Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Cinema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Cinema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

The Revenant (2015)





Σχεδόν ένα στα δύο κείμενα, που έχουν γραφτεί, για το Revenant μνημονεύουν τον Malick. Ο κοινός διευθυντής φωτογραφίας – ο Emmanuel Lubezki είναι μόνιμος συνεργάτης του Malick από το «The New World» κι έπειτα- παίζει, ασφαλώς, σημαντικό ρόλο, ωστόσο υπάρχει και κάτι ακόμα που ενώνει τη νέα ταινία του Inarritu με το σινεμά του Malick. Είναι η επίκληση στο θείο. Ενώ όμως ο Malick απευθύνεται στον Θεό, ψάχνοντας να βρει το φως, ο Inarritu τον ρωτά για το σκοτάδι. Έπειτα από κάθε σκηνή ανείπωτης σκληρότητας  ο φακός του στρέφεται στον ουρανό, σα να ρωτά Αυτόν που κατοικεί εκεί, γιατί σιωπά, γιατί μένει απλός παρατηρητής κι επιτρέπει την κτηνωδία να εκτυλίσσεται ατάραχη κι απάντηση δεν βρίσκει άλλη, πλην εκείνη της βεβαιότητας, πως όλα θα κυλήσουν σύμφωνα με το Σχέδιο. Το λες και μοιρολατρικό, η μοιρολατρία άλλωστε είναι αναπόσπαστο στοιχείο της κοσμοθεωρίας του Inarritu. Σε σχέση όμως με το –για μένα επαίσχυντο- «Biutiful» στο «The Revenant» διαφοροποιεί  την στάση του απέναντι στο αναπόφευκτο της Μοίρας. Εκείνο κηρύττει την αποδοχή και βλέπει τον θάνατο σαν λύτρωση από τα δεινά της ζωής , ετούτο προτάσσει την μάχη και τον αγώνα για επιβίωση. Η ανάσα του ήρωα συνεχίζει να ακούγεται, αφού πέσουν οι τίτλοι τέλους, έχει σημασία αυτό.  


Ανθρωποκεντρικό σινεμά όμως δεν το λες, σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η μεταφυσική, η Φύση, στην αισθητή και στην αθέατη μορφή της,  μοιάζει να υπερτερεί των ανθρώπων και για αυτό – για μένα πάλι – η εκδίκηση,  που κινητοποιεί τον ήρωα, μοιάζει να υποχωρεί αρκετά επίπεδα στην κατάταξη των πραγμάτων. Η πνευματικότητα της δημιουργίας υπερβαίνει εκείνα που θα καταχωρούσαν το «The Revenant» αδιαμαρτύρητα και αποκλειστικά στο είδος του γουέστερν – το οποίο πάντως υπηρετεί κάτι (πολύ) παραπάνω από αξιοπρεπώς ο Inarritu – και τo κάνουν συγγενέστερo με ένα σινεμά σαν εκείνο του Malick. Κι αν ο Inarritu μπορούσε να τιθασεύσει λίγο ακόμα την ροπή του προς το σινεμά της μιζέριας , εκείνου που αντλεί ηδονή από την εκμετάλλευση της δυστυχίας και παραδίδεται με ζήλο στην ευκολία του σοκ, θα στεκόταν σαν ίσος προς ίσο απέναντι στον ακριβοθώρητο αμερικανό δημιουργό, παρουσιάζοντας την άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος.



Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

By the Sea (2015)



 
Όσο θέλει τέχνη για να μεταμορφώσεις το τίποτα σε κάτι, άλλο τόσο θέλει για να κάνεις το κάτι τίποτα. Η Angelina Jolie είχε κάτι στα χέρια της με το «By the Sea». Είχε απόλυτη δημιουργική ελευθερία. Είχε τον σύζυγο της εν ζωή πρόθυμο να υποδυθεί τον σύζυγό της στην οθόνη, παρέχοντας της έτσι μια καταπληκτική ευκαιρία, ώστε να εκτεθούν αμφότεροι και να προκύψει μια έξοχη, ειλικρινής φιλμική κατάθεση πάνω στον κοινό βίο. Δεν εννοώ να εκθέσουν αυτούσια την προσωπική τους ζωή, αυτό αφενός θα ήταν εσωστρεφές κι αυτάρεσκο, αφετέρου θα ικανοποιούσε μόνο την κουτσομπολίστικη περιέργεια μερίδας του κοινού. Εννοώ να αντλήσουν υλικό από τις κοινές τους εμπειρίες και, εκμεταλλευόμενοι και την Εικόνα τους, να πλάσουν κάτι, που να αφορά άμεσα κι εσένα κι εμένα, να αναφέρεται σε όσα μοιραζόμαστε. Είχε επίσης τεχνικό επιτελείο πρώτης γραμμής, είχε και τον Gabriel Yared στην μουσική, που όσα απαιτούνται από αυτόν στο φιλμ, τα κάνει στον ύπνο του. Μπορούσε επίσης, εκμεταλλευόμενη το σεναριακό εύρημα του νεαρού ζευγαριού, τις περιπτύξεις του οποίου παρακολουθούν οι ήρωες από την κλειδαρότρυπα, να στοχαστεί πάνω στην τραγική προσπάθεια δύο ανθρώπων να ανασυνθέσουν το παρελθόν, πασχίζοντας να επαναφέρουν μαζί του και την καλύτερη εκδοχή, όσων βιώνουν σε ένα ουδέτερο παρόν.


Αντ΄ αυτού η Jolie κάνει μια μυστικοπαθή ταινία για ένα ζευγάρι, του οποίου η σχέση φαίνεται να έχει θρυμματιστεί από κάποια απροσδιόριστη τραυματική εμπειρία. Χτίζει την ταινία της πάνω στο μυστικό, η αποκάλυψη του οποίου σε έναν ιδανικό κόσμο θα έφερνε την δραματική κορύφωση. Μόνο που όταν αυτή έρχεται και μαθαίνεις τί είναι εκείνο, που τους ταλαιπωρεί, δεν μπορείς παρά να αναφωνήσεις ένα αβίαστο «ε και;» ή ακόμα κι ένα μεγαλοπρεπές «αν είναι δυνατόν».


Εκτιμάς την αφοσίωση του Brad Pitt, που στέκεται συνέχεια στο πλευρό της και φαίνεται να σκάβει βαθιά για να βγάλει εκείνο, που προκύπτει στο πανί. Εκτιμάς και την σινεφιλία του εγχειρήματος, που αισθητικά αναπαράγει επιτυχώς τις κινηματογραφικές αναφορές του. Μόνο που εκείνες είχαν ιδέες στον πυρήνα τους, κι ας έλεγε ο Welles ότι θα ταίριαζαν καλύτερα στα κάδρα ενός μουσείου, παρά στην οθόνη του σινεμά. Το «By the Sea» είναι πιο κοντά σ’ αυτό που περιέγραφε ο Welles. Μόνο που κι ένας καλός πίνακας ζωγραφικής κρύβει ιδέες μέσα του. Αυτό εδώ, όσο όμορφο κι αν είναι να το κοιτάζεις, δεν μιλά για τίποτα. Και είναι ακριβώς αυτό. Ένα όμορφο τίποτα.


Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

Chevalier (2015)





Το κοινό μοτίβο στις ταινίες του ελληνικού weird wave, όπως το βάφτισαν οι θεωρητικοί, είναι εκείνο της αναπαράστασης. Οι ήρωες αναπαριστούν μια πραγματική κατάσταση, τα δρώμενα αντανακλούν την πραγματικότητα, χωρίς όμως να την αναπαράγουν ρεαλιστικά, ακόμα και οι ερμηνείες των ηθοποιών κατά κάποιον τρόπο παραπέμπουν σε αναπαράσταση ερμηνείας. Το «Chevalier», που φέρει κι αυτό την σεναριακή υπογραφή του Ευθύμη Φιλίππου («Κυνόδοντας», «The Lobster» μεταξύ άλλων), δεν ξεφεύγει από τον κανόνα. Έξι άντρες πηγαίνουν διακοπές σε ένα γιοτ κι εκεί ξεκινούν να παίζουν ένα ιδιόρρυθμο παιχνίδι, που φέρει το όνομα chevalier, μέσα από το οποίο θα προκύψει ο καλύτερος όλων τους σε όλα τα επίπεδα.

Πρόκειται ουσιαστικά για μια “αναπαράσταση” του (εντυπωμένου στο χρωμόσωμα μας) αρσενικού ανταγωνισμού, σουρεαλιστικά διατυπωμένη και εύστοχη στην κριτική της, που αναπτύσσει μέσα από σειρά κωμικών επεισοδίων τα διαφορετικά του στάδια.  Από υγιής, με κίνητρο την χαρά του παιχνιδιού, μπορεί να γίνει εθιστικός, όταν το άτομο δυσκολεύεται να κάνει δίχως την αδρεναλίνη, που τον συνοδεύει, και τελικά εμμονικός, όταν στόχος είναι η (πάση θυσία) καταξίωση, που συνεπάγεται η πρωτιά, και κατ΄ επέκταση η κυριαρχία έναντι των υπολοίπων αρσενικών. Ανθυγιεινό, άσχημο αλλά και ανθρώπινο. 

Όσο η Τσαγγάρη μένει σ’αυτό  πετυχαίνει διάνα, κατά διαστήματα προσπαθεί να εντάξει με το στανιό κι ένα ταξικό σχόλιο στο μείγμα, ενώ δεν φαίνεται να έχει τελειοποιήσει (ακόμα) την τέχνη της στην κωμωδία, κυρίως στην αντίληψη του (αμιγώς) κινηματογραφικού γκαγκ και στο πως το μοντάζ μπορεί να εξυπηρετήσει ή/και να γεννήσει ένα τέτοιο. Μολαταύτα το «Chevalier» έχει πλάκα, είναι αδιαμφισβήτητα η πιο αστεία ταινία του καλλιτεχνικού ρεύματος που εκπροσωπεί, γεγονός, που πρέπει να πιστωθεί σε μεγάλο βαθμό στο ερμηνευτικό του επιτελείο. Προϊόν ιδιοφυούς casting, αποτελείται από ετερόκλητα ονόματα, προερχόμενα από διαφορετικούς χώρους, και ζωντανεύει έξοχα τις ατάκες του Φιλίππου, ενώ συνδράμει εξωκινηματογραφικά στη μετάδοση των ιδεών του έργου. Πέραν των έξι πρωταγωνιστών, οφείλουμε μια ειδική μνεία στον Γιάννη Δρακόπουλο, που υποδύεται τον καμαρότο στο φιλμ. Πρόκειται για ηθοποιό με στόφα μεγάλου κωμικού και φυσιογνωμία, που προκαλεί ευφορία. Eιλικρινά, αξίζει μια επαναληπτική προβολή του «Chevalier» απλά και μόνο για να παρακολουθείς τις αντιδράσεις του στις ενέργειες των υπολοίπων χαρακτήρων, όποτε εμφανίζεται μαζί με εκείνους μέσα στο κάδρο.




Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Marguerite (2015)






Δεν γίνεται να μιλήσουμε για το «Marguerite», χωρίς να αναφερθούμε στο «Ed Wood» του Tim Burton. Αφενός γιατί είναι ωραίο να αναφερόμαστε στο «Ed Wood» σε κάθε ευκαιρία, είναι μια εξαιρετική ταινία του Burton, που δυστυχώς έχει δει μόνο το ¼ εκείνων, που πίνουν τον καφέ τους από κούπες με στάμπα τα πλασματάκια του «Χριστουγεννιάτικου Εφιάλτη». Αφετέρου επειδή αμφότερες μιλούν για δύο καλλιτέχνες, που κάθε άλλο παρά διαπρέπουν στην τέχνη τους.

 Στην σημαντικότερη σκηνή της ταινίας ο Ed Wood συναντά τον Orson Welles. Και οι δύο μοιράζονται τον ίδιο ζήλο, την εργατικότητα, το πάθος για την τέχνη που υπηρετούν. Τι είναι αυτό όμως που κάνει τον έναν τους να γυρίζει κακές ταινίες και τον άλλο εμβληματικές; Τί τους χωρίζει;  Το ταλέντο. Έτσι απλά. Που δεν κληρονομείται, δεν αποκτάται με σκληρή δουλειά – καλλιεργείται όμως μέσω αυτής, αλλιώς μένει στάσιμο-, δεν εξηγείται. Για να είναι κανείς ταλαντούχος, πρέπει απλά να γεννηθεί τέτοιος, έλεγε ο Τσέχοφ. Μάλλον το έλεγε ο Τσέχοφ δηλαδή, γιατί ταλέντο στην απομνημόνευση γνωμικών και της πηγής τους δεν έχω. Συνεπώς μπορεί να το είπε και ο Τάσος Λειβαδίτης. 

O Εd Wood κάνει σινεμά, παρά την παντελή απουσία σκηνοθετικού ταλέντου, υποκινούμενος από το πάθος του γι’ αυτό. Η Marguerite Dumont όμως, μας λέει (και μας ξαναλέει) ο Xavier Giannoli, παλεύει να καθιερωθεί ως υψίφωνος, μολονότι η φωνή της ηχεί πιότερο σαν το κρώξιμο των παγωνιών που συντηρεί στην έπαυλή της, όχι για να τιμήσει την τέχνη της μουσικής, αλλά για να την προσέξει ο σύζυγός της. Το ενδοσυζυγικό δράμα ενδεχομένως θα λειτουργούσε, αν ο Giannoli εστίαζε εκεί. Θέλει όμως να κάνει και μια σάτιρα ηθών, θέλει να ανοίξει συζήτηση για την οριοθέτηση της τέχνης, θέλει να μιλήσει και για τις ευεργετικές ιδιότητες του παραμυθιού και φιλοδοξεί, κάπως καθυστερημένα, να μας κάνει να αναθεωρήσουμε όσα έχουμε δει και να τα επανεξετάσουμε υπό το πρίσμα μια τραγικής ιστορίας, σαν εκείνες που εκτυλίσσονται στο σανίδι της όπερας.


Τίποτε από τα παραπάνω δεν πετυχαίνει κι εκείνο που μένει τελικά είναι μια κομεντί εποχής, απευθυνόμενη σε κοινό μεγαλύτερης ηλικίας, που έχει τις στιγμές της, διαθέτει και μια πρωταγωνίστρια που ενδύεται πειστικά την αυταπάτη της ηρωίδας της, δεν διακρίνεται όμως για την οικονομία της - ένας αμερικάνος δημιουργός θα την έκανε μισή ώρα μικρότερη.  Το ότι το εν λόγω φιλμ βρέθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του 72ου φεστιβάλ Βενετίας,  μαρτυρά την γενικότερη αδυναμία των φετινών επιλογών των προγραμματιστών της Μόστρας.




Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Unfriended (2014)




Στο Unfriended ο Λέβαν Γκαμπριάτζε χτίζει κάτι πολύ, πολύ ενδιαφέρον. Ορίζοντας ως κάδρο την οθόνη του laptop μιας κοπέλας – όχι τυχαία της συγκεκριμένης κοπέλας, όπως θα διαπιστώσεις-, αξιοποιεί την εικαστική γλώσσα του σήμερα, για να αφηγηθεί μια τυπική φαντασματική ιστορία. Φυσικά, αν δεν είσαι εξοικειωμένος με τα social media και τα apps επικοινωνίας, το σασπένς δεν θα λειτουργήσει για σένα. Αν στέκεσαι δε μπροστά στο pc κι αναρωτιέσαι πώς δουλεύει αυτό το μαραφέτι, ξέχνα το. 


Έχει επιχειρηθεί και στο παρελθόν, ο Τζο Σουάνμπεργκ, για παράδειγμα, έχει κάνει στην ενότητα του στο V/H/S κάτι αντίστοιχο, πιο τρομακτικό μεν, λιγότερο σύνθετο οπτικά δε, ποτέ όμως σε τέτοια έκταση και με τόση επιτυχία. Οι δυνατότερες του στιγμές έρχονται όταν είναι ανοιχτά πολλά παράθυρα στον υπολογιστή και καλείσαι ουσιαστικά να μοντάρεις εσύ την ταινία, υπάρχουν στιγμές γενναίου gore για τους φαν του είδους, χάνει πόντους αν σταθείς στο μήνυμα του ότι το cyberbullying είναι κακό, έτσι σχηματικά που παρατίθεται, αλλά, εάν το κάνεις, θα έχεις χάσει και το νόημα του φιλμ, που βρίσκεται στην αισθητική του, καθώς και στον τρόπο που αναδεικνύει -ίσως όχι με ανάλογη επιτυχία, γιατί πρέπει να εξυπηρετήσει και το είδος του- το πορτραίτο μιας νεολαίας που μεγαλώνει μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. Με τον ατομικισμό, την υιοθέτηση άλλου τύπου κοινωνικών ηθών και την έλλειψη ευγένειας που αυτό μπορεί να συνεπάγεται.





El Incendio (2015)




 Έρχεται κάποια στιγμή –κανείς δεν καταλαβαίνει απόλυτα πότε ακριβώς –, που η «φλόγα» γίνεται «πυρκαγιά» κι απειλεί να τα κάνει παρανάλωμα. Και τότε αρχίζει η ανθρωποφαγία. Το ανοιχτό σωληνάριο της οδοντόκρεμας γίνεται casus belli, η παρουσία του άλλου σε απόσταση μικρότερη των τεσσάρων μέτρων παραβίαση των εθνικών υδάτων και το κρεβάτι πεδίο μάχης, για να κατευναστεί η οργή και να επιτευχθεί μια σύντομη ανακωχή, ως την επόμενη εχθροπραξία.

Η στιγμή αυτή έχει έρθει για την Λουσία και τον Μαρσέλο, τους ήρωες του αργεντίνικου El Incendio. Οι δυνάμεις των αντίπαλων στρατοπέδων έχουν παραταχθεί σε θέση μάχης και περιμένουν το σήμα για να αρχίσουν πυρ. Που εδώ θα σημάνει η αναβολή της μετακόμισης τους στην καινούργια τους κατοικία κατά μία ημέρα. Κι αυτό που έπεται ετούτης της μικροαναποδιάς είναι δυσβάσταχτο. Ο Χουάν Σνίτμαν σε αρπάζει από τον γιακά και σε τοποθετεί στην καρδιά του πολέμου, ανάμεσα στα πυρά των εραστών, να τρέχεις να καλυφθείς, μην τυχόν σε πετύχει καμιά αδέσποτη. Κι αν έχεις λαβωθεί στο παρελθόν σε αψιμαχία αντίστοιχη, ο πανικός σου είναι ακόμα πιο δικαιολογημένος.

Θα το ‘θελες λίγο πιο προσεγμένο διαλογικά, θα ήθελες ενδεχομένως να λείπει το κοινωνικοπολιτικό ιντερλούδιο, ακριβώς επειδή πρόκειται για ιντερλούδιο και δεν αξιοποιείται στη συνέχεια μέσα στο φιλμ, εκτιμάς που ο Σνίτμαν δεν διαταράσσει ποτέ την ισοτιμία ανάμεσα στο ζεύγος – στην σκηνή της παθιασμένης σεξουαλικής σύγκρουσης, η Λουσία θα βάλει το χέρι του Μαρσέλο πίσω, θα καταλάβεις τί εννοώ, όταν το δεις -, εκείνο όμως που σε βάζει μέσα είναι που ο Σνίτμαν στρέφει τον φακό του εκεί, μπροστά από τους δύο (εξαιρετικούς) πρωταγωνιστές του, δίχως να σου δώσει την ασφάλεια του μοντάζ, δίχως να σου προσφέρει το αποκούμπι της μουσικής υπόκρουσης, δίχως να σου επιτρέπει να ψελλίσεις καθησυχαστικά «είναι μόνο μια ταινία». Όσα πρόκειται να συμβούν, θα συμβούν, με αυτούς τους όρους, μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να το αποτρέψεις. Κι αυτό μπορεί να σε κάψει.



Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

12 προβολές για το 21ο φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας»






12. Τhe Pearl Button: Σταθερός στην διερεύνηση της χιλιανής πολιτικής ιστορίας μέσω  μιας λυρικής, στοχαστικής γραφής, που κάνει το σινεμά του να ξεφεύγει από τα στεγανά μιας ταινίας τεκμηρίωσης, ο Patricio Guzman εδώ προσπαθεί να επαναλάβει την μαγική συνταγή του «Nostalgia for the Light», μεταβαίνοντας από το κοσμικό στο γεωπολιτικά προσδιορισμένο. 

11. 54: The Directors Cut: Δεν το πρόλαβα στο Βερολίνο, όπου προβλήθηκε για πρώτη φορά, αλλά ένα πουλάκι μου σφύριξε, πως το directors cut βελτιώνει κατά πολύ την ταινία. Από περιέργεια και μόνο αξίζει να επισκεφτείς για ακόμα μια φορά (ή για πρώτη, αν είσαι τυχερός) το θρυλικό Studio 54, όπως το οραματίστηκε (;) ο Μαρκ Κρίστοφερ.

10. Above and Below: Μπορεί ο άνθρωπος να λειτουργήσει εκτός κοινωνικού συστήματος; Την απάντηση καλείται να δώσει η πιο παράξενη συμμετοχή στο φετινό διαγωνιστικό πρόγραμμα, που φαντάζει πλασμένη για ριψοκίνδυνους θεατές.

9. Mistress America: Χαρακτήρες υπερφίαλοι, εγωπαθείς, φαντασιόπληκτοι, αλλά με τον τρόπο τους αξιαγάπητοι κοσμούν τον φιλμικό κόσμο του Νόα Μπάουμπαχ, που εδώ συνεργάζεται εκ νέου με την μούσα του Γκρέτα Γκέργουιγκ. Αν πρέπει να δεις μια κομεντί στο φετινό φεστιβάλ, φρόντισε να είναι αυτή.

8. Chuck Norris vs Communism: Ντοκιμαντέρ για την γυναίκα που ντουμπλάριζε τις φωνές όλων των ηρώων στα πειρατικά VHS, που κυκλοφορούσαν στην Ρουμανία επί Τσαουσέσκου. Η πιο απίθανη αντιστασιακή ιστορία, που άκουσες ποτέ, είναι πέρα για πέρα αληθινή.

7. 45 Years: Από τον Άντριου Χέιγκ του Weekend  η για πολλούς  καλύτερη ταινία του περασμένου φεστιβάλ Βερολίνου προβάλλεται την Κυριακή 27/09. Έχουν απομείνει λίγα εισιτήρια, για αυτό βιάσου.

6. Β-Μοvie:Lust and Sound in West Berlin: Ακολουθώντας τον μουσικό παραγωγό Μαρκ Ρίντερ από το Μάντσεστερ στο Δυτικό Βερολίνο, οι τρεις σκηνοθέτες του φιλμ συνθέτουν το πορτραίτο μιας πόλης και μιας εποχής, σε μια προβολή που δεν πρέπει να χάσει κανείς εραστής του πενταγράμμου.

5. Τangerine: Ένα παραμύθι των μεγαλουπόλεων με οδηγό μια τρανσέξουαλ και την φίλη της. Η αμερικανική Κριτική κάνει λόγο για ένα έξοχο δείγμα DIY cinema. Ευκαιρία να γνωρίσουμε (κυριολεκτικά, θα είναι παρών στην προβολή) αυτόν τον Σων Μπέικερ, γιατί στο μέλλον θα ακούσουμε ξανά να μιλούν για αυτόν.

4. Bad Timing: Μια άρρωστη ιστορία ολέθριου, εμμονικού έρωτα από τον Νίκολας Ρεγκ, μονταρισμένη με τον τρόπο, που θυμάσαι τέτοιες ιστορίες μετά από καιρό. Η’ αλλιώς η παγίδα για να γίνεις πάλι χάλια.

3. Life: Ο Άντον Κόρμπαϊν του «The American» και του «A Most Wanted Man» συνεχίζει τον κινηματογραφικό στοχασμό πάνω στην τραγωδία του ανθρώπου να παίρνει μόνο μια μικρή γεύση από τον παράδεισο, προτού ο Διάβολος καταλάβει ότι πέθανε. Μία από τις καλύτερες ταινίες της σεζόν.

2. Roger Waters The Wall : Συστάσεις δεν χρειάζεται ούτε ο κύριος, ούτε το έργο που αποτελεί αντικείμενο του ντοκιμαντέρ. Αφού σημειωθεί ότι προβάλλεται ταυτόχρονα σε όλο τον κόσμο, να προστεθεί πως μάλλον θα θες μετά από χρόνια να μπορείς να λες, ότι ήσουν εκεί.

1. In a Lonely Place: Είναι που δεν έχεις ξαναδεί τον Μπόγκι έτσι, είναι που είναι λίγο ταινιάρα, είναι που για τον υπογράφοντα συγκαταλέγεται στους δέκα κορυφαίους τίτλους των 50’s, είναι που το φεστιβάλ το παίζει σε αποκατεστημένη ψηφιακή κόπια, μην τα πολυλογούμε, δεν χάνεται. Αρκεί μετά να βρεις ένα τρόπο να συνέλθεις για το υπόλοιπο της ημέρας.



Eιδική μνεία:  
Mικρά Αγγλιά:  Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη προβάλλεται για πρώτη φορά με ακουστική περιγραφή για τυφλούς και με υπότιτλους για κωφούς, μια κίνηση που ελπίζουμε να έχει και συνέχεια.