Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Η στιγμιαία συννεφιά ενός ακάθαρτου μυαλού #8



  Μπαλόνια



Όταν ακούς για μπαλόνια, τι σου έρχεται στο μυαλό; Πάρτι. Λούνα παρκ. Μαλλί της Γριάς. Παιδική Ηλικία. Το Κόκκινο Μπαλόνι. Up. Ο Γύρος του Κόσμου σε 80 ημέρες – ας είμαστε σοβαροί, το αερόστατο είναι ουσιαστικά ένα πολύ μεγάλο μπαλόνι, αλλά με καλό δημοσιοσχετίστα- . Το μπαλόνι μόνο ευχάριστους συνειρμούς μπορεί να προκαλέσει. Για πόσα πράγματα μπορείς να το πεις αυτό;


Αν πρέπει να προσδιορίσεις την χρησιμότητα ή την σκοπιμότητα του, θα πέσεις σε τοίχο. Δεν υπάρχουν κανόνες για να παίξεις μαζί του, δεν υπάρχει κάποιος στόχος που να πρέπει να πετύχεις στο τέλος, δεν κάνει τίποτα βασικά πέρα από το να σου δίνει την αίσθηση ανά στιγμές, ότι κινείται μόνο του. Δες όμως ένα παιδί να παίζει με ένα τέτοιο. Μια «κενή περιεχομένου» δραστηριότητα που προξενεί τόση χαρά, μόνο κενή δεν μπορεί να είναι. Κι έπειτα δες το ίδιο παιδί να κοιτάζει το μπαλόνι, που λίγο πριν του έδινε τόση χαρά, να φεύγει στον ουρανό και να χάνεται για πάντα. Μπορείς να φανταστείς πιο θλιμμένο θέαμα; Είναι, πιθανότατα, η πρώτη του επαφή με την απώλεια. Κατά κάποιο τρόπο το μπαλόνι, όσο πομπώδες και μεγαλόστομο κι αν ακουστεί, σου δίνει ένα μάθημα ζωής. Το έχεις μαζί σου για κάποιο διάστημα, σε κάνει χαρούμενο, χωρίς να μπορείς να προσδιορίσεις γιατί, και κάποια στιγμή τελειώνει. Έτσι απλά.

Το ερώτημα είναι παραδοσιακά μπαλόνια ή μπαλόνια με ήλιον; Τα δεύτερα είναι ανοιχτού χώρου, βγαίνουν σε σχήματα παιδικών ηρώων, τους το δίνουμε αυτό, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα δραστήρια, ουσιαστικά θέλουν από σένα μόνο να τα παρελάσεις, άσε που πρέπει να τα κρατάς συνέχεια με το σχοινάκι, αλλιώς την κάνουν για άλλες πολιτείες. Τα πρώτα είναι οικόσιτα, πιο παιχνιδιάρικα, συνήθως επιστρέφουν κι αντέχουν λίγο περισσότερο στην κακοποίηση, που αναπόφευκτα θα υποστούν. Για μένα δεν τίθεται δίλημμα, προτιμάς τα πρώτα, αν και ιδανικό θα ήταν να έχεις κάποιον να σου τα φουσκώνει.


Που ήθελα να καταλήξω με όλα αυτά; Έλα ντε. Α, βέβαια. Πρέπει κάποια στιγμή να απενοχοποιηθεί η εικόνα ενός ενήλικα που παίζει με μπαλόνια. Κι εσύ που τώρα κοροϊδεύεις και σκέφτεσαι ότι παιδιαρίζω, να πιάνεις μπαλόνια στο χέρι και να σου τα σπάνε με οδοντογλυφίδες ρε. Άντε μπράβο.




Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

O ΚΥΡΙΟΣ Β., ΣΧΕΔΟΝ ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ






Ξύπνησε στις 07.51. Στον δρόμο για το μπάνιο ίσιωσε το κάδρο με το εξώφυλλο του «Wish you Were Here», που είχε το κακό συνήθειο να στραβώνει. Βούρτσισε τα δόντια του αριστερόστροφα, ξέπλυνε και έφτυσε τρεις φορές. Άπλωσε τα ρούχα του στο κρεβάτι και τα φόρεσε ένα προς ένα. Χτένισε το μαλλί του, κατευθύνθηκε προς την έξοδο και κοντοστάθηκε, για να κοιτάξει την δισκοθήκη του. Μουσικόφιλος περιωπής,  είχε μια βιβλιοθήκη γεμάτη δίσκους, που είχε συλλέξει με τα χρόνια, αρχειοθετημένους όχι ανά είδος – δεν πίστευε στην κατανομή ανά είδος, άλλωστε σε ποιο είδος κατατάσσεις το «Mamouna» του Bryan Ferry; -, αλλά αλφαβητικά. Την καμάρωσε για μερικά δευτερόλεπτα, έπειτα άνοιξε την εξώπορτα και έφυγε.

Έδωσε μισό ευρώ στην ζητιάνα του απέναντι πεζοδρομίου, αγόρασε ένα αχνιστό κρουασάν βουτύρου, που θα είχε κρυώσει προτού φτάσει στο γραφείο για να το καταναλώσει,  χαιρέτησε από μακριά τον ψιλικατζή και κατευθύνθηκε προς το μετρό. Εδώ και δύο περίπου χρόνια ο κύριος Β., ένας απλός υπάλληλος υπουργείου, ακολουθούσε το ίδιο τελετουργικό. Το μόνο που είχε αλλάξει στο περιβάλλον που πλαισίωνε την καθημερινή του ρουτίνα, ήταν το κορίτσι που μοίραζε φυλλάδια στην είσοδο του Μετρό τις Παρασκευές. Πατημένα τριάντα, όπως κι εκείνος, μελαχρινή με αφέλειες, σαρκώδη χείλη κι ένα χαμόγελο από εκείνα που πλάστηκαν, θαρρείς, μόνο για να ομορφαίνουν τις άσχημες μέρες των υπολοίπων. Για ακόμα μια Παρασκευή της χαμογέλασε και για ακόμα μία Παρασκευή πήρε ένα φυλλάδιο ενημερωτικό μιας υπηρεσίας, που δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ, το δίπλωσε και το έβαλε μέσα στον χαρτοφύλακα του, για να κάνει παρέα στα υπόλοιπα. Λίγο πριν φτάσει στα εκδοτήρια, σταμάτησε.  Ήταν έτοιμος. Έκανε απότομη μεταβολή, ανέβηκε τις σκάλες και της μίλησε. Της ζήτησε να βγει μαζί του. Προς έκπληξη του, του χάρισε ένα χαμόγελο ακόμα γλυκύτερο από το συνηθισμένο της – αν μπορούσε ποτέ να υπάρξει κάτι τέτοιο-, και του απάντησε ότι μπορεί να την συναντήσει εκεί στις 5, που τελειώνει.


Πιο γρήγορη μέρα στην δουλειά δεν πέρασε ποτέ του. Τελείωσε στις 4.20, έσπευσε στο Μετρό, κατέβηκε τέσσερις στάσεις πριν την δική του και περπάτησε, έτσι ώστε να είναι εκεί ακριβώς στις 5. Ούτε ένα λεπτό λιγότερο, ούτε ένα λεπτό περισσότερο. Κι έτσι έγινε. Και την πήρε από το χέρι, για να της δείξει όσα αγαπά. Ξεκινώντας με κατεύθυνση το αγαπημένο του εστιατόριο, της έδειξε το δισκοπωλείο, που εμπλούτιζε την δισκοθήκη του. Με μεγάλη του χαρά έμαθε πως είχε κι εκείνη συλλογή από βινύλια. Μπήκαν μέσα κι αποφάσισαν να κάνουν δώρο ο ένας στον άλλο. Εκείνη διάλεξε για αυτόν το «Tattoo You» των Stones, τον αγαπημένο της δίσκο. Αυτός, μετά από σύντομη κουβέντα για τα ακούσματα της, της αγόρασε το «Drag», τον δίσκο της K.D. Lang, που μιλά για τον καπνό και για τον έρωτα, αλλά όχι απαραίτητα με αυτή την σειρά. Φάνηκε να χαίρεται με αυτή του την επιλογή.

Της έδειξε το καφέ που συναντούσε τον παιδικό του φίλο τις Κυριακές, να συζητήσουν για ποδόσφαιρο, για τις γυναίκες και βέβαια για μουσική -για πολύ μουσική-, της έδειξε το σινεμά που τροφοδοτούσε τις Δευτέρες του με όνειρα και εφιάλτες, της έδειξε το κουρείο, όπου έκλεινε ραντεβού κάθε τέταρτο Σάββατο του μήνα, της έδειξε ακόμα και το ραφτάδικο, όπου στένευε τα παντελόνια, που αγόραζε κάθε εξάμηνο. Κι έπειτα έφτασαν στο εστιατόριο.


Ούτε που θυμάται τί έφαγε κι ούτε που τον ένοιαζε. Μιλούσαν ατέλειωτες ώρες. Είπε καθένας την ιστορία του, μίλησαν για όσα αγαπούσαν και γέλασαν. Γέλασαν πολύ. Αν το χαμόγελο της ήταν μια εικόνα του κήπου της Εδέμ, το γέλιο της ήταν για τον κύριο Β. τα κλειδιά για να περάσει μέσα. Ήταν φορές που δεν μπορούσε να σταματήσει να γελά. Τα περισσότερα κορίτσια γελούν με συστολή, ειδικά όταν γνωρίζουν κάποιον πρώτη φορά, (κατα)πιεσμένες ίσως από μια γελοία κοινωνική σύμβαση, που θέλει το ακράτητο γέλιο να μην ανήκει στις αρετές του ωραίου φύλου. Εκείνη όμως γελούσε και δεν ένιωθε την ανάγκη να σταματήσει.

Σα να μην έφτανε αυτό, ο κύριος Β. έπιασε τον εαυτό του να νιώθει άνετα μαζί της. Πιο άνετα από ότι ένιωσε ποτέ του σε αντίστοιχη περίσταση. Δεν ένιωσε την ανάγκη να «παίξει» τον γόη, δεν ένιωσε την ανάγκη να φιλτράρει, οτιδήποτε μπορεί να τρόμαζε σε ένα πρώτο ραντεβού. Ήταν εκείνος. Αυτός ο σφιγμένος άνθρωπος, που προγραμμάτιζε τα πάντα, που κλείδωνε τα συναισθήματα του, που ποτέ του δεν μιλούσε για εκείνο που συνέβαινε μέσα του, ένιωθε ξαφνικά ελεύθερος να το κάνει. Κι αυτό έκανε. Ο κύριος Β. ήξερε τότε πως κάτι όμορφο θα συνέβαινε ανάμεσα τους. Και στον τρόπο που τον κοίταζε εκείνη, έβρισκε την επιβεβαίωση αυτής της υπόσχεσης. Πλήρωσε τον λογαριασμό, έφυγαν και στον δρόμο για το σπίτι του δεν σταματούσαν να σφιχταγκαλιάζονται και να φιλιούνται. Κι έπειτα της άνοιξε την πόρτα στον ιδιωτικό του κόσμο.


Μην χαμογελάς πονηρά και μην είσαι περίεργος. Λεπτομέρειες για το τι συνέβη το υπόλοιπο βράδυ, από μένα δεν θα μάθεις. Σεβάσου την ιδιωτικότητα των εραστών.


Το πρωί ο κύριος Β. ξύπνησε με εκείνη στην αγκαλιά του. Της έκανε πρωινό, της έδωσε το τηλέφωνο του κι εκείνη τον αποχαιρέτησε, χαρίζοντας του με μεγαλοπρεπή γενναιοδωρία ένα φιλί κι ακόμα ένα από τα χαμόγελα της. Στιγμιαία του φάνηκε πως κάτι διαφορετικό υπήρχε στο βλέμμα του ανθρώπου με τον οποίο ξύπνησε σε σχέση με το βλέμμα εκείνου με τον οποίο κοιμήθηκε, μα δεν έδωσε περισσότερη σημασία, ιδέα του ήταν.
Πιο ευτυχισμένο Σάββατο δεν πέρασε ποτέ του. Ήταν σαν να είχε βρει την απάντηση σε μια ερώτηση που είχε ξεχάσει από καιρό. Έκανε ένα σωρό δουλειές στο σπίτι που ανέβαλε από καιρό, ενώ το «Songs for Swingin’ Lovers» του Sinatra έλιωνε στο πικάπ. Έριχνε που και που κλεφτές ματιές στο τηλέφωνο, ήξερε όμως πως ακόμα ήταν νωρίς.


Κι έπειτα ήρθε η Κυριακή. Κι ακολούθησε η Δευτέρα. Και μετά η Τρίτη, η Τετάρτη και η Πέμπτη. Δεν κοιμήθηκε το βράδυ της Πέμπτης από την λαχτάρα του να έρθει το πρωί της Παρασκευής, ώστε να σπεύσει στο Μετρό για να την ξαναδεί. Κι όντως ήρθε η Παρασκευή. Αλλά δεν την ξαναείδε. Την θέση της είχε καταλάβει η κολώνα με τα ενοικιαστήρια, που δεν θα μπορούσε ποτέ να του χαμογελάσει, κι αν ακόμα το έκανε, σίγουρα δεν θα το έκανε όπως εκείνη.

Η προσμονή από την εμμονή έχουν μόνο ένα πρόθεμα διαφορά. Κι ο κύριος Β. μέρα με τη μέρα κάλυπτε αυτή την διαφορά. Ο κόσμος γύρω του συρρικνώθηκε από ένα απέραντο σύμπαν, όπου θεωρητικά τα πάντα θα μπορούσαν να συμβούν, σε ένα τηλέφωνο, που δεν χτυπούσε ποτέ. Το μόνο που σκεφτόταν είναι τί μπορεί να πήγε στραβά. Αν ερμήνευσε λάθος τα σημάδια. Του εκμυστηρεύτηκε, πως έλεγε συνέχεια το σωστό πράγμα την σωστή στιγμή, του είπε πως φαίνεται να μοιάζουν πολύ σαν χαρακτήρες και πόσο ωραία περνάει μαζί του, τον κοιτούσε στα μάτια με λαχτάρα, του έκανε την τιμή να του χαμογελά, αναζητούσε την αγκαλιά του όλο το βράδυ, που περάσανε μαζί. Ο κύριος Β. δεν μπορούσε να καταλάβει. Και είχε την ανάγκη να καταλάβει. Περισσότερο όμως είχε την ανάγκη να την ξαναδεί. Έρχεται μια φορά στο τόσο στην ζωή ενός άντρα μία, που του υπενθυμίζει πως είναι ένας. Και του θυμίζει παράλληλα πόσο μόνος είναι, γιατί δεν θέλει πια να είναι απλά ένας, θέλει να είναι μαζί της. Και για τον κύριο Β. εκείνη, το κορίτσι με τις αφέλειες, ήταν μια τέτοια. Υπάρχει τελικά και κάτι χειρότερο από το όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Είναι το όνειρο που σε άφησε να το αγγίξεις φευγαλέα με τα ακροδάχτυλα σου, προτού χαθεί σαδιστικά μια και καλή. Κι αν αυτό το βρίσκεις μεγαλόστομο ή μελοδραματικό, έλα να το συζητήσουμε ξανά, αν (ή όταν) βρεθείς στην θέση του κυρίου Β.



Περνούσε ο καιρός, με τον χρόνο να διαστέλλεται. Σταμάτησαν να ακούγονται μουσικές στο διαμέρισμα του. Μόνη μουσική, που λαχταρούσε να ακούσει, ήταν ο χτύπος του τηλεφώνου. Κάθε πρωί ξυπνούσε και άνθιζε μέσα του η ελπίδα πως θα τον ακούσει, για να μαραθεί μέχρι την ώρα που θα έκλεινε τα μάτια του το βράδυ. Και η συλλογή του από δίσκους, το καμάρι του, αυτό που ένιωθε δικό του περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το μεγαλύτερο κατόρθωμα της ζωής του, είχε γίνει πια για αυτόν μια σειρά από αντικείμενα, που έπιαναν χώρο και είχε κατά καιρούς ακριβοπληρώσει. Αποφάσισε να την ξεφορτωθεί. Τηλεφώνησε μια μέρα σε έναν συλλέκτη, του περιέγραψε την συλλογή, του έκανε μια προσφορά και έκλεισαν ραντεβού μετά τις γιορτές στο σπίτι του, για να κάνει την αυτοψία και μια συνολική εκτίμηση.

Ο Δεκέμβρης έφτανε στο τέλος του. Παντού λαμπιόνια, παντού χαμόγελα και μουσικές χαρμόσυνες, που άλλοτε του προκαλούσαν ευφορία - ναι, ακόμα και το επάρατο «Last Christmas»- , μα τώρα δεν έφταναν στα αυτιά του κυρίου Β. Θα χιόνιζε τα φετινά Χριστούγεννα. 

Παραμονή Χριστουγέννων σηκώθηκε στις 07.51. Στο δρόμο για το μπάνιο δεν ίσιωσε το κάδρο με το εξώφυλλο του «Wish you Were Here», που είχε το κακό συνήθειο να στραβώνει. Βούρτσισε τα δόντια του άτσαλα κι έφτυσε μια φορά. Φόρεσε τα ρούχα του όπως όπως, δεν χτένισε το μαλλί του και δεν έριξε ούτε μια ματιά στην δισκοθήκη του φεύγοντας. Έδωσε μισό ευρώ στην ζητιάνα του απέναντι πεζοδρομίου κι εκείνη, αφού τον ευχαρίστησε, του είπε πως είναι ο μόνος που της δίνει χρήματα κάθε μέρα κι ότι εύχεται ο Θεός να τον έχει καλά. Η ζητιάνα, που δεν του είχε πει ποτέ ούτε ένα ευχαριστώ, ξαφνικά όχι μόνο τον φιλοδώρησε με ένα τέτοιο, αλλά ευχόταν να τον έχει καλά μια ανώτερη δύναμη, στην οποία ο ίδιος είχε πάψει να πιστεύει πριν καλά καλά γεμίσει τρίχες το πρόσωπο του. Το περιστατικό τον παραξένεψε λίγο.

Στο υπουργείο η συνάδελφος του στο διπλανό γραφείο, με την οποία μόνο τυπικότητες αντάλλαζαν, άρχισε στα καλά καθούμενα να του μιλά για την σχέση της και ζήτησε την συμβουλή του. Η προϊσταμένη του, μια στρυφνή γυναίκα, που θα ΄λεγες πως ουδεμία σχέση με τα ανθρώπινα έχει, τον κάλεσε στο γραφείο της για να του ευχηθεί καλές γιορτές και βρέθηκε να του λέει πως χάλασε ο γάμος της και να βουρκώνει. Τον πήρε τηλέφωνο ακόμα και η πρώην σύζυγος του – ο κύριος Β. είχε παντρευτεί κάποτε- δακρυσμένη, για να μοιραστεί μαζί του μια ερωτική της απογοήτευση. Κάτι σουρεαλιστικό συνέβαινε αυτή την μέρα, ο κύριος Β. ήταν πια βέβαιος. Μήπως επρόκειτο να καταστεί πρωταγωνιστής ενός ντικενσιανού παράδοξου, σαν εκείνο που βελτίωσε την ζωή του Εμπενίζερ Σκρούτζ; Μήπως η ζωή αντέγραφε την τέχνη και το σύμπαν ήθελε να του δείξει κάτι, όπως σε εκείνη την παλιά ταινία με τον Τζεϊμς Στιούαρτ, όπου λίγο πριν αυτοκτονήσει, κατεβαίνει ένας άγγελος  για να του δείξει πόσο χειρότερη θα ήταν η ζωή των υπολοίπων, αν δεν είχε ζήσει ποτέ του;


Ο κύριος Β. ήταν πια πεπεισμένος. Για πρώτη φορά μετά από πολλές, ατελείωτες εβδομάδες χαμογέλασε και τα μάτια του άστραψαν. Το θαύμα των Χριστουγέννων επρόκειτο να συμβεί. Πώς μπορούσε να μην συμβεί άλλωστε, όλα τα σημάδια έδειχναν προς αυτή την κατεύθυνση. Στις τρεις το μεσημέρι έφτασε στο σπίτι του, κάθισε στον καναπέ και τοποθέτησε το τηλέφωνο απέναντι του. Δεν το κοιτούσε με απόγνωση, αλλά με αισιοδοξία. Θα συνέβαινε, ναι. Θα φρόντιζαν τα Χριστούγεννα για αυτό. Το θαύμα ήταν κοντά, μπορούσε να νιώσει την καυτή, λυτρωτική του ανάσα.

Το βλέμμα του έπαιζε ανάμεσα στο τηλέφωνο και στο ρολόι του τοίχου. Περνούσε η ώρα και δεν συνέβαινε τίποτα. Σκέφτηκε μήπως το θαύμα είχε μπλέξει στην κίνηση. Παραμονή Χριστουγέννων ήταν άλλωστε, όλος ο κόσμος είναι στους δρόμους για τις εορταστικές αγορές. Ναι, αυτό συμβαίνει. Δεν τον παίρνει τηλέφωνο, γιατί έχει βγει για να του αγοράσει ένα μάλλινο κασκόλ. Και μόλις γυρίσει σπίτι θα τον πάρει, θα του δώσει εξηγήσεις, θα του εξομολογηθεί, πως ήθελε αρκετές φορές να τηλεφωνήσει, αλλά ντράπηκε, επειδή είχε περάσει καιρός, και θα κλείσει καλώντας τον να πάει από εκεί, να τους βρουν τα Χριστούγεννα σφιχταγκαλιασμένους. Σίγουρα είναι αυτό. Βέβαια.
 
Περνούσε η ώρα, μα το τηλέφωνο δεν κουδούνιζε. Και την σιγουριά άρχισε να διαδέχεται η αμφιβολία. Εκπρόθεσμο το θαύμα δεν ήταν ακόμα, αλλά σίγουρα είχε καθυστερήσει δραματικά κι αυτό καθόλου δεν άρεσε στον κύριο Β. 
Τηλέφωνο, ρολόι. Ρολόι, τηλέφωνο. Τίποτα δεν ερχόταν για να χαλάσει αυτό το βασανιστικό τελετουργικό και να λυτρώσει το βάσανο του κυρίου Β.


Είχε πάει πια δώδεκα παρά δέκα. Ο Κύριος Β. σηκώθηκε από τον καναπέ και κινήθηκε προς την βιβλιοθήκη. Ξεφύσηξε. Το χέρι του κατευθύνθηκε στο «B». Tράβηξε το «Chet Baker Sings and Plays», έβγαλε τον δίσκο από την θήκη και τον τοποθέτησε προσεκτικά στο πικάπ. Στις πρώτες νότες άρχισε να συμβαίνει κάτι μαγικό. Εικόνες από παλιά ξεχύθηκαν στο διαμέρισμα του κι άρχισαν να χοροπηδούν. Είδε τον εαυτό του μικροσκοπικό, να ανακαλύπτει το σινεμά στο πλευρό της μαμάς του, παρακολουθώντας τον Φιλίπ Νουαρέ να παλεύει με μια μπομπίνα. Είδε τα πόδια του να τρέμουν στο πρώτο του φιλί σε εκείνη την ημιφωτισμένη καφετέρια. Είδε όλη την παρέα σε ένα αυτοκίνητο στην Εθνική να τραγουδούν μαζί ένα σαχλό ποπ τραγούδι της εποχής, που καθόλου σαχλό δεν έκανε αυτό που συνέβαινε. Είδε την νοσοκόμα να αλλάζει τον ορό στο νοσοκομείο. Είδε τον Γούντι να δίνει συμβουλές στον Τορτούρο σε ένα νησιώτικο θερινό σινεμά. Είδε πολλά ακόμα. Είδε κι εκείνη να του χαμογελά. Ήταν λες και όλα τα «φαντάσματα» των Χριστουγέννων που πέρασαν, έπιασαν το «φάντασμα» των φετινών από το χέρι και χόρευαν γύρω του. Ο κύριος Β. ξέσπασε σε λυγμούς. Το κλάμα που είχε συσσωρευτεί στον οργανισμό του όλα τα περασμένα χρόνια, βρήκε, φαίνεται, μια χαραμάδα κι αποφάσισε να ξεχυθεί στον έξω κόσμο.


Σκούπισε τα δάκρυα του και κατευθύνθηκε προς το τηλέφωνο. Απενεργοποίησε την συσκευή. Θα άκουγε Chet για τις επόμενες δύο ώρες. Δεν θα πωλούσε την συλλογή του.





Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

Chevalier (2015)





Το κοινό μοτίβο στις ταινίες του ελληνικού weird wave, όπως το βάφτισαν οι θεωρητικοί, είναι εκείνο της αναπαράστασης. Οι ήρωες αναπαριστούν μια πραγματική κατάσταση, τα δρώμενα αντανακλούν την πραγματικότητα, χωρίς όμως να την αναπαράγουν ρεαλιστικά, ακόμα και οι ερμηνείες των ηθοποιών κατά κάποιον τρόπο παραπέμπουν σε αναπαράσταση ερμηνείας. Το «Chevalier», που φέρει κι αυτό την σεναριακή υπογραφή του Ευθύμη Φιλίππου («Κυνόδοντας», «The Lobster» μεταξύ άλλων), δεν ξεφεύγει από τον κανόνα. Έξι άντρες πηγαίνουν διακοπές σε ένα γιοτ κι εκεί ξεκινούν να παίζουν ένα ιδιόρρυθμο παιχνίδι, που φέρει το όνομα chevalier, μέσα από το οποίο θα προκύψει ο καλύτερος όλων τους σε όλα τα επίπεδα.

Πρόκειται ουσιαστικά για μια “αναπαράσταση” του (εντυπωμένου στο χρωμόσωμα μας) αρσενικού ανταγωνισμού, σουρεαλιστικά διατυπωμένη και εύστοχη στην κριτική της, που αναπτύσσει μέσα από σειρά κωμικών επεισοδίων τα διαφορετικά του στάδια.  Από υγιής, με κίνητρο την χαρά του παιχνιδιού, μπορεί να γίνει εθιστικός, όταν το άτομο δυσκολεύεται να κάνει δίχως την αδρεναλίνη, που τον συνοδεύει, και τελικά εμμονικός, όταν στόχος είναι η (πάση θυσία) καταξίωση, που συνεπάγεται η πρωτιά, και κατ΄ επέκταση η κυριαρχία έναντι των υπολοίπων αρσενικών. Ανθυγιεινό, άσχημο αλλά και ανθρώπινο. 

Όσο η Τσαγγάρη μένει σ’αυτό  πετυχαίνει διάνα, κατά διαστήματα προσπαθεί να εντάξει με το στανιό κι ένα ταξικό σχόλιο στο μείγμα, ενώ δεν φαίνεται να έχει τελειοποιήσει (ακόμα) την τέχνη της στην κωμωδία, κυρίως στην αντίληψη του (αμιγώς) κινηματογραφικού γκαγκ και στο πως το μοντάζ μπορεί να εξυπηρετήσει ή/και να γεννήσει ένα τέτοιο. Μολαταύτα το «Chevalier» έχει πλάκα, είναι αδιαμφισβήτητα η πιο αστεία ταινία του καλλιτεχνικού ρεύματος που εκπροσωπεί, γεγονός, που πρέπει να πιστωθεί σε μεγάλο βαθμό στο ερμηνευτικό του επιτελείο. Προϊόν ιδιοφυούς casting, αποτελείται από ετερόκλητα ονόματα, προερχόμενα από διαφορετικούς χώρους, και ζωντανεύει έξοχα τις ατάκες του Φιλίππου, ενώ συνδράμει εξωκινηματογραφικά στη μετάδοση των ιδεών του έργου. Πέραν των έξι πρωταγωνιστών, οφείλουμε μια ειδική μνεία στον Γιάννη Δρακόπουλο, που υποδύεται τον καμαρότο στο φιλμ. Πρόκειται για ηθοποιό με στόφα μεγάλου κωμικού και φυσιογνωμία, που προκαλεί ευφορία. Eιλικρινά, αξίζει μια επαναληπτική προβολή του «Chevalier» απλά και μόνο για να παρακολουθείς τις αντιδράσεις του στις ενέργειες των υπολοίπων χαρακτήρων, όποτε εμφανίζεται μαζί με εκείνους μέσα στο κάδρο.




Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Marguerite (2015)






Δεν γίνεται να μιλήσουμε για το «Marguerite», χωρίς να αναφερθούμε στο «Ed Wood» του Tim Burton. Αφενός γιατί είναι ωραίο να αναφερόμαστε στο «Ed Wood» σε κάθε ευκαιρία, είναι μια εξαιρετική ταινία του Burton, που δυστυχώς έχει δει μόνο το ¼ εκείνων, που πίνουν τον καφέ τους από κούπες με στάμπα τα πλασματάκια του «Χριστουγεννιάτικου Εφιάλτη». Αφετέρου επειδή αμφότερες μιλούν για δύο καλλιτέχνες, που κάθε άλλο παρά διαπρέπουν στην τέχνη τους.

 Στην σημαντικότερη σκηνή της ταινίας ο Ed Wood συναντά τον Orson Welles. Και οι δύο μοιράζονται τον ίδιο ζήλο, την εργατικότητα, το πάθος για την τέχνη που υπηρετούν. Τι είναι αυτό όμως που κάνει τον έναν τους να γυρίζει κακές ταινίες και τον άλλο εμβληματικές; Τί τους χωρίζει;  Το ταλέντο. Έτσι απλά. Που δεν κληρονομείται, δεν αποκτάται με σκληρή δουλειά – καλλιεργείται όμως μέσω αυτής, αλλιώς μένει στάσιμο-, δεν εξηγείται. Για να είναι κανείς ταλαντούχος, πρέπει απλά να γεννηθεί τέτοιος, έλεγε ο Τσέχοφ. Μάλλον το έλεγε ο Τσέχοφ δηλαδή, γιατί ταλέντο στην απομνημόνευση γνωμικών και της πηγής τους δεν έχω. Συνεπώς μπορεί να το είπε και ο Τάσος Λειβαδίτης. 

O Εd Wood κάνει σινεμά, παρά την παντελή απουσία σκηνοθετικού ταλέντου, υποκινούμενος από το πάθος του γι’ αυτό. Η Marguerite Dumont όμως, μας λέει (και μας ξαναλέει) ο Xavier Giannoli, παλεύει να καθιερωθεί ως υψίφωνος, μολονότι η φωνή της ηχεί πιότερο σαν το κρώξιμο των παγωνιών που συντηρεί στην έπαυλή της, όχι για να τιμήσει την τέχνη της μουσικής, αλλά για να την προσέξει ο σύζυγός της. Το ενδοσυζυγικό δράμα ενδεχομένως θα λειτουργούσε, αν ο Giannoli εστίαζε εκεί. Θέλει όμως να κάνει και μια σάτιρα ηθών, θέλει να ανοίξει συζήτηση για την οριοθέτηση της τέχνης, θέλει να μιλήσει και για τις ευεργετικές ιδιότητες του παραμυθιού και φιλοδοξεί, κάπως καθυστερημένα, να μας κάνει να αναθεωρήσουμε όσα έχουμε δει και να τα επανεξετάσουμε υπό το πρίσμα μια τραγικής ιστορίας, σαν εκείνες που εκτυλίσσονται στο σανίδι της όπερας.


Τίποτε από τα παραπάνω δεν πετυχαίνει κι εκείνο που μένει τελικά είναι μια κομεντί εποχής, απευθυνόμενη σε κοινό μεγαλύτερης ηλικίας, που έχει τις στιγμές της, διαθέτει και μια πρωταγωνίστρια που ενδύεται πειστικά την αυταπάτη της ηρωίδας της, δεν διακρίνεται όμως για την οικονομία της - ένας αμερικάνος δημιουργός θα την έκανε μισή ώρα μικρότερη.  Το ότι το εν λόγω φιλμ βρέθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του 72ου φεστιβάλ Βενετίας,  μαρτυρά την γενικότερη αδυναμία των φετινών επιλογών των προγραμματιστών της Μόστρας.