Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

The Guard


O Gerry είναι μια περίεργη περίπτωση αστυνομικού. Είναι κολυμβητής ολυμπιακών προδιαγραφών. Όταν γυρίζει σπίτι από τη βάρδια του, βλέπει Skolimowski και ακούει Chet Baker. Στο ρεπό του προσλαμβάνει call-girl, που τον ξέρουν με το μικρό του. Στη δουλειά του καταπατά κάθε κανόνα πολιτικής ορθότητας που διέπει τη συμπεριφορά ενός αστυνομικού οργάνου και δε λογαριάζει κανένα. Δεν το κάνει όμως από έλλειψη επαγγελματικής ευσυνειδησίας, όπως διαφαίνεται στην αρχή. Δεν είναι ένας εκ φύσεως ‘κάφρος’, όπως ο Alan του Zach Galifianakis στο The Hangover. Η προκλητική του συμπεριφορά είναι μηχανισμός άμυνας. Όπως ο Stallone στο Copland αναπτύσσει μια παθητική συμπεριφορά, αποδεχόμενος την αδυναμία του να αλλάξει το νοσηρό, διεφθαρμένο περιβάλλον στο οποίο κυκλοφορεί καθημερινά, έτσι κι αυτός αναπτύσσει μια αντισυμβατική συμπεριφορά, για να μην χάσει τα λογικά του. Είναι ένας ‘κοιμώμενος’ τιμωρός, μόνο που δεν το ξέρει ακόμα.


Το set-up της ιστορίας δίνει την αίσθηση ότι πρόκειται να παρακολουθήσουμε ένα buddy movie. Γρήγορα όμως διαπιστώνουμε ότι ο χαρακτήρας του Don Cheadle είναι συμπληρωματικός στη δράση. Ότι το The Guard είναι μια ταινία για τον Gerry του Brendan Gleeson. Για το ‘ξύπνημά΄ του από τον λήθαργο, το οποίο υπομονετικά προετοιμάζει η πορεία της δράσης. Και όταν αυτό έρχεται, όταν ο Gerry δεν έχει πια τίποτα να χάσει κι αποφασίζει να πάρει μόνος την κατάσταση στα χέρια του, εκεί το φιλμ πια μετατρέπεται σε ένα αστικό western, σε ένα εξαίρετο δείγμα της αντρικής κινηματογραφικής εποποιίας και ο Gerry κερδίζει με το σπαθί του μια θέση ανάμεσα στους επιφανείς άνδρες, που κοσμούν την πινακοθήκη χαρακτήρων αυτού του σινεμά.


Το σενάριο και την σκηνοθεσία υπογράφει ο John Michael McDonagh, αδερφός του Martin McDonagh του In Bruges. Εκτός από τον ίδιο πρωταγωνιστή, οι δύο ταινίες μοιράζονται αρκετά κοινά στοιχεία. Μοιράζονται το ίδιο βιτριολικό χιούμορ, με εμπνευσμένους κωμικούς διαλόγους, πλούσιους σε θανατηφόρες ατάκες, ερμηνευμένους με αψεγάδιαστο timing από τους πρωταγωνιστές. Εξελίσσονται αμφότερες σε ένα παρεμφερές, ατόφια κινηματογραφικό σύμπαν. Στην τρίτη πράξη δε, το θέαμα περνά σε ένα καθαρά υπερβατικό επίπεδο. Επίσης και στις δύο η γεωγραφία επιβάλλει την ατμόσφαιρα. Στο In Bruges έχουμε μια διάχυτη μεταφυσική αύρα, προϊόν της μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής και της έντονης παρουσίας του θρησκευτικού στοιχείου στην πόλη. Εδώ, στο ωχρό και μουντό ιρλανδικό τοπίο, σχεδόν σε κάθε σκηνή παραμονεύει μια υπόγεια μελαγχολία.


Αυτή η δραματική διάσταση είναι που κάνει το απολαυστικό σινεμά των αδερφών McDonagh, να ξεχωρίζει από ‘εξυπνακίστικες’ βρετανικές crime comedies τύπου Guy Ritchie. Αυτή και η πιο παραδοσιακή σκηνοθετική προσέγγιση, μακριά από το εξεζητημένο και συχνά επιδειξιομανές σκηνοθετικό στυλ του Ritchie. Μη μας παρεξηγήσετε, μια χαρά περάσαμε με το Lock, Stock and Two Smoking Barrels, μια χαρά περάσαμε και με το Rocknrolla. Απλώς τα προαναφερθέντα φιλμ βαδίζουν στα μονοπάτια ενός καθαρά ανδρικού genre. Και, πείτε μας συντηρητικούς, πείτε μας ακόμα και γραφικούς, μα πιστεύουμε ότι οι σκηνοθετικές φιοριτούρες , τα ‘φρου φρου’ και τα ‘αρώματα’, αν και τέρπουν πρόσκαιρα τις αισθήσεις, δεν συνάδουν με τη φύση του τελευταίου.



Δεν υπάρχουν σχόλια: