Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

ΡΗΣΕΙΣ, ΑΞΙΩΜΑΤΑ, ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΙ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ, ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ - CHAPTER SEVEN: ΒΑΡΑΚ ΚΑΡΝ, Υποκεφάλαιο 1




To
σκοτάδι ήταν μαύρο. Ήταν πιο μαύρο από μαύρο. Ήταν τόσο μαύρο, που, αν το μαύρο το έβλεπε μπροστά του, θα μαύριζε από ντροπή. Η ορατότητα ήταν σχεδόν αδύνατη. Περνούσε δύο ώρες την ημέρα στο γυμναστήριο, αλλά ακόμα δεν είχε χάσει όλα τα κιλά που πήρε στις διακοπές του Πάσχα. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και σφόδρα στεναχωρημένη, που ο υπογράφων δεν σκαρφίστηκε κανένα λογοπαίγνιο για κείνη.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες έκαναν δυσχερέστερο το δρόμο του Νέστορα, του σοφού βασιλιά της Πίνδου, και του Παγώνη του Κσουλικιάρη, του κουλού και κουτσού ρουφιάνου του βασιλιά Νέστορα, που δε μπορεί να συρθεί σαν το σκουλίκι και σέρνεται με την κοιλιά σαν φίδι κολοβό, ωστόσο δεν τους πτοούσαν, γιατί ήξεραν ότι τα δύσκολα έρχονταν μετά. Όταν θα έμπαιναν στη σπηλιά του Βάρακ Καρν για να αντιμετωπίσουν τον γέροντα, για τον οποίο τους είχε μιλήσει ο Ωχπαναϊαμος και να αποκτήσουν το μαντζούνι που θα θεράπευε το αχρηστευμένο γόνατο του Διαγόρα του Πίνδιου, του ταχύ δεκαθλητή που τρέχει ταχύτατα και του αρέσει το τρέξιμο.
Είχαν περάσει αρκετές αρχαίες ώρες από τη στιγμή που είχαν ξεκινήσει. Ο βασιλιάς Νέστορας ένιωθε στο δεξί βασιλικό του πόδι ένα παλιό τραύμα να τον ενοχλεί – απομεινάρι μιας βασιλικής κλωτσιάς που στόχευε την κάτω σιαγόνα του Κοσταλλέλου αλλά κατέληξε στο πόδι της χρυσελεφάντινης τραπεζαρίας του βασιλικού καθιστικού- ενώ ο Παγώνης ο Κσουλικιάρης σερνόταν στο νοτισμένο έδαφος με τη λάσπη να καλύπτει μέρος της σιχαμένης του ύπαρξης. Κάποια στιγμή ο Παγώνης σταμάτησε να σέρνεται και γύρισε προς το μέρος του βασιλιά Νέστορα, ο οποίος με τη σειρά του σταμάτησε να περπατά.
<<Βασσσιλιάααα μου>>, έκρωξε το αποτρόπαιο ον, <<η σσσσπηλιά του Βάρακ Κάαααρν είναι κοντάααααα. Θθθθθαααα πρέεεεεπει όμωςςςς να σαςςςς προειδοποίηηηησσσσωωωω, ροφφφλ ροφφφφλ, ότιιι εκείειειει μέσσσσα συμβαίνουν αλλόοοοοκοτα πράαααματα και οι νόοοομοι της φφφφφφύσσσσσης καταργούουουουουνται>>
<<Θα είναι σαν επίσκεψη στα ΕΛΤΑ λοιπόν>>, σχολίασε εν σοφία ο σοφός βασιλιάς Νέστορας. <<Οδήγησε με στην είσοδο της σπηλιάς αυτής βδελυρέ Παγώνη.>>, πρόσταξε και ο Παγώνης γύρισε το κλειδί δεξιόστροφα , φόρεσε την ζώνη του και τον οδήγησε.

Ένας τεράστιος βράχος κάλυπτε την είσοδο της σπηλιάς και πάνω στον τεράστιο βράχο που κάλυπτε την είσοδο της σπηλιάς ήταν σκαλισμένα τα εξής λόγια: ‘ Βρεπλεκέθ Κλεισάδ Σλιπσά’
<<Ακούγεται σαν κάτι που θα ‘λεγε ο Πανάγος ο Τελλαλώνης, ο βασιλικός τελάλης με την προβληματική άρθρωση που εισπράττει τους φόρους>>, επεσήμανε εν σοφία ο σοφός βασιλιάς Νέστορας. <<Πες μου τι σημαίνει γλιτσερό ανθρωποειδές>, πρόσταξε τον Παγώνη τον Κσουλικιάρη.
<<Είναι γραμμέεεεεενο σσσστην νεκρήηηη γλώωωσσσα του Βάρακ Κάααααρν.>>, αποκρίθηκε ο Παγώνης ο Κσουλικίαρης, εκκρίνοντας βλέννα από τις μυριάδες οπές του εύπλαστου σώματός του. << Σσσσημαίαιαιαινει ‘Τεράστιος βράχος που καλύπτει την είσοδο της σπηλιάς του Βάρακ Καρν’>>
<< Ωραία. Και πώς ανοίγει?>>, ρώτησε ο Νέστορας
<< Κκκκχχχχχχθθθθθθρρρρρλλλλλλλλλλλλλ >> έκανε χαμογελώντας χαιρέκακα ο Παγώνης ο Κσουλικάρης και πρόσθεσε << δδδδδέεεεν έεεεχωωωω ιδέεεεααααα. Εγώωωω μπαινοβγαίνωωωω απόοοο έναααααα λαγούμι τυφφφφφλοπόοοοοντικαααα δεκαπέεεεντε μέτρρρρα παραπέεεεερα>>
<< Παγώνη είναι μερικές φορές που θέλω να σε συνθλίψω με το βασιλικό μου πασούμι σαν την υδαρή κατσαρίδα, που είσαι, αλλά συγκρατούμαι γιατί η οποιαδήποτε επαφή μαζί σου είναι μια προσβολή σε όλες τις πιθανές και απίθανες έννοιες που μπορεί να λάβει ο όρος υγιεινή. Θα τον ανοίξω μόνος μου >>, είπε ο βασιλιάς Νέστορας κι έπειτα ξεφύσηξε και φώναξε <<Μέριασε βράχε να διαβώ>>. Ο βράχος δε μέριασε
Ξαναξεφύσηξε κι έπειτα πάλι φώναξε <<Βράχε κάνε στην άκρη να περάσω, απόψε θα σε ξεπεράσω>>. Ο βράχος δεν έκανε στην άκρη
<<Σουσάμι άνοιξε>>, φώναξε κι αν ήταν σουσάμι θα άνοιγε, αλλά παρέμενε βράχος κι έτσι παρέμεινε το ίδιο ακίνητος με πριν
<<Βαγγέεεεεεελη>>, έσκουξε, αλλά αυτόν τον βράχο δεν τον έλεγαν Βαγγέλη
Ο βασιλιάς Νέστορας έβγαλε έναν αναστεναγμό και στη συνέχεια έβγαλε ένα μαύρο μαντίλι από την βασιλική του κωλότσεπη ,το φόρεσε στο βασιλικό του κεφάλι κι έβαλε τα χέρια του δεξιά κι αριστερά από αυτό. <<Άαααανοιξε πέτρααααααααα για να μπωωωωωω>>, τραγούδησε σπαραχτικά. Δεν ήταν πέτρα όμως, αλλά βράχος και κατά τα φαινόμενα οπαδός της Καίτης Γκρέυ.
Ο βασιλιάς Νέστορας είχε αρχίσει να εκνευρίζεται . << Έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι>>, είπε. <<Παγώνη πήγαινε να μου βρεις ένα μεγάλο και χοντρό ματσούκι, ένα ακατέργαστο λιθάρι και μια κάλτσα>>, πρόσταξε και ο Παγώνης ο Κσουλικιάρης ευθύς σύρθηκε προς την αριστερή πλευρά του δάσους, μολύνοντας την ατμόσφαιρα με υγρούς ήχους.


Στο μεταξύ στο ξέφωτο που είχαν κατασκηνώσει τα υπόλοιπα μέλη της αποστολής ο Διαγόρας ο Πίνδιος σφάδαζε από τους πόνους
<<’Αααααααααααααχ>>, έσκουζε ο Διαγόρας ο Πίνδιος
<<ο μπαγλαμάς>>, συμπλήρωναν οι υπόλοιποι εν χορώ
Η Λυδία η Σοφή και η Δυλία η Ευή, οι δύο χαρωπές εταίρες, που ‘χουν τόσο ξανθιά την κόμη, που κάνουν τον ήλιο να φαντάζει σαν εξώφυλλο δίσκου των HIM είχαν καθίσει στο πλευρό του και άγγιζαν με τα μεταξένια δάχτυλά τους το ροδαλό κορμάκι τους, δείχνοντας ιδιαίτερο ζήλο όταν εκείνα έφταναν στα στητά και λαχταριστά τους στήθη. Μερικά μέτρα παραπέρα ο Κοσταλλέλος ο Ρόγχος, ο πιστός και μωρός υπηρέτης του βασιλιά Νέστορα, κοίταζε αποβλακωμένα ένα κούτσουρο
<<Τι θα ήθελες να κάνουμε για να χαλαρώσεις από τους πόνους, ω δυστυχή Διαγόρα?>>, ρώτησε η Δυλία η Ευή
<<Θα ήθελες να σου τραγουδήσουμε ένα νανούρισμα ενώ αγγίζουμε η μια την άλλη με τρόπο μη αθώο?>>, πρότεινε η Λυδία η Σοφή
<<Μήπως θα ήθελες να τρίψουμε το πονεμένο σου γόνατο με τις βελούδινες παλάμες μας, ενώ τα λυγερά κορμιά μας θα σέρνονται το ένα πάνω στο άλλο?>> αντιπρότεινε η Δυλία η Ευή
<<Μήπως θέλεις να σου μάθουμε του έρωτα τα μυστικά και τους ρυθμούς της κάψας, πλαγιάζοντας στο πλάι σου γυμνές και λιγωμένες?>>, αντιματαπρότεινε η Λυδία η Σοφή.
<<Θέλω να τρέξω>>, φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του ο Διαγόρας ο Πίνδιος, ταράζοντας τόσο τις δύο εταίρες, που πέταξαν τους εφαρμοστούς χιτώνες τους, ενώσανε τα σώματά τους και άρχισαν να σπαρταρούν. Ο Κοσταλλέλος συνέχιζε να κοιτά αποβλακωμένα ένα κούτσουρο.
<<Ω Ολύμπιοι θεοί>>, είπαν με μια φωνή οι δύο χαρωπές εταίρες, << έκκληση απευθύνουμε, παράκληση μεγάλη, τον βασιλιά μας τον καλό, τον πάνσοφό μας κύρη, να τον φωτίσεις κει που πάει να το βρει το μαντζούνι και τον Διαγόρα μας καλά να ρθει και να τον κάνει. Κι εμείς οι δυο για αντάλλαγμα, αν κάνετε την χάρη, θα φιληθούμε μπροστά σας στο στόμα - αλλά χωρίς γλώσσα, για να μη μας παρεξηγήσουν>>, είπαν κι αφού τελείωσαν την προσευχή, πλαγιάσανε στη λάσπη κι άρχισαν να κυλιούνται, κραυγούλες ηδονής βγάζοντας και γελώντας.
<<Νομίζω ότι αυτό εδώ είναι ένα κούτσουρο>>, μονολόγησε ο Κοσταλλέλος και συνέχισε να κοιτά αποβλακωμένα ένα κούτσουρο

Στο μεταξύ ο βασιλιάς Νέστορας προσπαθούσε μάταια να κάνει τον βράχο να ανοίξει
<< Βράχε άμα ανοίξεις θα σου γνωρίσω μια κοτρώνα φίνα, με κάτι βαθουλώματα νααα! Και το καλύτερο δε στο πα: ακόμα δεν την έχει σκαλίσει κανένας>>, είπε κλείνοντας το μάτι πονηρά και σκουντώντας με τον αγκώνα του τον βράχο, μα εκείνος εξακολουθούσε να μην ανοίγει
<<Τι θες να κάνω τελοσπάντων για να ανοίξεις? Θες να κάτσω να με ασβεστώσεις? Άνοιξε που να σε πάρει ο Πλούτωνας!>>, βροντοφώναξε και σείστηκε η γη σε ακτίνα επτά τετραγωνικών χιλιοστών.

Ένας ήχος ακούστηκε από τη μέσα πλευρά της σπηλιάς και στη συνέχεια ο βράχος παραμέρισε. Από πίσω του φάνηκε ένας κοντοκουρεμένος άντρας με αλογοουρά και θεληματικό ρουθούνι. << Τι φωνές είναι αυτές? Κάποιοι εδώ μέσα προσπαθούμε να κοιμηθούμε και δεν μας αρέσει καθόλου, όταν μας ενοχλούνε κάποιοι εκεί έξω την ώρα που προσπαθούμε να κοιμηθούμε, ιδίως από τη στιγμή που φωνάζουν την ώρα που προσπαθούμε να κοιμηθούμε, ενώ είναι η ώρα που προσπαθούμε να κοιμηθούμε>>
<< Θέλαμε απλώς να ανοίξουμε τον βράχο>>, απολογήθηκε ο βασιλιάς Νέστορας.
<<Αν αυτό ήταν που θέλατε τότε θα μπορούσατε απλά να χτυπήσετε τον βράχο. Όταν κάποιοι θέλουν να μπούνε κάπου , χτυπάνε για να μπούνε εκεί , γιατί αν δεν χτυπήσουν εκεί, αυτοί που βρίσκονται μέσα στο εκεί, δε θα ξέρουν ότι έξω από το εκεί υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να μπουν μέσα στο εκεί.>>, σημείωσε ο άντρας.
<< Το ήξερα, απλά σε δοκίμαζα>>, είπε ο βασιλιάς Νέστορας, αλλά δεν το ήξερε, ούτε τον δοκίμαζε. <<Ποιο είναι το όνομά σου, αν δε σε πειράζει που ρωτώ?>>
<<Είμαι ο Κόννος ο Έτσι, ο λαλίστατος φύλακας της σπηλιάς του Βάρακ Καρν, που
μιλάει πάντα όσο δεν πρέπει. Και είπα το όνομα μου, επειδή δε με πειράζει που ρώτησες, γιατί αν με πείραζε που ρώτησες, δε θα σου έλεγα το όνομα μου, επειδή θα με είχε πειράξει που ρώτησες.>>
<<Αρχίζει όμως να πειράζει εμένα που ρώτησα>>, μουρμούρισε φανερά εκνευρισμένος ο βασιλιάς Νέστορας. <<Εμένα που με βλέπεις είμαι ο Νέστορας, ο σοφός βασιλιάς της Πίνδου και ήρθα για να συναντήσω τον σοφό γέροντα που μένει στα έγκατα ετούτης της σπηλιάς>>
<<Πολλοί είναι εκείνοι που έρχονται για να συναντήσουν τον σοφό γέροντα που μένει στα έγκατα ετούτης της σπηλιάς. Αλλά επειδή είναι πολλοί έχουμε λίστα αναμονής με πολύ αυστηρή σειρά προτεραιότητας, γιατί αν δεν ήταν πολύ αυστηρή η σειρά προτεραιότητας δεν θα είχε νόημα να έχουμε λίστα αναμονής με πολύ αυστηρή σειρά προτεραιότητας>>, είπε ο Κόννος ο Έτσι
<<Μάλιστα.>>, είπε ο βασιλιάς Νέστορας και στη συνέχεια πρόσθεσε<< Αφού είναι έτσι, μπορώ να περάσω?>>
<<Φυσικά! >>, είπε ο Κόννος ο Έτσι και έκανε στην άκρη για να περάσει ο βασιλιάς Νέστορας. <<Θα πάρεις μαζί σου κι αυτό το σαμιαμίδι? >> τον ρώτησε, <<Και σε
ρωτάω επειδή θέλω να μάθω αν θα πάρεις μαζί σου αυτό το σαμιαμίδι, γιατί αν δεν ήθελα να μάθω αν θα…>>
<<Σκάσεεεεε!>>, τον διέκοψε έξαλλος ο βασιλιάς Νέστορας << ναι θα τον πάρω μαζί μου γιατί αν δεν ήθελα να τον πάρω μαζί μου, δε θα τον έπαιρνα μαζί μου, ενώ τώρα που τον παίρνω μαζί μου, σημαίνει ότι θέλω να τον πάρω μαζί μου! Αφού το λύσαμε αυτό, κάνε μια χάρη στον εαυτό σου και στον κόσμο και κλείσε το στόμα σου και την επόμενη φορά που θα θέλεις να το ανοίξεις, χώσε το κεφάλι σου σε έναν κουβά με κοπριά και μετά άνοιξέ το και μίλα.Ανοίγεις το στόμα σου και νομίζω ότι όλες οι συμφορές του κόσμου συγκεντρώθηκαν κι ενώθηκαν εις σάρκα μίαν και βγαίνουν και με κατακλύζουν με κάθε φθόγγο που εκτοξεύεται από αυτή τη μιαρή οπή που εσύ καλείς για στόμα. ! Διαρρηγνύεις τους όρχεις των άλλων περισσότερο κι από αγώνα σκάκι μεταξύ καθυστερημένων σε μετάδοση Πουρουπουπού. Κάθε φορά που πας να βγάλεις ήχους απ’ το στόμα, νιώθω σα να ’μαι δεμένος στα παράλια μιας θάλασσας από ακαθαρσίες και να πλησιάζει η παλίρροια. Θα προτιμούσα να αγγίξω φευγαλέα του Παγώνη, από το να ακούσω να λες ακόμα μια συλλαβή. Για αυτό βούλωσε την τρύπα σου και μην ξαναμιλήσεις ποτέ σου!>>, είπε ο βασιλιάς Νέστοραςμε τις φλέβες του προσώπου του να είναι έτοιμες να ακολουθήσουν τη δική τους ανεξάρτητη πορεία. Ο Κόννος ο Έτσι κοιτούσε αποσβολωμένος. Ο Βασιλιάς Νέστορας στράφηκε στον Παγώνη τον Κσουλικιάρη και του έγνεψε να προχωρήσουν στα ενδότερα του σπηλαίου κι εκείνος τον ακολούθησε αφήνοντας μια παχύρρευστη φωσφοριζέ ουσία στο διάβα του.

Όταν απομακρύνθηκαν ο Κόννος ο Έτσι έπιασε με τα χέρια του τον βράχο και πριν σκεπάσει με αυτό την είσοδο της σπηλιάς του Βάρακ Καρν είπε με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:
<<Δεν καταλαβαίνω τι τον ενόχλησε. Εγώ ήθελα να τον βοηθήσω και ήμουν εξυπηρετικός, γιατί αν δεν ήθελα να τον βοηθήσω δε θα ήμουν εξυπηρετικός, ούτε θα ήθελα να τον βοηθήσω αν δεν ήμουν εξυπηρετικός. Τώρα πρέπει να μετακινήσω τον βράχο και να κλείσω την είσοδο. Γιατί αν δεν μετακινήσω εγώ τον βράχο, δε θα κλείσει η είσοδος, επειδή δε θα έχω μετακινήσει τον βράχο και η είσοδος θα παραμένει ανοιχτή, γιατί για να μην παραμείνει ανοιχτή πρέπει κάποιος…>>, έκανε να πει και ο βράχος μετακινήθηκε αστραπιαία προς το πλευρό του, τον καταπλάκωσε και στη συνέχεια μπήκε μόνος του μπροστά στην είσοδο και την έκλεισε.

Οι δύο ηρωές μας λοιπόν είχαν μπει στη σπηλιά του Βάρακ Καρν, για να αντιμετωπίσουν τον σοφό γέροντα, να πάρουν το ματζούνι που θα θεραπεύσει το γόνατο του Διαγόρα του Πίνδιου και να σώσουν τη συμμετοχή του βασιλείου της Πίνδου στην Ολυμπιάδα. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε κάθε γωνιά της σπηλιάς. Πολλοί ήταν εκείνοι που στο παρελθόν προσπάθησαν να μπουν στη σπηλιά του Βάρακ Καρν και να αντιμετωπίσουν το σοφό γέροντα, κανείς όμως δε γύρισε ζωντανός και κανείς δεν έμεινε πεθαμένος. Και η επιτυχία των ηρώων μας δεν είναι βέβαιη. Από την είσοδο κιόλας ο σοφός κι αλάνθαστος βασιλιάς Νέστορας έκανε λάθος και δε μπόρεσε να βρει τρόπο να κάνει τον βράχο να μετακινηθεί. Ίσως η σοφία του να μην τον βοηθούσε ιδιαίτερα στα λαβυρινθώδη και δύσβατα μονοπάτια της σπηλιάς του Βάρακ Καρν, γιατί αν τον βοηθούσε ιδιαίτερα στα λαβυρινθώδη και δύσβατα μονοπάτια της σπηλιάς του Βάρακ Καρν, θα είχε βρει έναν τρόπο να κάνει τον βράχο να μετακινηθεί, ενώ , όπως είδαμε, δεν βρήκε έναν τρόπο να κάνει τον βράχο να μετακινηθεί κι αυτό σήμαινε ότι… Αααααουτς! Αυτό πόνεσε!


ΤΟ ΒΕ CONTINUED...



Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια του Νέστορα εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια: