Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Men in Black III (2012)



Κάποτε η ενημέρωση για τα στάδια της προ-παραγωγής και των γυρισμάτων μιας μεγάλης κινηματογραφικής παραγωγής ήταν σχεδόν μηδενική. Ειδικά την «χρυσή εποχή» των σταρ και των μεγαλοπαραγωγών μια ταινία μπορούσε να αλλάξει δύο και τρεις σκηνοθέτες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, δίχως αυτό να γίνει γνωστό (ή να γνωστοποιείται, αλλά μεταγενέστερα) και δίχως να προοικονομεί ένα καταστροφικό αποτέλεσμα στα μάτια του φιλοθεάμονος κοινού.

 Σήμερα με την ταχύτητα διάδοσης πληροφοριών μέσω του ίντερνετ σχεδόν τίποτα δε μένει κρυφό. Κι αν αυτό λειτουργεί ευεργετικά για εκείνους που ηδονίζονται καταναλώνοντας ειδήσεις σχετικές με την παγκόσμια κινηματογραφική παραγωγή, όπως ο υπογράφων, η είδηση και μόνο της διενέργειας (ακόμα και προγραμματισμένων)επαναληπτικών γυρισμάτων  αρκεί για να σημάνει συναγερμός στη σινεφίλ κοινότητα και να δημιουργήσει ένα (συνήθως αναπότρεπτο) αρνητικό buzz γύρω από το σχετικό φιλμ. Φανταστείτε λοιπόν το σούσουρο που προκάλεσε η είδηση ότι το Men in Black III ξεκίνησε γυρίσματατ ο Νοέμβριο του 2010, για να παγώσει στη συνέχεια η παραγωγή, επειδή το σενάριο ήταν ολοκληρωμένο μόνο κατά το 1/3. Οι βιτριολικές αναρτήσεις στα απανταχού sites και blogs έπεφταν βροχή, οι γραφιάδες ανησυχούσαν για την διόγκωση του budget–λες και τα βάζουν από την τσέπη τους- και η αντιμετώπιση του φιλμ από τους φαν προσομοίαζε σε εκείνη των προσφύγων από τον Παπα-Γρηγόρη και τους κατοίκους της φιλόξενης κοινότητας της Λυκόβρυσης στο «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται».

Είναι δεδομένο πως, επηρεασμένοι από την περιρρέουσα αρνητική ατμόσφαιρα και από την γνώση των προβλημάτων της παραγωγής, αρκετοί κριτικοί θα γράψουν ότι η ταινία ξεκίνησε γυρίσματα χωρίς να έχει γραφτεί η δεύτερη και η τρίτη πράξη κι αυτό φαίνεται. Κι όμως, αν δεν το γνώριζες, δύσκολα θα το παρατηρούσες. Η αφήγηση κάνει έναν αρμονικό κύκλο, ολοκληρώνοντας την ιστορία δίχως κενά με έναν τρυφερό, σπιλμπεργκικό επίλογο, που δίνει μια διαφορετική διάσταση στη μυθολογία των Ανδρών με τα Μαύρα, ενώ ο τόνος του φιλμ είναι απόλυτα ισορροπημένος.
  
Επιλέγοντας να στηρίξουν την πλοκή γύρω από ένα ταξίδι στον χρόνο, οι σεναριογράφοι του φιλμ κάνουν μια σοφή επιλογή. Δεδομένου ότι το ταξίδι στον χρόνο ποτέ δεν μπορεί να βγάζει απολύτως νόημα, αντί να ακολουθήσουν μια υπερ-αναλυτική προσέγγιση που να καλύπτει τις πιθανές επιπλοκές ενός τέτοιου ταξιδιού, ώστε να το κάνουν πιο πιστευτό, το υιοθετούν ως απλό μηχανισμό που θέτει την πλοκή σε εξέλιξη και το παραμερίζουν διακριτικά. Από το 12 Μonkeys μέχρι το Source Code  αυτή είναι η συνταγή της επιτυχίας και «τερατογενέσεις» όπως το (παραδόξως δημοφιλές στα video club στην εποχή του) Φαινόμενο της Πεταλούδας αποδεικνύουν τί μπορεί να πάει στραβά, όταν προσπαθείς να ακολουθήσεις μια πιο επιστημονικοφανή οδό. 

Το ταξίδι στο ’69 δίνει την αφορμή για μια σειρά από απολαυστικές  ποπ αναφορές(ξεκαρδιστική η σεκάνς στο Factory, το εργαστήρι του Άντι Γουόρχολ) και τη δυνατότητα στον Ρικ Μπέικερ να πλάσει εξωγήινα πλασματάκια που παραπέμπουν στις αρκετά πιο χοντροκομμένες φιγούρες, που κοσμούσαν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας την δεκαετία του ’50. Ο Τζος Μπρόλιν φορά με επιτυχία τα παπούτσια του Τόμι Λι Τζόουνς (είναι μικρότερός του μόνο κατά 21 χρόνια, στην ταινία όμως ο πράκτορας Κέι υποτίθεται πως είναι 29 ετών κι αυτό δίνει το έναυσμα για ένα εύστοχο running joke) και έτσι δεν διαταράσσεται το βασικό ατού των Men in Black,που είναι η χημεία του πρωταγωνιστικού διδύμου. Δίχως να αγγίζει απολύτως τα επίπεδα διασκέδασης του πρώτου Men in Black, το Men in Black III είναι ένα αξιοπρεπέστατο μπλοκμπάστερ και σηματοδοτεί το comeback του Μπάρι Σόνενφελντ, που είχε να σταυρώσει καλή ταινία από τότε.


Υ.Γ. Το 3-D παραδοσιακά προκαλεί κόπωση στα μάτια και φύρα στην φωτεινότητα του κάδρου. Νισάφι πια.

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

ΡΗΣΕΙΣ, ΑΞΙΩΜΑΤΑ, ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΙ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ, ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ - CHAPTER SEVEN: ΒΑΡΑΚ ΚΑΡΝ, Υποκεφάλαιο 3




Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια του Νέστορα εδώ

(Σημ.: Επειδή η google κατά τη μετάβαση σε παλαιότερες και νεότερες αναρτήσεις κάνει τα δικά της, προσέξτε την αρίθμηση των κεφαλαίων. Μια κοινωνική προσφορά του cinetairou προς εσάς, τους φανατικούς αναγνώστες της εποποιίας του βασιλιά Νέστορα)





Καταχνιά. Ο σοφός βασιλιάς Νέστορας δεν την έβλεπε αλλά την ένιωθε στο πετσί του, φυλακισμένος όπως ήταν πίσω από την πόρτα που κλειδώνει μόνο από μέσα και ανοίγει μόνο απ’ έξω. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Συχνά νόμιζε πως άκουγε την αηδιαστική φωνή του Παγώνη του Κσουλικιάρη, του κουλού και κουτσού βασιλικού ρουφιάνου, που δε μπορεί να συρθεί σαν το σκουλήκι και σέρνεται με την κοιλιά σαν φίδι κολοβό, να γελά χαιρέκακα, πνιχτή, ανάμεσα σε βρύα, λειχήνες και διάφορες ακαθαρσίες που γυροφέρνουν στο στόμα αυτού του σιχαμερού ανθρωπόμορφου γαστρόποδου. Χαμογέλασε. Σκέφτηκε ότι είναι τυχερός που δεν του χάρισε απογόνους καμία από τις συντρόφους με τις οποίες πλάγιαζε τρυφερά, αφού τις αναισθητοποιούσε στοργικά με χλωροφόρμιο. Πώς να φέρεις παιδιά σε ένα κόσμο που βασιλεύει η κακία και η μοχθηρία, σε ένα κόσμο που δε μπορείς να εμπιστευτείς ούτε το βασιλικό σου ρουφιάνο, σε ένα κόσμο που η αγάπη έχει αντικατασταθεί από το συμφέρον, η ηθική έχει παραμεριστεί από την χυδαιότητα κι ο Μαραβέγιας τραγουδά στον Μουζουράκη ‘φίλα με ακόμα’?

 Το χαμόγελο γρήγορα έσβησε από το πρόσωπό του κι αντικαταστάθηκε από μια συνεσταλμένη έκφραση αγωνίας. Είχε παγιδευτεί σε κάποια ερεβώδη στοά της τρομερής σπηλιάς του Βάρακ Καρν, στο άντρο της τρέλας, σε ένα μέρος από το οποίο κανείς δε γύρισε ζωντανός και κανείς δεν έμεινε πεθαμένος. Έκανε μερικά βήματα μπροστά. Μάταιος κόπος. Τίποτα δε μπορούσε να διακρίνει. Το σκοτάδι ήταν σκοτεινό σαν σκοτάδι. Κι ο άνεμος φυσούσε σαν άνεμος. Είχε έρθει το τέλος του άραγε? Δε θα ξανάβλεπε ποτέ τις πεντάμορφες κοιλάδες της Πίνδου, που τώρα την άνοιξη γεμίζαν χρώματα, από τα άνθη που ανθούσαν, κι ευχάριστες οσμές, πηγάζουσες από τα ζώα που τα τσαλαπατούσαν? 


Προτού κραυγάσει ‘ωιμέ’ ένιωσε κίνηση πίσω του. Γύρισε κι εκείνο που αντίκρισε ήταν μια λάμψη να κινείται προς το μέρος του. Τι πλάσμα ανήκουστο ετοιμαζόταν να δώσει τέλος στη ζωή του βασιλιά Νέστορα? Ότι κι αν ήταν, θα το αντιμετώπιζε με σθένος, σαν άξιος κι ανδρείος βασιλιάς που ήταν. Μα..μα τι έκπληξη κι αυτή! Ποιος φιλεύσπλαχνος θεός του Ολύμπου έστειλε το θείο δώρο της σωτηρίας στα χέρια του βασιλιά Νέστορα κι ας απείχαν τα γενέθλιά του οχτώμισι αρχαίους μήνες? Η λάμψη που πλησίαζε ολοένα και περισσότερο προερχόταν από ένα φανό. Και τον φανό κρατούσε στο δεξί του χέρι ο πιστός και μωρός καρχηδόνιος υπηρέτης του βασιλιά Νέστορα, ο Κοσταλλέλος ο Ρόγχος. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα κούτσουρο. «Βασιλιά μου», είπε ο Κοσταλλέλος όταν πλησίασε αρκετά, « είμαι σχεδόν βέβαιος πως αυτό εδώ είναι ένα κούτσουρο» και πρόταξε το κούτσουρο που κρατούσε στο αριστερό του χέρι. Ο βασιλιάς Νέστορας χίμηξε στον Κοσταλλέλο κι άρχισε να τον αγκαλιάζει, για πρώτη φορά στη ζωή του πλημμυρισμένος από χαρά που έβλεπε μπροστά του τον κρετίνο υπηρέτη του.
«Δεν ξέρω ποιος ούριος άνεμος σε έφερε εδώ Κοσταλλέλο, αλλά ευλογημένος να ’ναι σαν άνεμος και σαν ούριος που είναι» φώναξε, γελώντας  σχεδόν ανατριχιαστικά, ωσάν μικρό παιδί που πήρε το πορτοφόλι του πατέρα του, έβγαλε τα χαρτονομίσματα ένα ένα, έβαλε στη θέση τους αυτοκόλλητα του Νίκου Τσιαντάκη από το άλμπουμ της Panini για το πρωτάθλημα της σεζόν 93-94 κι έπειτα πήρε τα χαρτονομίσματα, τα έστριψε ,έκανε πως τα καπνίζει, τα πέταξε στο τασάκι, έβαλε φωτιά στο περιεχόμενό του και άδειασε τις στάχτες στα ολόφρεσκα λαμέ γοβάκια της μητέρας του. «Πως βρέθηκες εδώ Κοσταλλέλο?», η εύλογη απορία του βασιλιά Νέστορα.

Ο Κοσταλλέλος κοίταξε γύρω του απορημένος και ύστερα γύρισε και είπε του βασιλιά Νέστορα «δεν ξέρω βασιλιά μου. Κάτι με έκανε να έρθω τρέχοντας εδώ, αλλά δεν ξέρω τι»

«Δεν έχει σημασία πιστέ και μωρέ μου υπηρέτη. Αυτό που έχει σημασία είναι πως ήρθες. Και τώρα μπορούμε να βγούμε από αυτή τη φυλακή. Κανείς δε θα μας περιμένει κι οι δρόμοι θα ναι αδειανοί. Και θα βρούμε το σοφό γέροντα που κατέχει το μαντζούνι που μπορεί να θεραπεύσει το αχρηστευμένο γόνατο του Διαγόρα του Ρόδιου, του ταχύτατου δεκαθλητή που του αρέσει το τρέξιμο. Ας βιαστούμε μόνο γιατί ο χρόνος είναι εναντίον μας», είπε και λίγο πριν κινήσει προς την πόρτα που κλειδώνει μόνο από μέσα και ανοίγει μόνο απ’ έξω γύρισε ξανά προς τον Κοσταλλέλο. «Άφησες ανοιχτή την πόρτα έτσι?»


Ο Κοσταλλέλος τον κοιτούσε αποβλακωμένα.


Ο Βασιλιάς Νέστορας τον κοίταξε σιωπηλός για κάμποσα δευτερόλεπτα και μετά μίλησε. «Γιατι?», τον ρώτησε παγερά.
«Την έκλεισα, γιατί ανοίγοντας την άρχισε να βγαίνει έξω κρύος αέρας και έπρεπε να την κλείσω, για να μην βγει όλος και τελειώσει», απάντησε ο Κοσταλλέλος συνεχίζοντας να τον κοιτά αποβλακωμένα.


Ο Βασιλιάς Νέστορας έμεινε ασάλευτος. Έπειτα χαμογέλασε γλυκά, πλησίασε τον Κοσταλλέλο και ακούμπησε το σβέρκο του με το δεξί του χέρι. Τον χάιδεψε τρυφερά για λίγο, συνεχίζοντας να χαμογελά, μα έξαφνα το βλέμμα του σκοτείνιασε. Γράπωσε τους ανθρακοειδείς βοστρύχους του υπηρέτη του, χτύπησε το κεφάλι του με δύναμη στο έδαφος και άρχισε να το τρίβει πέρα δώθε ουρλιάζοντας.

«Φάε χώμα τρισάθλιε και πανηλίθιε άνθρωπε, απ’τις βελανιδιές πιο αφασικέ κι από τον μαϊντανό πιο βλάκα. Φάε χώμα εκφυλισμένη μάζα από κρέας, που μόνο συμφορές έχεις φέρει από την καταραμένη εκείνη ώρα που είχα τη φαεινή ιδέα να σε μπάσω στο παλάτι μου. Φάε χώμα, γιατί αυτό είναι που σου αξίζει. Θα φας τόσο χώμα που για τον επόμενο μήνα θα κατουράς λάσπη», κραύγαζε μανιασμένα ο βασιλιάς Νέστορας, έχοντας τους πνιχτούς λυγμούς του Κοσταλλέλου να του κρατούν σεγόντο. Μόνο όταν κουράστηκε να τρίβει με λύσσα το κεφάλι του καρχηδόνιου υπηρέτη του στο έδαφος, έπαψε να το κάνει. Λαχανιασμένος πια, κάθισε ανακούρκουδα κι αφού πήρε δυο ανάσες, είπε με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Δε θα σε σκοτώσω, όχι. Πρέπει να φανώ ψύχραιμος. Έχουμε μια αποστολή να φέρουμε εις πέρας. Τουλάχιστον έφερες το φανό και βλέπουμε. Κάπου θα υπάρχει μιαν άλλη έξοδος. Θα προχωρήσουμε μες στη στοά και θα την βρούμε. Και μόλις βγούμε από εδώ, θα εύχεσαι να σε είχα σκοτώσει, γιατί αυτά που θα σου κάνω από δω και μπρος θα κάνουν εκείνα που σου ‘κανα ως τώρα να μοιάζουν με αναπαράσταση σαπφικού έρωτα. Προχώρα υπάνθρωπε», πρόσταξε κι αφού τον σήκωσε όρθιο, του κατάφερε ένα λάκτισμα στον πισινό, ώστε να ξεκινήσει να περπατά.



----------------------------------------------------------------------------------



Περπατούσαν για ώρα και οι ανατριχιαστικές ανάγλυφες παραστάσεις εικόνων δεξιά κι αριστερά ενέτειναν την αγωνία του βασιλιά Νέστορα. Αν πριν είχε κάποια αμφιβολία, τώρα ήταν βέβαιος πως είχαν εισχωρήσει σε μια ανίερη φωλιά ξεχασμένων μυστικών, μια φωλιά που είχε να εξερευνηθεί από ανθρώπινα πόδια για ανυπολόγιστο καιρό – αν είχε εξερευνηθεί ποτέ- μια φωλιά που είχε γίνει μαυσωλείο μιας λησμονημένης εποχής. Τα διακοσμητικά σχέδια, σκαλισμένα με τεχνική αλλόκοτη,  αντλούσαν θέματα από τη ζωή της χαμένης εποχής της δημιουργίας τους, με σημειολογία που θα χρειαζόταν διαφορετικό διανοητικό εξοπλισμό για να γίνει πλήρως αντιληπτή από έναν άνθρωπο της εποχής, ακόμα κι αν αυτός ήταν ο σοφός βασιλιάς της Πίνδου. Το ένα απεικόνιζε πλάσμα που στο σημερινό άνθρωπο θα θύμιζε ένα ανίερο αμάλγαμα φιγούρων από έργο του Γουίλιαμ Μπλέικ, του Φράνσις Μπέικον, του Λιρόι Νίμαν και του Νίκου Εγγονόπουλου να κρατά με δύο από τις υπεράριθμες προεκτάσεις της ασυμμετρικής σωματοδομής του -που μάλλον λειτουργούσαν ως άνω άκρα- σκεύος απροσδιόριστου σχηματισμού, και να χύνει αλεύρι σε μια τεράστια κατσαρόλα. Τα δύο τεράστια στήθη, που όμοια τους δεν είχε δει ο βασιλιάς Νέστορας ούτε στην πιο ζουμερή παρθένα υπήκοο της οποίας τον κήπο με το άροτρο του όργωσε, τον οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι το πλάσμα που απεικόνιζε το ενοχλητικό σχέδιο ήταν γένους θηλυκού. 


Το επόμενο σχέδιο τάραξε ακόμα περισσότερο την ήδη διαταραγμένη ψυχολογική του κατάσταση. Στο ίδιο σκηνικό που λάμβανε χώρα το προηγούμενο φρικιαστικό σχέδιο είχε προστεθεί ακόμα μια ανατριχιαστική φιγούρα, όμοιας σωματοκατασκευής με εκείνη που ήδη υπήρχε, αλλά γένους αρσενικού, όπως μαρτυρούσε το τεράστιο ανδρικό μόριο που παλλόταν ελεύθερο ανάμεσα σε δύο από τις υπεράριθμες προεκτάσεις του σώματος του πλάσματος –που μάλλον λειτουργούσαν ως κάτω άκρα- τόσο μεγάλο, που σχεδόν έφτανε σε μέγεθος το αναπαραγωγικό όργανο του ίδιου του βασιλιά Νέστορα. Η συνολική εικόνα όμως που απεικόνιζε το σχέδιο, έκανε το βασιλικό αίμα που έτρεχε στις βασιλικές φλέβες του βασιλιά Νέστορα να παγώσει βασιλικά. Το θηλυκό πλάσμα χτυπούσε με την τεράστια κατσαρόλα το κεφάλι του αρσενικού πλάσματος, κραδαίνοντας με ένα από τα ψευδο-άκρα του μια κλεψύδρα, την οποία επιδείκνυε στο αρσενικό πλάσμα για ακατανόητους λόγους.


Ο Βασιλιάς Νέστορας ,με την όπως πάντα αλάνθαστη ικανότητα του να προβλέπει επιτυχώς αρκετά από τα μελλούμενα, γνώριζε ότι ανάλογη τελετουργία δε θα συνέβαινε ποτέ ανάμεσα σε ανθρώπινα πλάσματα. Αυτή του η γνώση όμως δεν αρκούσε για να διασκεδάσει τον τρόμο που κυρίευε το λογισμό του, στη σκέψη και μόνο πως τούτη η φριχτή αντιστροφή της δυναμικής στις σχέσεις αρσενικού και θηλυκού κάποτε ήταν το συνήθως συμβαίνον.

«Ας σταματήσουμε εδώ Κοσταλλέλο, να ξαποστάσουμε και να κοιμηθούμε λίγο» είπε ο βασιλιάς Νέστορας κι αφού έστρωσε προσεκτικά τον Κοσταλλέλο στο δάπεδο, ξάπλωσε πάνω του κι αποκοιμήθηκε


-------------------------------------------------------------------



Έτρεχαν μανιασμένα και οι δυο τους. Έτρεχαν έντρομοι, παίρνοντας μικρές κοφτές ανάσες, όποτε τους δινόταν η ευκαιρία. Ο βασιλιάς Νέστορας γύρισε να δει τι ήταν αυτό που τους κυνηγούσε, μα έρεβος ήταν εκείνο που αντίκρισε. Συνέχισαν να τρέχουν, ώσπου έξαφνα σκόνταψαν σε ένα νερόλακκο, διατηρώντας την ισορροπία τους. Μια σταγόνα βρώμικου νερού τινάχτηκε κι έπεσε στο μάγουλο του βασιλιά Νέστορα. Την σκούπισε. Κι ύστερα μια δεύτερη προσγειώθηκε στον καρπό του δεξιού χεριού του


Ο βασιλιάς Νέστορας άνοιξε τα μάτια του καταϊδρωμένος. Τι φριχτό όνειρο. Ή μήπως ήταν όραμα; Κάποτε δυσκολευόταν να ξεχωρίσει ανάμεσα στα δυο τους. Το συλλογισμό του διέκοψε μια σταγόνα νερού που προσγειώθηκε κατευθείαν στην καμάρα της μύτης του. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το πέτρινο ταβάνι με τους απόκοσμους, βραχώδεις σχηματισμούς. Περισσότερες σταγόνες νερού προσγειώθηκαν στο σώμα του, αλλά και γύρω από αυτόν. Ψιχάλιζε. Είναι δυνατόν να βρέξει σε εσωτερικό χώρο? Όταν ο εσωτερικός χώρος ονομάζεται Βάρακ Καρν είναι. 


«Ξύπνα Κοσταλλέλο, πρέπει να προχωρήσουμε», είπε στον Κοσταλλέλο που κοιμόταν ακριβώς από κάτω του. Καθώς σηκώθηκαν η βροχή εντεινόταν. Δεν έκαναν παρά μόνο μερικά βήματα όταν πλάσματα που βγαίνουν με τις πρώτες ψιχάλες έκαναν την εμφάνισή τους. Στα αριστερά τους μια σειρά από σαλιγκάρια σερνόταν σαν τον Παγώνη τον Κσουλικιάρη, δίχως όμως να σαπίζει η ανόργανη ύλη του εδάφους στο διάβα τους, όπως συνέβαινε όταν σερνόταν το αηδιαστικό εκείνο σαμιαμίδι, που πρόδωσε το βασιλιά Νέστορα. Στα δεξιά τους ξεφύτρωσαν πέρσες πωλητές ομπρέλας που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους. «Πάρε κομπάρε, 5 μνες η μία», πρότεινε ο ένας. « Εγώ δίνει 5 μνες τα δύο. Τσάμπα πράμα λέμε.», αντιπρότεινε ο άλλος. «Εγώ έκει ματόχαντρα που διώχνει κακό μάτι κι εσύ άμα βάλει, πιάσει παιδί», είπε ένας τρίτος.


Και καθώς η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς, οι πωλητές συσσωρεύονταν σχηματίζοντας μια ανθρώπινη μάζα μέσα από την οποία οι δύο ήρωες μας πάσχιζαν να προχωρήσουν, με το λασπωμένο έδαφος να δυσχεραίνει τη διέλευσή τους. Με τα πολλά κατάφεραν να βγουν κι όταν αυτό συνέβη, η βροχή σταμάτησε απότομα, σύμπτωση που έμοιαζε με σαδιστικό αστείο κάποιας θεότητας που παίζει με τη μοίρα των ανθρώπινων ψυχών από βαριεστιμάρα.


«Ουφ, τι ήταν κι αυτό», είπε ο βασιλιάς Νέστορας και πριν προλάβει να ανοίξει τη στοματική του κοιλότητα εκ νέου, πετάχτηκε μπροστά τους ένα αλλόκοτο μικροσκοπικό πλάσμα. Έφτανε σε ύψος ως τα γόνατά τους. Το δέρμα του ήταν χρώματος πρασινου, με τραχείς πόρους. Τα πατουσάκια του, δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του, θύμιζαν φύλλα, όπως φύλλα θύμιζαν και τα τοσοδούτσικα χεράκια του, που σε ανθρώπινη αναλογία παρέπεμπαν σε άνθρωπο που τα χέρια του ξεκινούν από τους αγκώνες ή στον Γιάννη Πάριο. Η κοιλίτσα του, παχουλή και στρουμπουλή, εξείχε ελαφρώς, και το ολοστρόγγυλο κεφαλάκι του θύμιζε ζωγραφιά μικρού παιδιού, με στόμα λεπτό, εκ φύσεως σχηματισμένο ώστε να δίνει την εντύπωση μιας χαμογελαστής έκφρασης  και μάτια λαμπερά και υγρά, που κοιτούσαν ναζιάρικα και παρακλητικά.


«Αχού, τι είναι τούτο?» αναρωτήθηκε ο Κοσταλλέλος, γοητευμένος από την γλυκιά όψη του λιλιπούτειου πλάσματος.
«Αυτό Κοσταλλέλο είναι… είναι ένας φίκος!», αναφώνησε έκπληκτος ο βασιλιάς Νέστορας.
«Μα ο φίκος είναι φυτό», αποκρίθηκε ο Κοσταλλέλος, εκπλήσσοντας με την απρόσμενη παρατηρητικότητα του.

« Κάποτε Κοσταλλέλο, πριν ακόμα έρθουμε εμείς σ’ αυτό τον κόσμο, ο φίκος ήταν ζώο. Μια μέρα όμως, πέρασε τον δρόμο δίχως να κοιτάξει δεξιά, τον παρέσυρε τριαξονικό άρμα και μετά έμεινε φυτό», επισήμανε ο βασιλιάς Νέστορας, ενθυμούμενος για ακόμα μια φορά τους παπύρους του Τατουσάμ, του παρανοϊκού εκείνου αιγύπτιου συγγραφέα, που μιλούσε για τη ζωή πριν τον άνθρωπο, για εποχές που κυβερνούσαν οι ακόμα πιο αρχαίοι θεοί. Παπύρους που ήθελε να ξεχάσει. Παπύρους όπου είχε δει πολλές από τις φρικιαστικές εικόνες, που απεικόνιζαν οι τοιχογραφίες, που κοσμούσαν τα τοιχώματα ετούτου του σπηλαίου του χαμού.

«Μικ, μικ, μικ», έβγαλε μια λεπτή φωνούλα ο φίκος και αναπήδησε ελαφρά.
«Αχ τι καλό που είναι», αναφώνησε ο Κοσταλλέλος. «Να πάρω ένα για το παλάτι?», ρώτησε.

Προτού ο βασιλιάς Νέστορας απαντήσει, αναρίθμητοι φίκοι πλησίασαν τον πρώτο και στοιβάχτηκαν γύρω του. Ο Κοσταλλέλος κοιτούσε μαγεμένος. Ο Βασιλιάς Νέστορας προβληματισμένος.

«Σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε, σεεεε», ψιθύρισε ο φίκος που τους προϋπάντησε. «Σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε , σε», ψιθύρισαν άλλοι τρεις. «Σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε, σεεεε», ψιθύρισαν όλοι μαζί. Κι έπειτα πιάστηκαν από τα χέρια, σχηματίζοντας μια αλυσίδα από φίκους κι άρχισαν να λικνίζονται συντονισμένα και ρυθμικά δεξιά κι αριστερά, τραγουδώντας εν χορώ τα λόγια ετούτα: «Σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε σεεεε, σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε σε»

«Ω Δία μου», ψέλλισε ο βασιλιάς Νέστορας. «Τραγουδούν το τραγούδι του θεού Αλφαβλόνδιου, του προστάτη του λικνίσματος, της κοτοφαγίας και της γυναικομαστίας. Όποιος θνητός το ακούσει, το χορεύει παρά τη θέλησή του. Μετά από λίγο το σώμα του παύει να υπακούει στις εντολές του εγκεφάλου του και απαντά μόνο στο ρυθμό του τραγουδιού. Γρήγορα Κοσταλλέλο, πρέπει να τρέξουμε, αλλιώς θα παγιδευτούμε εδώ και θα λικνιζόμαστε ώσπου να πεθάνουμε από εξάντληση», πρόσθεσε και κίνησαν να φύγουν.


Μερικά βήματα μετά οι δύο ήρωες είχαν πιάσει τα χέρια τους κι αντί να τρέχουν βημάτιζαν μακριά από τους φίκους, που εξακολουθούσαν να τραγουδούν το εθιστικό και επικίνδυνο αυτό άσμα και λικνίζονταν δεξιά κι αριστερά. Ύστερα από λίγο κι ο βασιλιάς Νέστορας με τον μωρό υπηρέτη άρχισαν να λικνίζονται δεξιά κι αριστερά με χάρη, ενώ συνέχιζαν να προχωρούν μπροστά. Στην αρχή δειλά, μετά απροκάλυπτα.  Αν τους έβλεπε κάποιος από εκείνους τους κακεντρεχείς που διέδιδαν πρόστυχες και κακοήθεις φήμες για την βραδιά που πέρασε κάποτε ο Αλκιβιάδης στο παλάτι του βασιλιά Νέστορα, θα αισθανόταν δικαιωμένος. Οι φίκοι δε σταματούσαν να τραγουδούν και το χαμόγελο στα χείλη τους αποκτούσε δαιμονικές διαστάσεις, τους έκανε να φαντάζουν πλάσματα βγαλμένα από τις αδιάβατες  γωνιές του Άδη.


 Συνέχισαν να προχωρούν χορεύοντας, ώσπου τα «σέμπε άλα γιε, σέμπε άλα γιε σεεε» είχαν μετατραπεί σε ένα ακαθόριστο βόμβο που ερχόταν κάπου από το βάθος. Κι έξαφνα σταμάτησαν να λικνίζονται. Έβγαλαν και οι δύο έναν αναστεναγμό ανακούφισης, όταν διαπίστωσαν πως ο δρόμος μπροστά τους χωριζόταν σε δύο επιμέρους δρομάκια, το ένα κατηφορικό και το άλλο ανηφορικό. Στα δέκα περίπου μέτρα του καθενός έστεκε μια ξυλένια πόρτα, κουρασμένη από τα χρόνια μα ακόμα αγέρωχη. Η επιγραφή της πόρτας του κατηφορικού δρόμου έλεγε «Η Κάτω Πόρτα που Οδηγεί προς τα Πάνω». Η επιγραφή της πόρτας του ανηφορικού δρόμου έλεγε «Η Άνω Πόρτα που Οδηγεί προς τα Κάτω».


Ο βασιλιάς Νέστορας κοντοστάθηκε και συλλογίστηκε. Κι έπειτα είπε τα εξής:
«Αφού ο δρόμος ως τώρα είχε κατηφορική κλίση, η λογική λέει ότι για να βγούμε από αυτή την αχανή στοά, πρέπει να πάρουμε τον δρόμο που οδηγεί προς τα πάνω. Στους δαιδαλώδεις, σκοτεινούς διαδρόμους του Βάρακ Καρν όμως η λογική καταλύεται κι ο παραλογισμός επικρατεί. Για αυτό λοιπόν, αν θέλουμε να βγούμε από δω μέσα, πρέπει να συνεχίσουμε να κατηφορίζουμε»
Έτσι λοιπόν κινήθηκε προς την άνω πόρτα που οδηγεί προς τα κάτω κι ο Κοσταλλέλος ακολούθησε. 


Κι έπειτα την άνοιξε και μπήκαν μέσα.



----------------------------------------------------------------------------


Είχαν μόνο λίγη ώρα που περπατούσαν σ’ αυτή την αβυσσαλέα σήραγγα. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Η δυσοσμία της μούχλας είχε επισκιαστεί από μιαν άλλη οσμή, οσμή που, αν βρίσκονταν στο βασίλειο της Πίνδου, θα μπορούσε να έχει την αφετηρία της από το αρτοποιείο του Στεργίου του Αρτοποιού, του επίσημου προμηθευτή των ελληνικών στρατευμάτων στον Τρωϊκό Πόλεμο και στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Δεν βρίσκονταν όμως στο βασίλειο της Πίνδου.


Είδαν ορισμένα εμπόδια στο δάπεδο μπροστά τους, τα οποία πλησίασαν, γιατί δεν φαίνονταν να έχουν καμία βλαπτική δύναμη. Ήταν άρτοι. Ω θεοί, πώς ήταν έτσι? Τι άκαρδο και κακόβουλο πλάσμα θα μπορούσε να ‘χει προκαλέσει τέτοια καταστροφή? Οι φίκοι, καίτοι δαιμονικοί όπως απεδείχθη, δε θα μπορούσαν να προκαλέσουν τέτοιον όλεθρο, δεν το επέτρεπε η σωματοκατασκευή τους. Οι άρτοι ήταν ξεσκισμένοι. Το εσωτερικό τους είχε αφαιρεθεί δίχως επιμέλεια, με παρανοϊκή μανία, που όμοια της δεν είχε ανταμώσει ποτέ ανθρώπινο πλάσμα, και έστεκε σκορπισμένο δεξιά κι αριστερά, σχηματίζοντας μια συμπαγή λίμνη από ψίχα. Όποιο πλάσμα το έκανε αυτό, δεν ήθελε να τραφεί, ήθελε να προκαλέσει πόνο και απώλεια, επιθυμούσε απλώς να καταστρέψει κάτι όμορφο.

Το σοκ της συνάντησης μ’ αυτό το εφιαλτικό σκηνικό είχε μετατρέψει τον βασιλιά Νέστορα και τον πιστό και πανηλίθιο υπηρέτη του σε βουβά, ακίνητα αγάλματα. Φαινόταν σα να στέκονταν αιώνες εκεί, δε θα μπορούσαν όμως να έχουν παρά μόνο μερικά αρχαία δευτερόλεπτα. Το μεγαλείο του τρόμου που απλωνόταν μπροστά τους, τους εμπόδισε από το να δώσουν σημασία σε εκείνη την ωχρή ομίχλη, που απλωνόταν σπειροειδώς μπροστά τους, σα να σπρωχνόταν από κάποια μάζα που προχωρούσε. Και τότε ακούστηκε ένας ήχος που έκανε το αίμα να παγώσει στις φλέβες τους. Ένα ανατριχιαστικό, μουσικό σφύριγμα που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο ήχο, από εκείνους που αμφότεροι αναγνώριζαν και σίγουρα δεν ανήκε σε άνθρωπο. Δεν κοίταξαν παρά μια στιγμή εκείνο από το οποίο πήγαζε και έτρεξαν σαν τρελοί, γνωρίζοντας ότι η γρηγοράδα ενός πλάσματος σαν αυτό που αντίκρισαν φευγαλέα ήταν τέτοια που θα μπορούσε να τους φτάσει όποτε το επιθυμούσε. Η αγωνιώδης κραυγή του Κοσταλλέλου πυροδότησε κίνηση της μάζας που έσπρωχνε βίαια την ομίχλη, η οποία προχωρούσε προς το μέρος τους με αυξανόμενη ταχύτητα. H οσμή που παρέπεμπε στο αρτοποιείο του Στεργίου του αρτοποιού εντεινόταν σε ανάλογους ρυθμούς. Το όνειρο του βασιλιά Νέστορα ήταν τελικά όραμα και τώρα είχε έρθει η τραγική ώρα να πραγματοποιηθεί.


Έτρεχαν μανιασμένα και οι δυο τους. Έτρεχαν έντρομοι, παίρνοντας μικρές κοφτές ανάσες, όποτε τους δινόταν η ευκαιρία. Ο βασιλιάς Νέστορας γύρισε να δει τι ήταν αυτό που τους κυνηγούσε, μα δεν ήταν έρεβος εκείνο που αντίκρισε, όπως στο όνειρο, αλλά ο διώκτης τους σε όλο του το φρικαλέο μεγαλείο. Ούτε ο Ορφέας πλήρωσε τόσο την κίνηση του να γυρίσει πίσω να κοιτάξει, όσο ο βασιλιάς Νέστορας και ο Κοσταλλέλος που τον ακολούθησε. Γιατί εκείνο που αντάμωσε η ματιά τους, θα τους στοίχειωνε για μια ζωή. Κάτι που σακάτεψε την συναίσθησή τους και τους στοίχισε σε λογική, καθώς είδαν ένα πλάσμα που δεν έπρεπε να δουν. Αυτό που τους κυνηγούσε ήταν ένα τεράστιο τσουρέκι. Μόνο που είχε το σχήμα του τσουρεκιού που θα έφτιαχνε κάποιος παρανοϊκός αρτοποιός, που ηδονιζόταν με το να προκαλεί κακό στο αλεύρι και να το μεταποιεί σε σχήματα που παραβίαζαν την αξιοπρέπεια του. Έμοιαζε λοιπόν με έναν άμορφο σωρό από ψημένη μαγιά, τη συνοχή του οποίου διέκοπταν μυριάδες κόκκινα αυγά, που σχηματίζονταν εκ του μηδενός και έπειτα συγκρούονταν μεταξύ τους φωνάζοντας «Κάποιος Ανέστη» (σημ.: ο Υιός του Θεού δεν είχε έρθει στη Γη και ούτε είχε σταυρωθεί ακόμα, για να αναστηθεί κι έτσι τα αυγά δεν ήξεραν τι να ευχηθούν το ένα στο άλλο).


Και τότε ακούστηκε ξανά το κοψοχολιαστικό μουσικό σφύριγμα: «Τερκενλή- λι, Τερκενλή-λι». Οι δύο ήρωες μας προσπάθησαν μάταια να αυξήσουν την ταχύτητα τους, μα ήδη έτρεχαν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Αναθάρρησαν λίγο, καθώς ένιωσαν το αποκρουστικό τέρας να μειώνει την δική του ταχύτητα και υπέθεσαν ότι ήταν τα γηρατειά εκείνα που το καθυστέρησαν. Φευ! Γρήγορα διαπίστωσαν ότι ο λόγος που καθυστέρησε ήταν επειδή κοντοστάθηκε να δει τους ξεσκισμένους άρτους. Κι αφού το έκανε, έβγαλε μια κραυγή οδύνης, που τρύπησε τα αυτιά τους και έπειτα τσίριξε με μεγαλύτερη επιθετικότητα. «Τερκενλή-λι, Τερκενλή-λι»


Έφτασαν στο σημείο που ήταν συγκεντρωμένοι φίκοι -τους είχαν ακολουθήσει μέσα στη σήραγγα- οι οποίοι μόλις άκουσαν την κραυγή του τέρατος, χώθηκαν πανικόβλητοι σε οπές και ασυνέχειες των σκονισμένων τοιχωμάτων της σήραγγας. Όσοι δεν πρόλαβαν να φύγουν, γνώρισαν φριχτό θάνατο, καθώς το υπεραιωνόβιο τσουρέκι τους συνέθλιψε, μετατρέποντας τους σε μια παχύρρευστη λίμνη από πράσινο υγρό. Το τσουρέκι τους πλησίαζε ολοένα και περισσότερο γλιστρώντας και γέμιζοντας τη σήραγγα, ενώ εκείνοι έτρεχαν ασθμαίνοντας, απελπισμένοι καθώς οι αντοχές τους είχαν εξασθενήσει και η λιποθυμία ήταν ένα όλο και πιο πιθανό ενδεχόμενο.
Και τότε η τύχη για ακόμα μια φορά στάθηκε με το μέρος τους. Ένα πνιχτός ήχος κι ένα οργισμένο «Τερκενλή-λι, Τερκενλή-λι» έσκισε τα αυτιά τους και τους ανάγκασε για ακόμα μια φορά να ρίξουν μια ματιά προς τα πίσω. Με ανακούφιση διαπίστωσαν ότι ο ανείπωτος τρόμος που τους κυνηγούσε είχε χάσει την δυνατότητα του να τους απειλήσει, καθώς είχε κολλήσει στη σήραγγα, που όσο πλησίαζαν προς την έξοδο στένευε. Το φρικαλέο κτήνος πάσχιζε να ξεφρακάρει, βγάζοντας ανομολόγητους ήχους, από εκείνους που νομίζεις πως ακούς, αν βρεθείς σε κοιμητήριο τη νύχτα. Η σκέψη να το πλησιάσουν και να κόψουν μια μπουκιά να τσιμπήσουν πέρασε από το μυαλό του βασιλιά Νέστορα, αλλά ήταν ένα πολύ μεγάλο ρίσκο σε σχέση με το προσδοκώμενο όφελος. Κι έτσι συνέχισαν να τρέχουν, ώσπου έφτασαν στην έξοδο. Βγήκαν έξω και έκλεισαν με δύναμη την «Άνω Πόρτα που Οδηγούσε προς τα Κάτω» κλείνοντας μαζί της και τον αδιανόητο εφιάλτη που έκρυβε μέσα της.

Κατάκοποι αποφάσισαν να πέσουν για ύπνο. Έτσι για ακόμα μια φορά ο βασιλιάς Νέστορας έστρωσε τον Κοσταλλέλο στο δάπεδο κι έπειτα ξάπλωσε πάνω του κι αποκοιμήθηκε




----------------------------------------------------------------------------------



Ο σοφός βασιλιάς της Πίνδου ξυπνούσε διαρκώς από τις απεγνωσμένες κραυγές και το συνεχές παραμιλητό του καρχηδόνιου υπηρέτη του. Ο Κοσταλλέλος ανέφερε στον ύπνο του ασυνάρτητα κι ανεύθυνα πράγματα. «Η ατέλειωτη μαγιά», «το πρώτο μουστοκούλουρο», «ο ακατανόμαστος σιτοβολώνας», «το ένζυμο από το διάστημα», «πιάσε μια αλάδωτη μάστορα» , «τους αρχαίους, τους αιώνιους, τους αφάγωτους», «τον Βαραββά, τον Βαραββά», «η σκάλα προς τον μεγάλο φούρνο», «η ντροπή του Θεού», «γιατί δεν βγαίνει στο τηλέφωνο ο Δούρος», «στη Μόσχα αδερφές μου, στη Μόσχα». Αυτά κι άλλα πολλά συνιστούσαν το παραλήρημα του Κοσταλλέλου. Όσο περνούσε η ώρα όμως οι στριγγλιές του περιορίζονταν στην επανάληψη μιας φριχτής φράσης, που μπορούσε να πηγάζει μόνο από μία τρομερή κι ανομολόγητη πηγή: «Τερκενλή-λι, Τερκενλή-λι»






TO BE CONTINUED...



Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Απο-φασιστική δημοκρατία




«Ναζιστικού τύπου διαπόμπευση μιας 22χρονης» έγραφε site για την απόφαση του εισαγγελέα να δημοσιευτούν τα προσωπικά στοιχεία 22χρονης ρωσίδας πόρνης που έφερε τον HIV, ανάγοντας -με τη συνήθη, ιδεοψυχαναγκαστική υπερευαισθησία της ελευθεριάζουσας ρητορικής - το εξαιρετικό αυτό περιστατικό σε στοχοποίηση των απανταχού οροθετικών. Φυσικά το συμβάν έσπευσαν να εκμεταλλευτούν ΜΜΕ διαφορετικών ιδεολογικών καταβολών, για να εξαπολύσουν μια αισχρή ξενοφοβική πολεμική - η καπηλεία κι ο εκφυλισμός της είδησης δεν είναι φαινόμενο καινούργιο- , ενώ η δημοσίευση πέραν της φωτογραφίας της κατηγορουμένης λοιπών στοιχείων εθνοτικής καταγωγής και οικογενειακής κατάστασης προφανώς δεν εξυπηρετεί τους λόγους δημοσίου συμφέροντος, που οδήγησαν στην άρση του απορρήτου. Εκείνο που θα σταθώ όμως είναι άλλο.



Η επί καθημερινής βάσεως κατάχρηση των όρων του ναζισμού και του φασισμού - σε μεγάλο βαθμό προϊόν μιας αριστερίζουσας ρητορικής, που προπαγανδίζει επιθετικά μία «μη μου άπτου» προσέγγιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και μια απεριόριστη προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, συχνά σε βάρος της κοινής λογικής- και η ερμηνεία τους με τρόπο που να καταλαμβάνουν ένα ιδιαιτέρως ευρύ πεδίο δραστηριοτήτων, οδηγεί στον αποχρωματισμό των παραπάνω εννοιών, στην ριζική παρέκκλιση από την πραγματική, φρικιαστική τους διάσταση. Έτσι φασίστας είναι αυτός που αποκαλεί κάποιον μαύρο αντί για «έγχρωμο» (ή κάποιο άλλο, πολιτικά ορθό λήμμα, που για τον υπογράφοντα ενέχει λανθάνοντα ρατσισμό), είναι εκείνος που διαφωνεί με το (επικίνδυνο εκατέρωθεν) σύνθημα «ανοιχτά σύνορα», είναι αυτός που έχει το θράσος να πηγαίνει σε συναυλία του «δοσίλογου» Νταλάρα για να τον ακούσει και όχι για να τον γιαουρτώσει, αυτός που δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την ατζέντα του gay ακτιβιστικού κινήματος ( χαρακτηριστική η αναίτια καταχώριση του πρόσφατα εκλιπόντος Δημήτρη Μητροπάνου στην μεγάλη κατηγορία των ομοφοβικών από τον κο Βαλλιανάτο), είναι εκείνος -ο πιο αδίστακτος όλων- που διαγράφει το σχόλιο σου στο wall του στο facebook και τέλος φασίστας είμαι κι εγώ που ανέφερα όλα τα παραπάνω. Το αποτέλεσμα είναι να απαλείφεται ο σύνδεσμος του φασισμού με τα κτηνώδη αποτελέσματα του, ο όρος να καταχωρείται στη συλλογική συνείδηση ως οποιαδήποτε εναντίωση στα αξιώματα ενός νεφελώδους προοδευτισμού, στο βάθος τόσο συντηρητικού, που αρνείται πεισματικά την διαπραγμάτευσή τους σε οποιαδήποτε περίπτωση.


Κι όταν ο Χ πιτσιρικάς διαβάζει ότι ναζισμός δεν είναι η φρικωδία του Άουσβιτς, αλλά η προαναφερθείσα εισαγγελική απόφαση, η οποία παραβιάζει μεν την αρχή της αναλογικότητας και για αυτό είναι κατακριτέα, μα έχει σαν έρεισμα την προστασία του γενικού συμφέροντος και σε κάθε περίπτωση ωχριά μπροστά στην αδιανόητη, έμπρακτη απαξίωση της ανθρώπινης ύπαρξης από τους ναζί, πώς μετά να αντιληφθεί το μέγεθος του τραύματος που προξενεί στο κράτος δικαίου η κίνηση των μελών της Χρυσής Αυγής να χαιρετήσουν ναζιστικά; Κι αν την Κυριακή κλείνοντας το παραβάν, το «ρίξει» σ'αυτούς , ποιός από εκείνους που πρώτοι θα τον λιθοβολήσουν, μπορεί να ισχυριστεί πως έχει τη συνείδησή του καθαρή, πως δεν έδωσε και η δική του μονοφωνική προσέγγιση των πραγμάτων μία ( έστω και ήσσονος ισχύος) ώθηση στο χέρι του πιτσιρικά;


Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

We Bought a Zoo (2011)




Όταν είχε βγει στις αίθουσες το (εμπορικά αποτυχημένο και κατακρεουργημένο από την κριτική) Elizabethtown, αρκετοί απορούσαν γιατί ο Κάμερον Κρόου επέλεξε να καταπιαστεί με ένα τόσο γλυκανάλατο project, λες και τα προηγούμενα χρόνια ο Κρόου έκανε σινεμά κοινωνικού ρεαλισμού. Με το We Bought a Zoo απαντά σ’αυτούς, αλλά και σε όλους εκείνους που πιθανότατα θα αναρωτηθούν γιατί γυρίζει μια ταινία της οποίας η κεντρική ιδέα παραπέμπει σε ασφαλή ‘χαριτωμενιά’ ντισνεϊκής προελεύσεως και οικογενειακής ευαισθησιας. Όταν η καλλίπυγος συντηρήτρια ρωτά τον Μπέντζαμιν Μι, γιατί αγόρασε έναν ζωολογικό κήπο, δίχως να γνωρίζει το παραμικρό για τους κανόνες λειτουργίας και συντήρησής του, εκείνος, κατόπιν σύντομης περισυλλογής, της απαντά «γιατί όχι?»


Αυτό καθορίζει τις επιλογές μου, λέει ο δημιουργός μέσω του ήρωα του. Η κάψα του να ακολουθώ το ένστικτο μου, να παλεύω στο μέγιστο των δυνάμεων μου, αγνοώντας (ευγενικά πάντα) τις παραινέσεις και τις προτροπές των (συνήθως καλοπροαίρετων) ‘σωτήρων’, που βρίσκονται εκεί για να μου υποδείξουν το δρόμο της λογικής. Αυτή η δίψα για μια νέα περιπέτεια διαπνέει το φιλμ στο σύνολό του, από την αναγνωριστική εισαγωγή μέχρι το συγκινητικό φινάλε, όπου με μια απρόσμενη σεναριακή στροφή ο Κρόου μετατρέπει την πεισματική προσπάθεια του ήρωα να αναστήσει τον εγκαταλελειμμένο ζωολογικό κήπο σε μια ενέργεια αγάπης. Ο δρόμος ως εκεί βέβαια δεν είναι δίχως στραβοτιμονιές (η κάσα με τα δηλητηριώδη φίδια, ο κακιασμένος επιθεωρητής κι άλλα παρεμφερή στοιχεία της πλοκής, που βρίσκονται εκεί ώστε να αυξηθούν με το στανιό οι δραματικές συγκρούσεις), ωστόσο θα πρέπει πραγματικά να έχεις καρδιά από πέτρα, για να αντιπαθήσεις το φιλμ. Κι αν είδες πιο αφοπλιστική ερωτική εξομολόγηση φέτος από εκείνη του πιτσιρικά στην τρίτη πράξη, θα φάω το παπούτσι μου.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

The Girl With the Dragon Tattoo (2011)



Αρκετοί είναι εκείνοι που δηλώνουν απογοητευμένοι από τον Φίντσερ του νέου αιώνα, θεωρώντας την απομάκρυνση του από την «ριζοσπαστική» φόρμα του Fight Club, ένδειξη συμβιβασμού. Στα μάτια τους ο «νέος» Φίντσερ κάνει ταινίες παραδοσιακές, σκηνοθετικά συντηρητικές με ασφαλές περιεχόμενο, ώστε να γίνουν αρεστές στην οσκαρική ακαδημία. Τα αφηγηματικά και οπτικά τερτίπια του Fight Club δίνουν την αίσθηση μια εμπειρίας φρέσκιας και σύγχρονης (ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το φιλμ αναφέρεται κυρίως στο τέλμα του homo catanaloticus των ‘80s), είναι ωστόσο η επίκαιρη διάσταση του σινεμά του που ακολούθησε - όταν αυτό δεν στόχευε «αποκλειστικά» σ’ έναν πιο ευθύ ψυχαγωγισμό (Δωμάτιο Πανικού) – που το καθιστά νευραλγικό.


Έκφανση της επανάστασης της πληροφορικής είναι η επανάσταση της πληροφορίας. Ο σημερινός δεκαπεντάχρονος έχει παραλάβει και έχει απορροφήσει πολλαπλάσιο όγκο δεδομένων από τον αντίστοιχο προ τριακονταετίας δεκαπεντάχρονο. Προσδιορίζει τη ζωή του γύρω από το κυνήγι, τη σύλληψη και τη διάδοση της πληροφορίας. Είτε αυτό είναι ένα status σε social media, είτε ένα post στο τάδε blog, είτε ένα entry στο Wikipedia και ούτω καθεξής. Ένας καταιγισμός πληροφοριών (και παγκοσμιοποιημένης γλώσσας), μάννα εξ' ουρανού για τον διψασμένο για γνώση νου και μάστιγα συνάμα, αφού συνοδεύεται από την διαπίστωση της δυσαναλογίας μεταξύ του προσφερόμενου χρόνου σε σχέση με τον όγκο (συχνά και την ποιότητα) των παρεχομένων δεδομένων. Έτσι, η κατοχή της πληροφορίας γίνεται αυτοσκοπός και η υπερπροσφορά της καλύπτει το κενό που αφήνει η αδυναμία απορρόφησής της.


Γι’ αυτό ο Φίντσερ, μετά το 2000, κάνει ένα σινεμά σημερινό, ένα σινεμά που αντανακλά την εποχή του. Γιατί στο φιλμικό του σύμπαν η πληροφορία είναι η πεμπτουσία της δραματουργίας. Η απόκτησή της συνιστά ύψιστο δραματουργικό γεγονός, η δυσκολία προσέγγισής της συγκλονιστική δραματουργική σύγκρουση και η απουσία της δραματική κορύφωση. Η έρευνα αποκτά εμμονοληπτικό χαρακτήρα, καθρεφτίζοντας ουσιαστικά την ανάγκη των ηρώων να δώσουν νόημα στην ύπαρξη τους σε ένα κόσμο, που οι ιδέες έχουν ξεφτίσει και ο Θεός έχει εγκαταλείψει.


Επίτιμα μέλη αυτής της κάστας ανθρώπων και οι ήρωες του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Ο μεγιστάνας Χένρι Βάνγκερ, τρανός μεγαλοπειχειρηματίας, γόνος οικογενείας με σκοτεινό παρελθόν, αφιερώνει τη ζωή του αναζητώντας τι συνέβη στην ανιψιά του, που χάθηκε πριν 40 χρόνια. Ο δημοσιογράφος Μίκαελ Μπλόμκβιστ, με έναν αποτυχημένο γάμο στις πλάτες του, συγκεντρώνει με πάθος χαρτοπαίχτη στοιχεία που ενοχοποιούν τον κροίσο Χανς Έρικ Βένερστρομ, στοιχεία που διαθέτει και μπορεί να του κομίσει ο Βάνγκερ. Από κοντά, η Λίσμπεθ Σάλαντερ, μια τραυματισμένη, αντικοινωνική φυσιογνωμία με εξωπραγματικές γνώσεις πληροφορικής, χακάρει τα προσωπικά δεδομένα οποιουδήποτε θελήσει, άλλοτε για λογαριασμό της πολυεθνικής από την οποία προσκομίζει τα προς το ζην, άλλοτε για προσωπική χρήση, σε μια προσπάθεια να επικοινωνήσει, να νιώσει κι αυτή ένα μέλος του συνόλου. Με τον δικό της τρόπο. Η έρευνα για την ανιψιά του Βάνγκερ φέρνει τους δύο τελευταίους μαζί και τους δίνει τη δυνατότητα να πληρώσουν το κενό, που αφήνουν οι προσωπικές τους σταυροφορίες.


Ως αμερικανικό ριμέικ μιας ξενόγλωσσης επιτυχίας, το Κορίτσι με το Τατουάζ αντιμετωπίστηκε αρχικά με επιφυλάξεις. Επιφυλάξεις σχεδόν ακατανόητες όταν στο τιμόνι κάθεται ο Φίντσερ. Κάθε σκηνή είναι μεγαλύτερη και κινηματογραφικά πληρέστερη σε σύγκριση με την αντίστοιχη του πρωτότυπου. Το δίδυμο Φίντσερ- Ζαΐλιαν φορτώνουν 'χιτσκοκικά' κάθε σκηνή, ακόμα και την φαινομενικά επουσιώδη, με ένα δραματικό απρόοπτο, που εντείνει την εκκρεμότητα (το σασπένς, δηλαδή) για τη συνέχεια, εκκρεμότητα που όμως πηγάζει ουσιαστικά από την ακόρεστη ανάγκη για περισσότερες πληροφορίες. Εκεί δε, που ο Φίντσερ κατατροπώνει μεγαλειωδώς το πρωτότυπο, είναι στον τρόπο που αναδεικνύει την Λίσμπεθ Σάλαντερ στην χαρακτηριστικότερη κινηματογραφική ηρωΐδα του νέου αιώνα. Στο φιλμ του Νιλς Άντερν Όπλεφ, μέσα στα πρώτα λεπτά, έχουμε διαπιστώσει ότι η Λίσμπεθ είναι μια δυναμική γυναίκα, ικανή να βάλει στη θέση του όποιον της σταθεί εμπόδιο. Έτσι η βάρβαρη τιμωρία του δικαστικού συμπαραστάτη της φαντάζει περιττή, μια απλή exploitation πινελιά. Στην ταινία του Φίντσερ όμως, η Λίσμπεθ ως εκείνο το σημείο φαντάζει στα μάτια μας σαν μια απροσάρμοστη κορασίδα, ένα αλλόκοτο, βασανισμένο πλασματάκι με ψυχολογικά προβλήματα και περίεργη αμφίεση. Η μεταμόρφωση της σε κινηματογραφικό icon ακολουθεί μια εξελικτική πορεία, της οποίας κομβικό σημείο είναι η αντίστοιχη σκηνή, αυτή που πληρώνει τον σιχαμένο δικαστικό συμπαραστάτη της με το ίδιο νόμισμα. Έπειτα βλέπουμε τη Λίσμπεθ με διαφορετικό μάτι. Γίνεται δυναμικός χαρακτήρας. Μια ηρωΐδα που σώζει τον 007 αυτοπροσώπως σε ουκ ολίγες περιπτώσεις (εύστοχη η επιλογή του Ντάνιελ Κρεγκ). Γίνεται κάποια που, χάρη στον ευφυή 'καταραμένο' επίλογο που προσθέτει ο Ζαϊλιαν, ανακηρύσσεται ως η μοναδική θηλυκή εκπρόσωπος μιας πινακοθήκης χαρακτήρων που απαριθμεί μόνο αρσενικές συμμετοχές.


Στο κείμενo στο cinetime, κατά την κινηματογραφική έξοδο του φιλμ, ο Ηλίας Δημόπουλος έγραφε ότι δεν ξέρει, ότι δεν είναι σε θέση αρμόδια να ξέρει - κι ότι δεν θέλει και την ευθύνη μιας σχετικής δήλωσης - αν το Κορίτσι με το Τατουάζ είναι μια μεγάλη ταινία. Ο υπογράφων, μολονότι κι αυτός αναρμόδιος να ξέρει -κι εξ’ ίσου αποποιούμενος οποιαδήποτε ευθύνη - δηλώνει αναίσχυντα και θρασύτατα πως γνωρίζει.
Είναι.



Για το cinetime