα από το σινεμά εντοπίζεται στα φαρσικά παθήματα του “φτωχοδιάβολου” του Βέγγου. Αυτό το στοιχείο είναι που κάνει το λαϊκό θέαμα να ξεχωρίζει από την εκφυλισμένη μορφή του, το λαϊκίστικο θέαμα, που κολακεύει ξεδιάντροπα τον θεατή, προκειμένου να γίνει αρεστό.

«Ο Θεός αγαπάει το Χαβιάρι», η νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, υπάγεται στη δεύτερη κατηγορία, αυτή του λαϊκίστικου θεάματος. Ο Σμαραγδής ανάγει τον Ιωάννη Βαρβάκη, που έφυγε από την χώρα ως πειρατής και γύρισε ως τρανός επιχειρηματίας με διάθεση να συμβάλλει στην απελευθέρωση και την ανεξαρτητοποίηση του ελληνικού κράτους από την οθωμανική αυτοκρατορία, σε πρότυπο έλληνα πολίτη. Εκείνου δηλαδή που αποτάσσεται την ιδιοτέλεια για χάρη της συλλογικότητας.  Στην πορεία όμως προς τον τελικό του στόχο ο Σμαραγδής προχωρεί σε ενέσεις φτηνού πατριωτισμού, σε επισημάνσεις περί εθνικής ανωτερότητας και, σε δύο σκηνές που φλερτάρουν με την ακούσια αυτοπαρωδία, στην απόδοση θεόπνευστου χαρακτήρα στα πεπραγμένα του Βαρβάκη. Η προσέγγιση του έλληνα δημιουργού διαφέρει μεν σημαντικά από την χυδαιότητα της εθνικιστικής υπερβολής των παραγωγών του Τζέιμς Πάρις, κύριο μέλημά της όμως είναι να χαϊδέψει τα αυτιά του έλληνα θεατή της, απευθυνόμενη στην περηφάνια του, την οποία προσπαθεί να ανορθώσει με τους προαναφερθέντες, συζητήσιμους τρόπους. Αν αυτό δεν είναι λαϊκισμός, δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είναι.

Κατά τα λοιπά η ενδιαφέρουσα ιδέα της διπλής αφήγησης (ο μύθος απέναντι στην πραγματικότητα) εγκαταλείπεται μετά το πρώτο εικοσάλεπτο, η μετάβαση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα συχνά υπερβαίνει τα όρια της αυθαιρεσίας, οι guest εμφανίσεις γνώριμων φυσιογνωμιών λειτουργούν αποπροσανατολιστικά, εμποδίζοντας την όποια “απορρόφηση” από τα δρώμενα, ενώ ο κεντρικός χαρακτήρας μεταβάλλεται διαρκώς , ανάλογα με το τί εξυπηρετεί κάθε σκηνή.  Σύγχυση και πλήξη.   

Ή αλλιώς καλωσορίσατε στον κόσμο του εγχώριου αφηγηματικού σινεμά.




2 σχόλια:

Supersonic είπε...

Τουλάχιστον έχει καμιά φάση τύπου "Μάι νέιμ ιζ... Ντομίνικος Τεοτοκόπουλος" ή με αγγελάκια από το υπερπέραν όπως το προηγούμενο αριστούργημα να το καννιβαλίσουμε κάπως να γουστάρουμε;

Γιάννης_Βασιλείου είπε...

Μόνο τις σκηνές με το Λαζόπουλο.