Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Looper (2012)






Δύσκολα θα είχε γυριστεί το «Looper» σε μεγάλο στούντιο με όρους υπερπαραγωγής. Τουλάχιστον όχι στην τωρινή του μορφή. Κάποιος παραγωγός θα προέτρεπε τον Rian Johnson ευγενικά («ή κάνεις αυτό που σου λέω ή θα φροντίσω από εδώ και στο εξής να γυρίζεις τηλεταινίες με γατιά και τον Tony Danza») να περάσει “στο ψητό”. Και “στο ψητό” για τη μέση, τυπική υπερπαραγωγή δράσης, σημαίνει να προχωρήσει στα set pieces και να παρατήσει τα κομμάτια, που θα κάνουν –κατά τη γνώμη του παραγωγού- το κοινό να βαρεθεί. Δηλαδή όλα εκείνα που απαρτίζουν τη δραματουργία. Ακόμα όμως κι αν υποθέταμε ότι έκανε πίσω και έδινε στο Rian Johnson ελευθερίες που παρέχονται μόνο σε ονόματα όπως o Spielberg, ο Cameron και εσχάτως ο Nolan, σε καμία περίπτωση δε θα του επέτρεπε να παραβεί έναν αυστηρά απαράβατο κανόνα της βιομηχανίας, απεικονίζοντας κάτι, που, αν «το δείξεις στην ταινία σου, το κοινό δε θα σου το συγχωρέσει ποτέ».

Ευτυχώς ο Johnson γύρισε την ταινία υπό την αιγίδα της ανεξάρτητης Endgame Entertainments (με τη συνδρομή κινέζικων κεφαλαίων). Έτσι του δόθηκε η δυνατότητα να πλάσει πολυδιάστατους χαρακτήρες που φέρουν βάρος συναισθηματικό, να χαμηλώσει τους ρυθμούς προκειμένου να θεμελιώσει τις σχέσεις ανάμεσα τους, να εντάξει στο φιλμ του θεματικές όπως εκείνη της ανατροφής και των συσχετισμών της με την παραγωγή του κακού και να δοκιμάσει να εντυπωσιάσει το κοινό, όχι με ομοβροντία καλοσχεδιασμένου CGI, αλλά με την αφηγηματική του δεινότητα. Και έπλασε ένα συναρπαστικό φιλμ διαρκών ανατροπών και εκπλήξεων, στο οποίο η διάθεση του θεατή απέναντι στους ήρωες αλλάζει με συχνότητα… «Ψυχώ». Για τα «δάνειά» του από επιφανείς τίτλους του genre δεν ντρέπεται. Αλλιώς δε θα ονόμαζε Sarah τον χαρακτήρα της Emily Blunt, ούτε θα επιστράτευε τον Bruce Willis (βουβά σπαραχτικός στην σπουδαιότερη ερμηνεία του φιλμ), τοποθετώντας τον σε μια κατάσταση στην οποία έχει ξαναβρεθεί στο φιλμικό του παρελθόν. 


Αν η ταινία του δεν κατορθώνει τελικά να πλασαριστεί στο ίδιο σκαλί του βάθρου με εκείνες στις οποίες αναφέρεται, είναι επειδή στο αξιαγάπητα ουμανιστικό φινάλε η ελπίδα θριαμβεύει έναντι της απόλυτης δυστυχίας , που έχει προηγηθεί, μέσω μιας συζητήσιμης, συμβιβαστικής σεναριακής επιλογής, που μοιάζει τεχνητή, παρά φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Το σημαντικό όμως είναι ότι ο Rian Johnson παραδίδει σε κάθε νέα του κινηματογραφική εξόρμηση μια ταινία καλύτερη από την προηγούμενη. Η μεγάλη του στιγμή ίσως να μην είναι μακριά.



 

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Cosmopolis (2012)





Η ατέλεια της ανθρώπινης φύσης είναι μια θεματική που διατρέχει το σύνολο της φιλμογραφίας του Κρόνενμπεργκ. Επόμενο ήταν ο τελευταίος να βρει υλικό που τον ενδιαφέρει στο βιβλίο του Ντε Λίλο, όπου ήρωας είναι ένας άνθρωπος που τα έχει όλα και, όπως δηλώνει ο ίδιος, θέλει περισσότερα. 

Περιπλανώμενος εντός πολυτελούς, μηχανοκίνητου φρουρίου σε μια πόλη, όπου εμφανώς κάτι δεν πηγαίνει καθόλου καλά, ο Έρικ συναντά ανθρώπους και συλλέγει εμπειρίες, ακολουθώντας μια (αυτο)καταστροφική πορεία, που στόχο έχει να εκπληρώσει τον υπέρτατο πόθο κάθε γνήσιου κρονενμπεργκικού ήρωα, τη μεταμόρφωση. Κι αν αυτή στο παρελθόν μεταφραζόταν σε αποκρουστική εικονογραφία, εσχάτως τελείται σε καθαρά διαλογικά πλαίσια. Οι πένες που αφορίζουν αυτή την «μεταμόρφωσή» του σινεμά του Κρόνενμπεργκ, θεωρώντας την στροφή 180 μοιρών, λησμονούν ότι και το μυαλό είναι τμήμα του σώματος. Εν προκειμένω βέβαια η πυκνογραμμένη πρόζα του Ντε Λίλο, που συνοψίζεται σε μια σειρά παράλληλων μονολόγων μεταξύ των παριστάμενων χαρακτήρων, είναι λογοτεχνική και σποραδικά απροσπέλαστη, εμποδίζοντας την «απορρόφηση» από τα δρώμενα. Προτού όμως το Cosmopolis καταχωρηθεί οριστικά στους minor τίτλους του Κρόνενμπεργκ, δικαιούται, νομίζω, μια επαναληπτική προβολή. Ίσως αποβεί διαφωτιστική.





 

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Damsels in Distress (2011)





Οι ήρωες του Stillman είναι ελιτιστές. Ανήκουν σε μια ιδιαίτερη, οικονομικά εύρωστη κοινωνική ομάδα με δικούς της κώδικες, που θεωρεί ποιοτικά κατώτερους εκείνους που δεν τους ακολουθούν. Είναι επίσης λιγότερο έξυπνοι από όσο νομίζουν. Εκείνο όμως που κάνει τον Stillman να ξεχωρίζει από τον μέσο καυτηριάζοντα την αριστοκρατία δημιουργό είναι πως, ενώ εμπαίζει τους χαρακτήρες του, δείχνει παράλληλα γοητευμένος από αυτούς και τον τρόπο ζωής τους.
 
Έπειτα από δεκατρία χρόνια απουσίας από τα κινηματογραφικά πράγματα o Αμερικανός δημιουργός επιστρέφει με μια «κοινωνιολογική» κομεντί, στα πρότυπα εκείνων που προηγήθηκαν. Αφηγείται την ιστορία μιας τετράδας φοιτητριών κολεγίου με δραστηριότητες ,όπως η συντήρηση κέντρου αποτροπής αυτοκτονιών, που θεραπεύει πάσχοντες από κατάθλιψη βάζοντας τους να χορέψουν κλακέτες, και η προσπάθεια επιμόρφωσης των κοινωνικά και διανοητικά κατώτερων αρσενικών μελών μιας όχι ιδιαίτερα δημοφιλούς αδελφότητας του κολεγίου.

Εκείνο που κάνει μια ταινία του Stillman να ξεχωρίζει είναι οι διάλογοι. Μέσα από μια σειρά συζητήσεων με ευρεία θεματολογία, που καλύπτει από ταξικές διαφορές μέχρι υπαρξιακές ανησυχίες, κατά τις οποίες οι χαρακτήρες του εκτίθενται, ο Stillman δημιουργεί ένα εναλλακτικό, κινηματογραφικής υφής σύμπαν που κάνει το σινεμά του να μη μοιάζει με τίποτα άλλο (και σίγουρα όχι με εκείνο του Wes Anderson, με τον οποίο τον συγκρίνουν κάποιοι, καθώς στο σινεμά του τελευταίου η εικόνα είναι το Α και το Ω).


Το Damsels in Distress διαθέτει περισσότερα gags από το σύνηθες, μια τρισχαριτωμένη πρωταγωνίστρια στο πρόσωπο της Greta Gerwig και ένα τρυφερό, σινεφιλικό κλείσιμο όπου οι χαρακτήρες  χορεύουν ένα νούμερο του Fred Astair. Ως είθισται κάποιοι από τους χαρακτήρες του βρίσκουν τον εαυτό τους πίσω από τους κανόνες συμπεριφοράς της κοινωνικής ομάδας στην οποία μετέχουν και άλλοι όχι. Η αφηγηματική πορεία προς αυτή την ανακάλυψη εδώ δεν φαίνεται τόσο μελετημένη όσο στα προηγούμενα φιλμ του. Σε κάθε περίπτωση όμως το Damsels in Distress είναι μια καλή εισαγωγή στο ιδιοσυγκρασιακό σύμπαν του Stillman για τους αμύητους. Kαι μια ευπρόσδεκτη επανάληψη για τους μυημένους.



Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

The Dictator (2012)





Tο κύριο επιχείρημα μερίδας της κριτικής, που αντιστέκεται με σθένος απέναντι στα θέλγητρα του «The Dictator», συνοψίζεται στο ότι το φιλμ είναι αναποτελεσματικό ως σάτιρα. Το ερώτημα είναι εάν, επειδή οι δύο ταινίες που έκαναν το ταλέντο του Sacha Baron Cohen ευρύτερα γνωστό – η μία εκ των οποίων άκρως επιτυχημένη- ανήκαν στην ευρύτερη οικογένεια της σάτιρας, ο βρετανός κωμικός είναι υποχρεωμένος να παραδίδει σατιρικά φιλμ.

Στα δικά μου μάτια το «The Dictator» είναι μια αγνή φαρσοκωμωδία . Αυτός φαίνεται να ήταν ο στόχος που είχε θέσει το δίδυμο Cohen- Charles εξαρχής και η εγκατάλειψη του format του ψευδοντοκιμαντέρ είναι, φρονώ, ένας τρόπος για να αποσυνδεθεί το φιλμ από τα δύο που προηγήθηκαν. Με εξαίρεση ένα λογύδριο στο τέλος που (θα ήθελε να) παραπέμπει στον άλλο Δικτάτορα, τον «Μεγάλο», δεν υπάρχει τίποτα πολιτικά στοχευμένο και σάτιρα μη στοχευμένη, απλώς δεν είναι σάτιρα. Ως φαρσοκωμωδία λοιπόν το φιλμ πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις. Δηλαδή είναι αστείο.


Μετριάζοντας ελαφρώς την τραχύτητα του χιούμορ τους, παραμένοντας όμως σταθερά politically incorrect, οι Cohen Charles πυροβολούν  το κοινό με σωρεία επιτυχημένων gags (“ τα crocs είναι το διεθνές σύμβολο του ανθρώπου, που έχει εγκαταλείψει κάθε ελπίδα»), διατηρούν τη χρονική διάρκεια σε ευπρεπή (για την περίσταση) επίπεδα και πραγματοποιούν ακόμα μία ξεκαρδιστική προσθήκη στην κοινή φιλμογραφία τους. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.