Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

ONE NIGHT STAND


Ακόμα ένα βράδυ εκεί… Ακουμπισμένος στην κολώνα που τρεμοπαίζει - σημάδι χαμηλής τάσης ή κρατικής εγκατάλειψης. Στο λερό, πλακόστρωτο πεζούλι ένα παραμορφωμένο αποτσίγαρο που λίγο πριν είχε ξεγελάσει μια ακατανίκητη αίσθηση στέρησης. Προς το παρόν πάντα…

‘Σήμερα θα έρθει’, σιγοψιθύρισε στρέφοντας το βλέμμα του στον μικρό νερόλακκο που έσπαγε τη μονοτονία της ασφάλτου μερικά μέτρα παραπέρα. Στις μεγάλες οδούς η άσφαλτος είναι βαρετή. Σε σοκάκια σαν κι αυτό ποτέ. Πάντα θα υπάρχει κάποια ανωμαλία που κερδίζει το μάτι, που βοηθά τη διατήρηση της επαφής με την πραγματικότητα. Ο νερόλακκος αυτός ήταν για Εκείνον αυτό το βάρβαρο τσίμπημα που διαχωρίζει την αίσθηση από την παραίσθηση. Το νερό έχει ευεργετικές ικανότητες. Ακόμα κι όταν είναι μιασμένο… Ακόμα κι όταν αποτελεί μια σταγόνα σε ωκεανό από πίσσα και τσιμέντο…

Έκανε μερικά βήματα . Σταμάτησε ακριβώς πάνω από το νερόλακκο - αν και η ορολογία νερόλακκος είναι μάλλον κολακευτική για αυτό το πλημμυρισμένο από παχύρευστο μίγμα νερού, λάσπης και άλλων ακαθόριστων ουσιών βαθούλωμα. Προσπάθησε μέσα από τη θολούρα να διακρίνει το είδωλό του. Δεν του άρεσε αυτό που είδε... Πώς θα εμφανιστεί έτσι αν έρθει? Με τη μύτη του παπουτσιού του χάλασε την ισορροπία του νερού, προσπαθώντας να καταστρέψει αυτό που απεικόνιζε. Γρήγορα όμως όλα έγιναν όπως πριν. Το νερό επιστρέφει πάντα στην αρχική του μορφή. Τα είδωλα?


Ξαναγύρισε γρήγορα στον ομφάλιο λώρο του, στην κολόνα που στήριζε την προσμονή του. Τίποτα δεν είχε αλλάξει και εκεί. Λογικό. Κανένας άνεμος αλλιώτικος δεν χτύπησε την πόρτα στο διάστημα που έλλειψε. Ούτε εκείνο το δυνατό άρωμα γιασεμιού, που ταλάνιζε την όσφρησή του κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια , πέρασε να πει ένα γεια. Τα αρώματα δεν έχουνε φωνή, μα ορισμένα από αυτά μπορούν να βουλώσουν τα αυτιά σου με τη δύναμή τους. Αλλά κανένα από τα αρώματα που πλανιόνταν στον αέρα εκείνη τη στιγμή δεν είχε αυτή την ιδιότητα. Και σίγουρα όχι εκείνο που έβγαινε από τον κάδο απορριμμάτων που έστεκε περήφανος 20- 25 πόδια δεξιά. Περήφανος μα γερασμένος, παραμελημένος κι αυτός σαν την ηλεκτρική κολώνα που κρατούσε συντροφιά σε Εκείνον.


Η ώρα περνούσε και δε συνέβαινε τίποτα. Ούτε η κολώνα άρχισε να εκπέμπει εκτυφλωτικό, άσπιλο φως που πολλές θρησκευτικές και παραθρησκευτικές οργανώσεις θα αποκαλούσαν θείο, ούτε ο νερόλακκος ξαφνικά θέριεψε και σήκωσε παλλιροϊκό κύμα που σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του, ούτε ο κάδος σηκώθηκε στα δύο και άρχισε να καταβροχθίζει ότι έβρισκε μπροστά του, ανθρώπινο ή τεχνητό. Τίποτα έξω από τα συνηθισμένα δε συνέβαινε...και σίγουρα όχι εκείνο που περίμενε πιο πολύ από οτιδήποτε... Γιατί αν ερχόταν Εκείνη τίποτα δε θα είχε σημασία! Ούτε η κολώνα που εκπέμπει το φως το αληθινό, ούτε ο νερόλλακος με τάσεις φυσικής καταστροφής, ούτε ο βγαλμένος από φτηνή ταινία τρόμου κάδος απορριμάτων! Το μόνο που θα σήμαινε κάτι, είναι ότι ήρθε Εκείνη , ότι έφερε μαζί της το καθαρό νερό με τις ευεργετικές του ικανότητες, ότι έλουσε τον αέρα με το άρωμα που κάνει τις 5 αισθήσεις μία, ότι δίπλωσε σαν χαρτί τη μια άκρη του κόσμου με την άλλη, ότι 'μέρωσε κάθε εστία ταραχής που τσουρούφλιζε αυτό που οι στοχαστές καλούνε ύπαρξη...


‘Δεν ήρθε ούτε απόψε’, σιγοψιθύρισε κοιτώντας το ρολόι , δίχως να κάνει εμφανή την εσωτερική γροθιά που δέχτηκε στο στομάχι ,αυτή που έστειλε μήνυμα στα νευρικά του κύτταρα με την κατεπείγουσα εντολή πόνος. Στράφηκε τώρα στον ταλαιπωρημένο τοίχο που έμενε ασάλευτος ένα μέτρο πίσω από την κολόνα. Τόση ώρα στο σοκάκι και δεν του είχε ρίξει ούτε ένα βλέφαρο. Τώρα όμως, λίγο πριν αναχωρήσει για κάπου που κανείς δεν τον περιμένει, τον είχε ανάγκη. Ένωσε προσεκτικά την παλάμη του με τον τοίχο και πήρε μια μικρή γεύση από την πυράδα που μόνο δυο κορμιά ιδρωμένα μπορούν να εκπέμψουν. Τράβηξε απότομα το χέρι του, φοβούμενος το έγκαυμα που ακολουθεί την αίσθηση του πολύ ζεστού. Έκλεισε λίγο τα μάτια και φαντάστηκε τον τοίχο να ξεχειλίζει από ζωντάνια και πόθο…και τους πρόσκαιρους ενοικιαστές του να μη δίνουν σημασία στον περαστικό που κούνησε το κεφάλι με αποστροφή.. Άνοιξε τα μάτια και είδε μόνο τον τοίχο. Που πήγε το υπόλοιπο κομμάτι του ντεκόρ?


Απομακρύνθηκε σκεπτικός, αφήνοντας το σοκάκι πίσω του. Αύριο πάλι…Ίδια ώρα, ίδιο μέρος, ίδια μέρα…Μοναδικός επιβάτης μιας πτήσης που αναβάλλεται διαρκώς εδώ και πολύ καιρό…ίσως και να έχει ακυρωθεί, αλλά ποιος μπορεί να του το πει σε μία αίθουσα αναμονής που δε διαθέτει ούτε τα βασικά κομφόρ? Το πείσμα του να πετάξει είναι ισχυρό, η φυσική ροή των πραγμάτων όμως ισχυρότερη… Στις αίθουσες αναμονής ο χρόνος κυλαέι πιο αργά. Είναι άραγε η αναμονή το ελιξίριο της ζωής? Όχι… όχι όταν κάθε φορά που ο λεπτοδείκτης ψηλαφίζει το νούμερο 12 δημιουργείται μια οδυνηρή ασυνέχεια στους πόρους του δέρματος. Αύριο πάλι… Η κολόνα θα είναι εκεί…και ο νερόλακκος…και ο κάδος…και ο τοίχος…και Εκείνος

Εκείνη?......







Του Γιάννη Βασιλείου




















Δεν υπάρχουν σχόλια: