Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη με τον Αντώνη Καρπετόπουλο





Γιάννης Βασιλείου: Αντώνη το κοινό σου γνωρίζει ότι είσαι σινεφίλ. Εκείνο που ενδεχομένως δε γνωρίζει είναι ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα αρθογραφούσες για λογαριασμό του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ.

Αντώνης Καρπετόπουλος: Ναι, έγραφα ανταποκρίσεις από την Ιταλία. Έστελνα ρεπορτάζ από φεστιβάλ, είχα πάρει μερικές συνεντεύξεις, ήμουν μάλιστα και μέλος της Ένωσης Ξένων Ανταποκριτών. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το εγκατέλειψα το σπορ. Έχω όμως καλές αναμνήσεις και μια πολύ ωραία ιστορία, που μου αρέσει να λέω συχνά, αλλά ποτέ δε με πιστεύει κανένας.

Γιάννης Βασιλείου: Πες μας, εμείς θα σε πιστέψουμε.

Αντώνης Καρπετόπουλος: Έχω σταθεί η αιτία που η Μόνικα Μπελούτσι κέρδισε το πρώτο της βραβείο στην Ιταλία. Στην Ένωση Ξένων Ανταποκριτών μας έδειχναν κάθε Δευτέρα μια ιταλική ταινία της χρονιάς, έτσι ώστε στο τέλος να ψηφίσουμε και να απονείμουμε Χρυσές Σφαίρες. Οι δικές μας στην Ιταλία βέβαια δεν ήταν όπως της Αμερικής, ήταν ξεφτίλα, δεν υπήρχε υλικό. Έβλεπες τρεις καλές ταινίες τον χρόνο και τις κέρδιζε όλες τις Σφαίρες η μία. Επίσης τυπικά ψηφίζαμε, αλλά στην πραγματικότητα δεν ψήφιζε κανένας και τα βραβεία έδινε μια επιτροπή αποτελούμενη από γριές. Τελοσπάντων είχα δει την Μπελούτσι σε μια ταινία, το La Riffa.σ. του 1991, κυκλοφόρησε στα ελληνικά video club μετά την επιτυχία της Μαλένα με τον τίτλο Φραντζέσκα) και έπαθα σοκ. Λέω αυτή πρέπει να τη δούμε από κοντά. Ψήνω και ένα συνάδελφο και πάμε πόρτα πόρτα κάνοντας εκστρατεία για τη βράβευση της Μπελούτσι. Στο τέλος η Μπελούτσι ήταν πρώτη σε ψήφους με τόσο μεγάλη διαφορά από τη δεύτερη, που οι γριές ήταν αδύνατο να αποτρέψουν τη βράβευσή της.  Για να μη λέει όμως ο κόσμος «πάει, αυτοί τρελάθηκαν, έδωσαν το βραβείο στη Μπελούτσι» πρόσθεσαν ένα βραβείο καλύτερης πρωτοεμφανιζόμενης και της έδωσαν αυτό. Και η Μπελούτσι ήρθε στην τελετή με ένα άσπρο φόρεμα και μας έπεσαν τα σαγόνια και μετά μου έδιναν όλοι συγχαρητήρια που έσωσα την εκδήλωση.

 Γιάννης Βασιλείου: Είναι πολύ ωραία ιστορία. Και ψέματα να είναι, όπως λέει και το ρητό, μην αφήνεις ποτέ την αλήθεια να σου χαλάσει μια ωραία ιστορία

Αντώνης Καρπετόπουλος: Μα είναι αλήθεια.


Χρήστος Σκάνδαλος: Ναι, σε πιστεύουμε. Εγώ ήθελα να σε ρωτήσω κάτι άλλο. Με τι συχνότητα πηγαίνει ς σινεμά τελευταία;

Άντωνης Καρπετόπουλος: Κοίτα, στα φοιτητικά μου χρόνια πήγαινα μέχρι και πέντε φορές την εβδομάδα. Για χρόνια μετά πήγαινα μια φορά την εβδομάδα στάνταρ. Τώρα τελευταία δεν πηγαίνω κάθε εβδομάδα.

Γιάννης Βασιλείου : Λόγω υποχρεώσεων;

Αντώνης Καρπετόπουλος: Όχι, απλώς υπάρχουν εβδομάδες που δε μπορώ να βρω ούτε μια ταινία για να δω. Νομίζω πως κάποιος που βλέπει πολύ σινεμά, μετά από λίγο καιρό τα έχει δει σε γενικές γραμμές όλα και του είναι δύσκολο να βρει κάτι εξαιρετικό να δει. Και σ’ αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι ο σημαντικότερος σκηνοθέτης που βγήκε την τελευταία εικοσαετία είναι ο Ταραντίνο. Ο Ταραντίνο αυτό που κάνει είναι να παίρνει ήδη υπάρχον υλικό, να το μετασχηματίζει και να προσπαθεί να εξελίξει το είδος. Επίσης τον τελευταίο καιρό βλέπω ταινίες καλλιτεχνικά εμπνευσμένες μεν, αλλά που δεν έχουν τίποτα για να συζητήσεις μετά. Πάρε το Amour του Χάνεκε. Ποιο ήταν το point; Δύο άνθρωποι που αγαπιούνται και τους βρίσκει μια αρρώστια. Τελείωνε και δεν είχες τίποτα για να σκεφτείς. Είναι τραγικό το The Dark Knight Rises να έχει κοινωνικό σχόλιο και να μην έχει το Amour. Και η περσινή μου αγαπημένη ταινία, το Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα, ήταν υπέροχη ταινία μεν, αλλά τελείωνε και δεν είχε τίποτα για να συζητήσεις.



Γιάννης Βασιλείου: Υπάρχει κάποια ταινία που να αγαπάς τόσο, που να την βλέπεις κάθε χρόνο;

Αντώνης Καρπετόπουλος: Τους «Εντιμότατους Φίλους μου». Τους βλέπω κάθε χρόνο, πλέον τους βάζω την ημέρα του θανάτου του Μονιτσέλι. Το «Any Given Sunday» επίσης το έχω δει πάρα πολλές φορές. Ο Πατσίνο εκεί μου θυμίζει τον Αναστόπουλο. 



Γιάννης Βασιλείου: Κατά καιρούς έχουμε δει σπουδαίες ταινίες πάνω σε ατομικά αθλήματα. Ποδοσφαιρικές όμως όχι - με εξαίρεση χαριτωμένες προσπάθειες όπως το The Damned United. Γιατί πιστεύεις ότι δεν έχει γυριστεί μια σπουδαία ταινία πάνω στο ποδόσφαιρο;

Αντώνης Καρπετόπουλος:  Θα σου πω τι γίνεται. Σε ορισμένα γεγονότα υπάρχει μια δραματοποίηση τρομακτική για τον ποδοσφαιρόφιλο, αλλά ανύπαρκτη για τον μέσο άνθρωπο. Πάρε για παράδειγμα τον Ρονάλντο, που παθαίνει στο απόγειο της καριέρας του ρήξη χιαστών για δεύτερη φορά στο Ιντερ - Λάτσιο, ματς στο οποίο ήμουν στο γήπεδο παρεμπιπτόντως. Για τον ποδοσφαιρόφιλο το γεγονός αυτό είναι συγκλονιστικό. Για κάποιον που δεν ασχολείται πολύ με το ποδόσφαιρο όμως, αυτό δεν είναι δράμα. Είναι ένας εκατομμυριούχος που χτύπησε κι έπειτα από λίγο καιρό επανήλθε στα γήπεδα.

Γιάννης Βασιλείου: Ναι, αλλά αν στο μεταξύ ο δημιουργός σε έχει κάνει να εμπλακείς συναισθηματικά, να αγαπήσεις τον χαρακτήρα, το γεγονός αυτό είναι δραματικό.

Αντώνης Καρπετόπουλος: Για μένα η όποια συγκίνηση έχει προεξαντληθεί. Μετά ο Ρονάλντο θα γυρίσει και θα πάρει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Δεν υπάρχει καμία έκπληξη. Και έπειτα υπάρχει κι ένας άλλος παράγοντας που δεν έχουμε δει μεγάλη ποδοσφαιρική ταινία. Οφείλεται στο ότι το ποδόσφαιρο δεν έχει ιδιαίτερη απήχηση στην Αμερική για να ενδιαφερθεί κάποιος μεγαλοπαραγωγός να στήσει ταινία πάνω του. Οι αμερικάνοι έχουν μια τρομερή ικανότητα να δημιουργούν συγκίνηση από το τίποτα. Να προσθέσω επίσης πως ούτε  λογοτεχνία ποδοσφαιρική δεν έχουμε καλή.

 Χρήστος Σκάνδαλος: Τώρα τελευταία πάντως βγαίνουν ενδιαφέρουσες ποδοσφαιρικές βιογραφίες. Η βιογραφία του Νικοπολίδη για παράδειγμα ήταν καλή. Λίγο αγιογραφία βέβαια.

Γιάννης Βασιλείου: Και η βιογραφία του Αλέφαντου θα είχε ενδιαφέρον.

Αντώνης Καρπετόπουλος: Είχε βγει ένα βιβλίο για τον Αλέφαντο. Τη δεκαετία του ’80 όταν είχε πάει στον Ολυμπιακό πρώτη φορά, που θεωρήθηκε το απαύγασμα της καριέρας του. Είχε τίτλο «Από την Φτώχεια στην Αναγνώριση». Του είχα προτείνει να γράψουμε το δεύτερο μέρος «Από την Αναγνώριση Ξανά στη Φτώχεια», αλλά δεν εκτίμησε το αστείο. Θα μπορούσε επίσης κάποιος να γράψει ένα βιβλίο για την Παράγκα, αλλά έτσι και έβαζε πραγματικά ονόματα  και καταστάσεις μετά θα έπρεπε να μεταναστεύσει στη Βενεζουέλα.



Γιάννης Βασιλείου: Έχεις δεχτεί ποτέ απειλές από ποδοσφαιρικούς παράγοντες για κάτι που έγραψες;

Αντώνης Καρπετόπουλος: Δέχομαι καθημερινά. Όχι πλάκα κάνω. Αλλά έχει συμβεί αρκετές φορές, ναι.


Χρήστος Σκάνδαλος: Έχεις όμως πει ή έχεις γράψει κάτι για το οποίο έχεις μετανιώσει;

Aντώνης Καρπετόπουλος: Όχι, ποτέ . Έχω μετανιώσει μεν για κάποια πράγματα, γιατί πιστεύω ότι έχω αδικήσει κόσμο κατά διαστήματα και έχω φουσκώσει και πολλούς που δεν έπρεπε, αλλά πιστεύω ότι τα δημοσιογραφικά κείμενα είναι εφήμερα .Πεθαίνουν στο τέλος της μέρας. Και αυτό είναι και το κακό με το ίντερνετ. Ότι γράφεις, μένει. Αλλά τι να γίνει, θα ζήσουμε και με αυτά. Σε γενικές γραμμές πάντως δεν θεωρώ ότι έχω κάνει ζημιά σε κανένα.
  
Γιάννης Βασιλείου:  Δεν πιστεύεις δηλαδή ότι υπάρχει κάποιος στην Αθήνα που κλαίει με μαύρο δάκρυ φωνάζοντας «Γιατί μου το έκανες αυτό Καρπετόπουλε;»

Aντώνης Καρπετόπουλος: Σίγουρα υπάρχουν τέτοιοι. Υπάρχει για παράδειγμα ένας προπονητής που απολύθηκε πριν λίγο καιρό και με πήρε τηλέφωνο λέγοντάς μου ότι αρκούσε να πω μια καλή κουβέντα και θα άλλαζαν όλα. Είχε άδικο, αλλά καταλαβαίνω το είδος της πίεσης γύρω του.

Χρήστος Σκάνδαλος: Από αυτά που λες φαντάζομαι πως  δεν θα γινόσουν ποτέ προπονητής.

Aντώνης Καρπετόπουλος: Στην Ελλάδα όλοι θέλουν να γίνουν προπονητές, αλλά δεν ξέρουν τι σημαίνει να είσαι προπονητής. Δεν ξέρουν ότι η δουλειά του προπονητή είναι 90% τα υπόλοιπα και 10 % ο αγώνας της Κυριακής. Όλα είναι μπερδεμένα. Οι παίχτες θέλουν να γίνουν δημοσιογράφοι, οι παράγοντες προπονητές και οι δημοσιογράφοι παράγοντες.


 Χρήστος Σκάνδαλος: Σε κράξανε ποτέ για τη στήλη με τους διαιτητές που είχες στην εφημερίδα;
 

Aντώνης Καρπετόπουλος: Οι ίδιοι οι διαιτητές με λατρεύανε. Για πολλούς ήταν ένας μπούσουλας για το τι θα γίνει. Ορισμένοι γελούσαν με τα προσωνύμια (πχ. ο Terror-βίτσας). Οι διαιτητές είναι άνθρωποι με χιούμορ.
  

Χρήστος Σκάνδαλος:  Με το σπικάζ των αγώνων θα ασχολιόσουν;

Aντώνης Καρπετόπουλος: Δεν μου έχουν προτείνει κάτι τέτοιο ποτέ. Θα μπορούσα να το κάνω αλλά δεν είναι κάτι που με τρελαίνει. Θα μπορούσα να κάνω δεύτερη φωνή και να εξηγώ το παιχνίδι, αλλά δεν μου εχει προταθει. Όνειρο μου δεν είναι να περιγράφω φοβερά γκολ, να γράφω αστυνομικά βιβλία θέλω, αλλά αυτό δεν είναι δουλειά απαραίτητα.


Γιάννης Βασιλείου: Ναι, το έχεις αναφέρει και στο παρελθόν. Έχεις ξεκινήσει να γράφεις κάτι;

Aντώνης Καρπετόπουλος: Έχω ξεκινήσει να γράφω μια ιστορία με έναν ήρωα που, αν αρέσει, μπορεί να ξαναεμφανιστεί. Το έχω όλο στο μυαλό μου βασικά, τον ιστό, τους χαρακτήρες, το τέλος. Θα έχει κάποιες εκπλήξεις κι ένα τέλος ψυχοπαθολογικό .Αν και προτιμώ τη σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία, όπου συγγραφείς όπως ο Nesbo αποδομούν την εικόνα της Σκανδιναβίας , στο δικό μου βιβλίο δεν θα προσπαθήσω να βγάλω καθόλου Ελλάδα. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζω είναι πως, ενώ στις περιγραφές είμαι καλός, χρειάζεται και μια αφήγηση, η οποία έχει κάποιους δικούς της κανόνες, που δεν τους ξέρω καλά και δεν υπάρχουν κάπου.

Γιάννης Βασιλείου: Και φαντάζομαι πως δε θέλεις να κάνεις αυτό που κάνουν συγγραφείς σαν τον Dan Brown, να φροντίζεις να τελειώνεις κάθε κεφάλαιο με ένα cliffhanger. Το θετικό με αυτή την τακτική είναι πως ο αναγνώστης καίγεται να περάσει στο επόμενο κεφάλαιο, παρά το γεγονός πως ότι έχει προηγηθεί είναι μια μετριότητα.

Αντώνης Καρπετόπουλος:  Όχι, όχι, δε μου αρέσει κάτι τέτοιο. Βέβαια τα βιβλία του Dan Βrown τα έχω διαβάσει όλα. Οι αμερικάνοι γενικά κάνουν φοβερές σπουδές σε ένα αντικείμενο και μετά γράφουν γύρω από αυτό μια υποτυπώδη ιστορία. Προσωπικά αν έγραφα κάτι για το ποδόσφαιρο, θα μου ήταν πολύ εύκολο. Αλλά δεν με ενδιαφέρει να γράψω ένα μυθιστόρημα για το ποδόσφαιρο.


Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Συνέντευξη με τον Whit Stillman







Τάσος Μελεμενίδης: Ένας θεωρητικός του κινηματογράφου σας περιγράφει σε άρθρο του ως έναν σαρκαστικό μα και στοργικό κριτή της μπουρζουαζίας. Συμφωνείτε με αυτό τον χαρακτηρισμό, που σας αποδίδει;

Whit Stillman : Μπορείς να ασκήσεις κριτική στη συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων για πολλά πράγματα, αλλά με ενδιαφέρει να κάνω το αντίθετο από το σύνηθες, που είναι να τους προσεγγίζεις πολιτικά. Με ενδιαφέρει να τους προσεγγίσω εκ των έσω, να καταλάβω τις συνήθειές τους. Πολλοί από αυτούς πάσχουν από εκείνο που ο ψυχιάτρος Erik Erikson αποκαλεί  «το σύνδρομο της έπαυλης». Έχουν μεγαλώσει σε έπαυλη και, όταν φεύγουν από αυτή, μοιραία πέφτουν επίπεδο και νιώθουν την ανάγκη να επιστρέψουν στο ίδιο επίπεδο. Έχουν γνωρίσει σημαντικούς ανθρώπους στο παρελθόν και θέλουν να δείχνουν και οι ίδιοι σημαντικοί, χωρίς να το έχουν κερδίσει. Έτσι προμηθεύονται τα κεφάλαια και ξεκινούν μια εταιρεία, αγοράζουν πολυτελή γραφεία με την εσφαλμένη πεποίθηση ότι ξέρουν τη δουλειά και τελικά αποτυγχάνουν.



Γιάννης Βασιλείου: Δε σας αρέσουν ιδιαίτερα τα τυπικά φινάλε, εκείνα που δεν αφήνουν ανοιχτούς λογαριασμούς. Στο Barcelona όμως έχετε ένα τέτοιο, με τους ήρωες να παντρεύονται στο τέλος.

Whit Stillman: Ισχύει, με τη διαφορά όμως ότι στο τέλος παντρεύονται διαφορετικούς ανθρώπους. Κατάλαβα όσο έγραφα το σενάριο ότι ο  Τεντ και η Γκρέτα πρέπει να είναι μαζί, αν και στην αρχή δεν είχα τέτοιο σκοπό, γι αυτό προέκυψε αυτό το φινάλε.

Τάσος Μελεμενίδης: Στα extras του dvd θυμάμαι ότι αναφέρεστε σε ένα εναλλακτικό φινάλε

Whit Stillman: Δεν είναι ακριβώς εναλλακτικό φινάλε, καθώς η κατάληξη των χαρακτήρων θα ήταν ακριβώς η ίδια. Υπήρχε μια εναλλακτική σεκάνς προς το φινάλε, αλλά τη γύρισα πολύ άσχημα. Και θυμάμαι ότι ο σκηνοθέτης Rob Reiner, που ήταν ένας από τους χρηματοδότες του φιλμ, όταν είδε τη σεκάνς είπε ότι ήταν πολύ κακή και έπρεπε να αφαιρεθεί. Ήταν πολιτική και ο Reiner υποστήριζε ότι δεν έπρεπε να είναι πολιτική και ότι τα πράγματα στην Ισπανία δεν είναι έτσι. Μια νεαρή φίλη μου όμως, που έμενε στην Ισπανία, είδε το υλικό και με υποστήριξε, είπε ότι τα παρουσίασα όπως συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Παρέμενε όμως μια κακογυρισμένη σεκάνς και είμαι ευτυχισμένος που δε συμπεριλήφθηκε στην αρχική ταινία. Να προσθέσω πως αυτά τα  extras των DVD είναι επικίνδυνα, βλέπει ο κόσμος ότι άσχημο έχεις κάνει. (γέλια)



Τάσος Μελεμενίδης:  Στα τρία πρώτα σας φιλμ οι ιστορίες που αφηγείστε συμπίπτουν με το τέλος μια εποχής. Στο τελευταίο σας φιλμ όμως αυτό δε συμβαίνει.

Whit Stillman: (Με περηφάνια) Είναι μια νέα αρχή.

Τάσος Μελεμενίδης: Και είναι και πιο οπτιμιστικό με τον χορό στο τέλος.

Γιάννης Βασιλείου: Σχεδιάζατε εξαρχής να τελειώσετε την ταινία σας με όλους τους χαρακτήρες να χορεύουν ένα νούμερο του Fred Astaire από το A Damsel in Distress;

Whit Stillman: Αυτή ήταν η ιδέα εξαρχής, ναι. Αρχικά επρόκειτο να τελειώσω το φιλμ μου με το τραγούδι του Gershwin. Mετά όμως μου ήρθε η ιδέα να βάλω τους χαρακτήρες να χορεύουν τον χορό Shambola. Γνωρίζω ότι η ταινία φαίνεται σαν να έχει δύο φινάλε, αλλά σκέφτηκα ότι θα έχει πλάκα. Θα είναι σα να τρως δύο επιδόρπια. Και το τσιζκέικ και τη μους σοκολάτα! Νομίζω ότι μια από τις διασκεδαστικές παραμέτρους του να κάνεις σινεμά, είναι όταν προσπαθείς να συνθέσεις την ιστορία. Μου αρέσει να σκαρφίζομαι μια αρχή πριν την αρχή της ιστορίας κι ένα τέλος μετά το τέλος της ιστορίας.

Γιάννης Βασιλείου: Είχα διαβάσει κάπου ότι το Metropolitan ξεκινούσε με μια διαφορετική σκηνή.

Whit Stillman: Ναι, στο αρχικό κείμενο το Metropolitan ξεκινούσε με ένα κοντινό στον Charlie, o οποίος μιλούσε για τον Θεό πριν τη γνωριμία της παρέας με τον Τομ. Προτίμησα τελικά ένα διάλογο της Audrey με τη μητέρα της για να δείξω το άγχος και την ανασφάλεια που έχουν οι κοπέλες αυτής της τάξης όταν έρχονται οι ημέρες των πάρτι. Παρεμπιπτόντως στη σκηνή αυτή, την μητέρα της Audrey υποδύεται μια μητέρα άλλης ηθοποιού στην ταινία, καθώς δεν είχαμε συμφωνία με την SAG (οι ηθοποιοί μας ήταν νέοι και σχεδόν ερασιτέχνες) και έτσι δε μπορούσαμε να προσλάβουμε επαγγελματίες για τους ρόλους μεγαλύτερης ηλικίας. Το ίδιο συνέβαινε και στις εξωτερικές σκηνές, όπου ζητούσαμε βοήθεια από περαστικούς. Μάλιστα σε μια από τις ημέρες των γυρισμάτων έξω από ένα βιβλιοπωλείο που βρισκόμασταν έτυχε να βρίσκεται ένας βραβευμένος με νόμπελ φυσικός με τη φίλη του, και μπήκαν μέσα στα πλάνα.



Τάσος Μελεμενίδης: Χτες (σ. στην προβολή του Metropolitan) αναφερθήκατε στο Damsels in Distress ως το αγαπημένο σας παιδί. Γιατί το αγαπάτε περισσότερο από όλα;

Whit Stillman: Έχω τη συνήθεια να θεωρώ την τελευταία ταινία που γυρίζω την καλύτερη όλων. Είναι αυτό που έκανα τώρα, είναι αυτό που είμαι τώρα. Ότι είχα κάνει προηγουμένως οδήγησε σ’ αυτό. Είναι βέβαια λίγο δύσκολο να επιλέξω, γιατί το Metropolitan έγινε δεκτό με ενθουσιασμό, ενώ το Last Days of Disco, που έλαβε ανάμικτες κριτικές όταν βγήκε, με τα χρόνια έχει κερδίσει αρκετούς θαυμαστές. Έχω συνηθίσει στις αρνητικές κριτικές, επειδή οι ιστορίες μου είναι ειπωμένες από μια ιδιαίτερη οπτική γωνία, που μπορεί να ξενίσει τον θεατή. Ακόμα και για το Metropolitan, πριν βγει στις αίθουσες, δέχτηκα μερικά αρνητικά σχόλια.



Γιάννης Βασιλείου: Στο Damsels in Distress η ηρωίδα σας προσπαθεί να ξεκινήσει μια διεθνή χορευτική μόδα με τον χορό Shambola, o οποίος, αν δεν απατώμαι, είναι δικής σας επινόησης.

Whit Stillman: Ναι εγώ τον επινόησα. Προσπαθούσα να σκεφτώ μια ονομασία για τον χορό και το Shambola ήταν μια λέξη που ακουγόταν σαν όνομα χορού. Κάτι ανάμεσα στο Bolero και την Samba. Έψαξα στο ίντερνετ να βρω αν το όνομα είναι κατοχυρωμένο, για να μην μπλέξουμε σε ατέρμονους δικαστικούς αγώνες για τα δικαιώματα και δεν βρήκα τίποτα που θα μπορούσε να μας δημιουργήσει προβλήματα – μόνο μια ντίσκο στη Βραζιλία λέγεται Shambola-. Και μετά ο χορογράφος μας έκανε πρόβες με τους ηθοποιούς βάζοντας  τους να χορέψουν κάτι που έμοιαζε με τη Macarena. Αυτό που σκέφτηκα όμως ήταν να πάρουμε τα πιο διασκεδαστικά κομμάτια των χορών που χορεύονται σε ζευγάρια, όπως το τανγκό και το τσα-τσα και να τα ενώσουμε σε έναν χορό. Έτσι του το πρότεινα και εκείνος με όρισε συν-χορογράφο του.



Τάσος Μελεμενίδης : Λέμε συχνά ότι το τάδε βιβλίο θα μπορούσε να γίνει καλή ταινία. Έχω την αίσθηση ότι οι ταινίες σας θα μπορούσαν να γίνουν πολύ καλά βιβλία.

Whit Stillman: Ξέρετε ότι έγραψα μια λογοτεχνική μεταφορά του The Last Days of Disco; Παλιότερα είχα υπογράψει συμβόλαιο να κάνω το ίδιο και για το Metropolitan, αλλά στο μεταξύ το Barcelona βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο κι εγώ δεν είχα πολύ χρόνο και το έτερο σκέλος της συμφωνίας ήταν πολύ πιεστικό ως προς την τήρηση της προθεσμίας κι έτσι το σχέδιο εγκαταλείφθηκε. Νομίζω όμως ότι το Damsels in Distress θα γινόταν ένα καλό μιούζικαλ, όχι βιβλίο. Είναι λίγο σαχλό για να γίνει βιβλίο.



Γιάννης Βασιλείου:  Κοιτάζοντας τη φιλμογραφία σας παρατηρεί κανείς ότι σας αρέσει να γράφετε για νέους ανθρώπους.

Whit Stillman: Ισχύει, αλλά πριν ασχοληθώ με το Damsels in Distress σχεδίαζα να κάνω μια τηλεταινία για τη Wall Street με ηλικιακά μεγαλύτερους χαρακτήρες κι έπειτα κάποιος άλλος δημιουργός συμφώνησε να ετοιμάσει μια σειρά για τη Wall Street κι έτσι οι χρηματοδότες μου, μου είπαν ότι δεν είναι καλή ιδέα να χρηματοδοτήσουν αυτή την ιδέα μου και με ρώτησαν αν έχω κάτι άλλο να τους προτείνω. Τους ρώτησα «τι λέτε για μια κολεγιακή κωμωδία;», καθώς είχα ακούσει για ένα γκρουπ κοριτσιών σε κολλέγιο που συμπεριφέρονταν όπως οι ηρωίδες της ταινίας.  Κι εκείνοι συμφώνησαν και μου ζήτησαν να έχω έτοιμο το σενάριο σε 6 εβδομάδες. Πέρα απ’ αυτό μου αρέσει να περιγράφω καταστάσεις και συναισθήματα στο ξεκίνημα τους, και, αν και όντως χρονικά οι ταινίες μου διαδραματίζονται σε τέλος εποχής, έχουν πολλά ξεκινήματα – η πρώτη δουλειά μετά το κολλέγιο, η γνωριμία με έναν κόσμο τελείως διαφορετικό σε σχέση με πριν. Παράλληλα, σκεπτόμενος ως παραγωγός, είναι πολύ φθηνότερο να βρεις ενδιαφέροντες  νέους ηθοποιούς για ρόλους που θέλεις, σε σχέση με φτασμένους ηθοποιούς μεγαλύτερης ηλικίας.



Τάσος Μελεμενίδης: Ο Τσάρλι (Τέιλορ Νίκολς) λέει στο Μετροπόλιταν πως η γενιά του είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Πως νοιώθετε γι’ αυτήν τη σκέψη 22 χρόνια αργότερα;

Whit Stillman:  Όπως  συνεχίζει ο Τσάρλι “Η αποτυχία μπορεί να έρθει στο μέλλον” και στα μέσα της προηγούμενη δεκαετίας, όταν είχαν περάσει αρκετά χρόνια από το Last Days of Disco και δεν είχα κάποιο project, άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως ο Τσάρλι είχε δίκιο και ότι όντως τώρα βίωνα την αποτυχία. Ήταν πολύ επικίνδυνη σκέψη.






Υ.Γ. 1 Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του site cinemanews.gr



Y.Γ. 2 Να ευχαριστήσουμε τον καλό συνάδελφο Τάσο Μελεμενίδη για την πολύτιμη συμβολή του κατά τη διεξαγωγή και την απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης


Υ.Γ.3 Ο οποίος Τάσος Μελεμενίδης, αν δεν μου γυρίσει σύντομα το box set του Μελβίλ, θα πάψει να είναι καλός συνάδελφος.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Συνέντευξη με τον John Hillcoat

-->
Eίχαμε φτάσει από ώρα στα γραφεία του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου και περιμέναμε τη σειρά μας για να ανακρίνουμε τον σκηνοθέτη του The Road John Hillcoat. Όταν ήρθε η ώρα μας μπήκαμε στο δωματιάκι παρέα με τους συναδέλφους Θοδωρή Καραμανώλη και Νέστορα Πουλάκο και καθίσαμε απέναντι του σαν εκτελεστικό απόσπασμα. Παρά το γεγονός ότι είχε αρκετή ώρα που έδινε συνεντεύξεις, ήταν ευδιάθετος και πρόθυμος να απαντήσει στις ερωτήσεις που του απευθύναμε. Γενικά έδειξε άνθρωπος που απολαμβάνει τη διαδικασία των συνεντεύξεων.

Γιάννης Βασιλείου: Κύριε Hillcoat έχετε κάνει αυτή τη θαυμάσια ταινία, το Proposition και έρχονται και σας προτείνουν να σκηνοθετήσετε το The Road. Πως αισθανθήκατε? Το είδατε σαν μια πρόταση που έρχεται μόνο μια φορά σε τούτη τη ζωή?
John Hillcoat: Ναι, λατρεύω τη δουλειά του Cormac McCarthy. Άλλωστε το Proposition είναι βαθύτατα επηρεασμένο από το Blood Meridian (βιβλίο του ίδιου συγγραφέα). Πήρα στα χέρια μου το The Road πρoτού εκδοθεί, άρχισα να το διαβάζω και όταν το τελείωσα συνειδητοποίησα ότι με επηρέασε βαθύτερα σε σχέση με το Blood Meridian. Είναι καταπληκτικό που μου δόθηκε η ευκαιρία να το σκηνοθετήσω! Και φυσικά είχα υπόψη μου ότι είναι δύσκολο να βρεις τόσο καλό υλικό και πιθανότατα να μην ξαναβρώ κάτι ανάλογο στην υπόλοιπη ζωή μου
Γιάννης Βασιλείου: Το μυθιστόρημα του McCarthy έχει ιδιόρρυθμη δομή και κυρίως εσωτερική δράση...πόσο δύσκολο ήταν να το μετατρέψετε σε κινηματογραφικό υλικό?
John Hillcoat: Είχα αρκετές συζητήσεις με τη δημιουργική ομάδα. Το βιβλίο διαθέτει εξαιρετικούς διαλόγους μεταξύ του Άντρα και του Παιδιού, διαλόγους τόσο ζωντανούς που τους μεταφέραμε αυτούσιους. Τα εσωτερικά στοιχεία όμως ήταν πρόκληση και η μεταφορά τους στο πανί μια πολύ ζόρικη διαδικασία. Αναγκαστήκαμε να ‘επαναδιατυπώσουμε’ οπτικά κάποια σημεία. Η βασική ιστορία όμως είναι πολύ απλή. Το ταξίδι ενός πατέρα με το γιο του, ο πατέρας που αντιδρά σε όσα συμβαίνουν έχοντας το γιο του στο μυαλό του, οι διαφορές μεταξύ τους.... Προσπαθήσαμε να επικεντρωθούμε σε αυτά και να μην λοξοδρομήσουμε αφιερώνοντας πολύ χρόνο στις υπόλοιπες παραμέτρους. Σε μεταγενέστερο στάδιο προσθέσαμε ένα voiceover σε μερικά σημεία, έτσι ώστε να αποδώσουμε κάποιες από τις σκέψεις του Άντρα τις οποίες δεν μπορεί να μοιραστεί με το Παιδί. Αυτό ήταν ένα από τα εργαλεία που χρησιμοποιήσαμε.
Φυσικά τα δύο μέσα είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Ο ίδιος ο Cormac McCarthy μου είπε ότι καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα στα δύο μέσα και υπήρξε ιδιαίτερα συγκαταβατικός και συνεργάσιμος. Δε ζήτησε ποτέ να δει το σενάριο και ήταν πάντα διαθέσιμος για να μιλήσουμε. Μου είπε <<Κάνε ότι νομίζεις! Εγώ έκανα αυτό που ήξερα καλύτερα και τώρα θα κάνεις κι εσύ αυτό που ξέρεις καλύτερα!>>
Γιάννης Βασιλείου: Την είδε την ταινία?
John Hillcoat: Ναι
Γιάννης Βασιλείου: Πώς του φάνηκε?
John Hillcoat: Ήταν μια πολύ έντονη στιγμή. Πήγαμε στο New Mexico, μαζί με τον σεναριογράφο να του την δείξουμε και αμέσως μετά την προβολή σηκώθηκε και έλειψε για περίπου δεκαπέντε με είκοσι λεπτά – τελικά έπρεπε να πάει τουαλέτα ! Περιμέναμε ανήσυχοι ώσπου να επιστρέψει, αλλά όταν επέστρεψε μας είπε ότι λάτρεψε την ταινία. Ο ‘Δρόμος’ είναι μια πολύ προσωπική ιστορία. Ήρθε στα γυρίσματα με τον γιό του, τον ίδιο του τον γιό.
Γιάννης Βασιλείου: Ανακουφιστήκατε λοιπόν όταν ο McCarthy σας είπε ότι του άρεσε.
John Hillcoat: Ω ναι. Και στα γυρίσματα που ήταν παρών άκουσα ότι συγκινήθηκε καθώς παρακολουθούσε κάποια από όσα κάναμε. Δεν αισθάνθηκε να λείπει κάτι, εκτός από μερικές ατάκες, τις οποίες όμως είχαμε γυρίσει ήδη, οπότε τις προσθέσαμε μετά.
Νέστορας Πουλάκος: Πόση σχέση έχει η σκοτεινή πλευρά της Αμερικής, όπως αυτή παρουσιάζεται στην ταινία,με την πραγματικότητα?
John Hillcoat: Έχουμε δει ήδη κάποια δείγματα αυτής της σκοτεινής πλευράς της Αμερικής. Με τον Κατρίνα, με την 11η Σεπτεμβρίου...όλα αυτά έχουν επιπτώσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Οι εταιρείες όπως και οι πολιτισμοί πάνε κι έρχονται. Κάποτε ήταν πιο δυνατές από όλους του πολιτικούς του κόσμου, αλλά πλέον έχουν περιέλθει κι αυτές στην αβεβαιότητα. Το βιβλίο μιλάει για όλα αυτά. Ξέρετε επισκέφθηκα το λόφο σήμερα (αναφέρεται στην Ακρόπολη) κι αυτό μου θύμισε ότι ολόκληροι πολιτισμοί πάνε κι έρχονται. Για αυτό δεν πρέπει να ξεχνάμε τη θέση μας στην ιστορία. Πιστεύω επίσης ότι το βιβλίο αναφέρεται στον φόβο, όπως τον βιώνουμε την τελευταία δεκαετία και την αντίδρασή μας σε αυτόν
Γιάννης Βασιλείου: Το βιβλίο είναι ένα έντονο ανάγνωσμα και περιέχει μερικές ιδιαίτερα σκληρές και αποκρουστικές εικόνες. Χρειάστηκε να μετριάσετε κάπως τη βία κατά την μεταφορά του στο πανί?
John Hillcoat: Το βιβλίο είχε ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για όλους εμάς που εργαστήκαμε στην ταινία.
Προσωπικά συμφώνησα να σκηνοθετήσω την ταινία υπό την προϋπόθεση ότι θα παραμέναμε πιστοί στο βιβλίο. Στην πορεία όμως βρήκαμε ότι μερικά στοιχεία ήταν αχρείαστα και περιττά. Όταν γυρίζεις μια ταινία δίνεις σάρκα και οστά στα πάντα και γίνεσαι μάρτυρας αυτών, τα βλέπεις ολοζώντανα μπροστά σου, η οπτικοποίησή τους δεν είναι μια διαδικασία που λαμβάνει χώρα στο μυαλό σου. Βρήκαμε λοιπόν ότι κάποιες εικόνες από αυτές στις οποίες αναφέρεστε ήταν κάπως υπερβολικές και αριθμητικά περισσότερες από όσο χρειάζεται. Επίσης ο πυρήνας της ταινίας, η καρδιά της ιστορίας είναι η σχέση του Άντρα με το Παιδί κι έτσι όσο περισσότερα εξωγενή στοιχεία τέτοιας υφής παρουσιάζεις, τόσο περισσότερο αποσπάς την προσοχή του κόσμου από το κέντρο βάρους της ιστορίας σου. Βάλαμε λοιπόν μέσα μόνο όσα στοιχεία χρειάζονταν για να διηγηθούμε επαρκώς αυτή την ιστορία
Νέστορας Πουλάκος. Πιστεύετε ότι ο McCarthy βλέπει τον κόσμο με αισιόδοξη ή με απαισιόδοξη ματιά?
John Hillcoat: Ακούστε τώρα τί γίνεται. Ο Cormac ενδιαφέρεται πολύ για την επιστήμη. Εκεί που μένει,στο Σάντα Φε, έχει την έδρα του το ινστιντούτο του Σάντα Φε, ένα ερευνητικό ίδρυμα που απασχολεί μερικά από τα μεγαλύτερα επιστημονικά μυαλά του κόσμου. Κι αυτός έχει ένα γραφείο εκεί και συζητά πολλές φορές μαζί τους. Διαθέτει έναν επιστημονικό εγκέφαλο και παράλληλα είναι ένας μεγάλος ποιητής. Ανακατεύει λοιπόν την επιστήμη με την ποίηση και δημιουργεί έναν εκρηκτικό συνδυασμό! Πιστεύω λοιπόν ότι δε βλέπει τα πράγματα απαραίτητα με οπτιμιστική ή πεσιμιστική ματιά. Τον ενδιαφέρουν οι κύκλοι της ζωής, το γεγονός ότι ο ένας πολιτισμός οδηγεί στον άλλο, ότι ένα είδος πεθαίνει και το άλλο συνεχίζει, έχει ένα ευρύ όραμα! Ακόμα κι έτσι ο Δρόμος είναι μια ιστορία για τους προσωπικούς του φόβους, για το γιο του για τον οποίο ανησυχεί και για το μέλλον. Αυτό είναι και το ζουμί της ιστορίας. Είναι σαν μια προβολή των χειρότερων φόβων ενός γονέα. Επίσης είναι επηρεασμένος από μεγάλα θεατρικά έργα, από τη βιβλική εποχή, από μύθους και ιστορίες. Για αυτόν λοιπόν το σκηνικό είναι ένα όχημα για να πει την ιστορία, δεν είναι ‘κυριολεκτικό’. Εμείς το κάναμε πιο ρεαλιστικό με το να πάμε σε μέρη όπως η Νέα Ορλεάνη.
Γιάννης Βασιλείου: Κάνατε γυρίσματα στη Νέα Ορλεάνη?
John Hillcoat: Ναι, γυρίζαμε το φιλμ ενώ ‘καθάριζαν’ όσα άφησε πίσω του ο Τυφώνας Κατρίνα. Γυρίσαμε στο βουνο St Helen, όπου είχε σημειωθεί ηφαιστειακή έκρηξη. Το μισό βουνό ανατινάχτηκε, τα δέντρα ολόγυρα ήταν ακόμη απολιθωμένα...επίσης κάναμε γυρίσματα στην Πενσυλβάνια, όπου έχουν απομείνει μερικά ορυχεία. Οπότε το φιλμ είναι περισσότερο για πράγματα που έχουμε ήδη δει, παρά μια προβολή αυτών που πρόκειται να συμβούν. Όπως το να έχεις όλα σου τα υπάρχοντα σε ένα καροτσάκι σουπερμάρκετ, κάτι που κάνουν οι άστεγοι. Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν είναι ήδη εδώ, είναι ΄Αποκάλυψη τώρα’! Για να κλείσω, αυτό είναι που ενδιαφέρει περισσότερο τον McCarthy, το ποιοί είμαστε τώρα,πώς αισθανόμαστε και που βρισκόμαστε ως άνθρωποι. Δεν δίνει μια ‘κυριολεκτική’ εικόνα του μέλλοντος.
Γιάννης Βασιλείου: Στο μεγαλύτερο μέρος του φιλμ συμμετέχουν μόνο δύο χαρακτήρες στα τεκταινόμενα επί της οθόνης. Φαντάζομαι ότι η επιλογή των ηθοποιών που θα τους ενσαρκώσουν ήταν μια δύσκολη διαδικασία.
John Hillcoat: Ναι. Ανησυχούσα για αυτό, ειδικά για την επιλογή του ηθοποιού που θα ενσαρκώσει το Παιδί.Η μεγάλη μου ανησυχία δεν ήταν το πως θα αναπλάσω τον κόσμο που εξελίσσεται η ιστορία αλλά το να βρω τον ηθοποιό που θα υποδυθεί αυτό το Παιδί! Τελικά βρήκαμε δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς για να υποδυθούν τους κεντρικούς χαρακτήρες. Ο Viggo ήταν σπουδαίος στο ρόλο του,δινει το 110 % του εαυτού του! Και είναι ένα ρόλος ο οποίος απαιτούσε σκληρές σωματικές δοκιμασίες και είναι ιδιαίτερα φορτισμένος συναισθηματικά, καθώς από τη μία κουβαλά το παρελθόν μέσα του κι από την άλλη πρέπει να προστατέψει το γιό του. Όσον αφορά τον ηθοποιό που ενσάρκωσε το αγόρι μπορώ να πω ότι ήμουν υπερπροστατευτικός απέναντί του. Ήταν όμως αρκετά ώριμος για την ηλικία του. Ήταν μικρό παιδί κι έτσι ο πατέρας του του διάβασε ολόκληρο το βιβλίο. Παρ’ολα αυτά το κατάλαβε με τρόπο εξωπραγματικά ώριμο για την ηλικία του!
Γιάννης Βασιλείου: Μια τελευταία ερώτηση. Ετοιμάζουμε στο cinemanews.gr κάτι σχετικό και είμαι υποχρεωμένος να σας ρωτήσω: ποια ταινία αυτής της δεκαετίας θεωρείτε την καλύτερη?
John Hillcoat: Χμμμ...για να δούμε...έχω ένα πρόβλημα με τις ημερομηνίες και τους χρόνους...ήταν μια καταπληκτική δεκαετία, είναι δύσκολο να σκεφτώ κάποια συγκεκριμένη. Γυρίστηκαν πολύ καλές ταινίες πρόσφατα. Το Hurt Locker για παράδειγμα ήταν μια εξαιρετική δουλειά, απεικόνισε τον φόβο και την παράνοια που επικρατεί στη Μέση Ανατολή....χμμμ...είναι τόσα πολλά. Θέλω να τα δω. Ακούω ότι το Un Prophet είναι καλό, θέλω να το δω αυτό! Χμμμ...ο Borat ήταν πολύ αστείος! (3 όλε για τον John Hillcoat). Προσπαθώ όμως να σκεφτώ κάποια συγκεκριμένη. Είναι δύσκολο...
Γιάννης Βασιλείου: Το The Road ή το Proposition ίσως?
John Hillcoat: (Στο σημείο αυτό, παρά την οξφορδιανή προφορά μου και την πεντακάθαρη άρθρωση μου, ο
Hillcoat παράκουσε. Άκουσε μάλλον old ή κάτι τέτοιο και φαντάστηκε ότι μιλούσα για ταινίες παλιότερων δεκαετιών) Όλα τα αγαπημένα μου φιλμ είναι παλιά. Αμερικάνικες ταινίες της δεκαετίας του 70. Και ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος έχει παραδώσει μεγάλες ταινίες...ο ασιατικός επίσης, Κουροσάβα, Όζου.. έχω ένα ευρύ και εκλεκτικό γούστο όσον αφορά τον κινηματογράφο. Θέλω να δω την νέα ταινία του Χάνεκε (εδώ αντιμετωπίσαμε ένα πρόβλημα με την προφορά του ονόματος του και κλείσαμε το θέμα σε κάτι που θυμίζει το εβραϊκό Χάνουκα...). Δεν την έχω δει, αλλά πιστεύω ότι είναι ένας μοναδικός δημιουργός...κι ο Κιαροστάμι, που έχει πολλά χρόνια ως δημιουργός έχει κάνει μερικά εξαιρετικά φιλμ αυτή τη δεκαετία...χμμμ...
Γιάννης Βασιλείου: Με καλύψατε, μη ζορίζεστε άλλο! Σας ευχαριστούμε πολύ
John Hillcoat: Κι εγώ σας ευχαριστώ. Κι ελπίζω να δείτε τον Δρόμο και να σας αρέσει
Γιάννης Βασιλείου: Κι εμείς το ελπίζουμε...

Υ.Γ.1 Για την ιστορία το είδαμε και μας άρεσε.

Υ.Γ.2 Να ευχαριστήσουμε τον Θοδωρή Καραμανώλη για την πολύτιμη βοήθειά του στην απομαγνητοφώνηση.

Y.Γ.3 Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του www.cinemanews.gr