Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Contagion


Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού. Από την αρχή της καριέρας του μέχρι σήμερα ακροβατεί μεταξύ αμιγώς στουντιακών παραγωγών και σκληροπυρηνικά ανεξάρτητων. Πειραματίζεται διαρκώς με τις αφηγηματικές τεχνικές. Έχει βαλθεί να δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε κάθε υπαρκτό κινηματογραφικό είδος. Δεν δίστασε να αναμετρηθεί ακόμα και με ένα ατόφιο αριστούργημα, όπως το Solaris (στο οποίο, τουλάχιστον για τον υπογράφοντα, έδωσε την συναισθηματική διάσταση που έλειπε από την ταρκοσφκική εκδοχή του βιβλίου του Στάνισλαβ Λεμ). Φυσικά δεν είναι όλες του οι προσπάθειες επιτυχημένες, γεγονός που καθιστά την φιλμογραφία του άνιση.


Με το Contagion καταπιάνεται για πρώτη φορά με το είδος του horror. Αφηγείται την ιστορία μιας φονικής επιδημίας που ξεσπά και σταδιακά εξαπλώνεται σε όλο τον πλανήτη, απειλώντας να ξεκληρίσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέγεθος του συνολικού πληθυσμού. Οι άνθρωποι απειλούνται τόσο από τον ιό, όσο και από την παραφιλολογία και τις θεωρίες συνωμοσίας γύρω από αυτόν, που προκαλούν ακόμα μεγαλύτερο πανικό. Οι επιστήμονες αδυνατούν να περιορίσουν την επέκταση της απειλής και μάχονται ενάντια στον χρόνο για να ανακαλύψουν το αντίδοτο.


Ο Σόντερμπεργκ απλώνει την αφήγηση του στις 4 γωνιές του πλανήτη, αντιπαραβάλλοντας μια σειρά από υποπλοκές, εκ των οποίων αρκετές μένουν, δυστυχώς, υποανάπτυκτες. Με τη αρωγή όμως του μοντέρ του Στίβεν Μιρριόνε (του ανθρώπου που έβαλε σε τάξη το -υπό άλλες συνθήκες χαοτικό- Traffic) εξασφαλίζει τη συνοχή της δράσης, επιβάλλει γοργούς ρυθμούς και διατηρεί το ενδιαφέρον αμείωτο. Από τη στιγμή δε, που δεν έχει χρόνο να συστήσει αποτελεσματικά όλους τους χαρακτήρες, προνοεί να αναθέσει την ενσάρκωσή τους σε γνώριμες κινηματογραφικές φάτσες, ώστε μέσω της άμεσης οικειότητας να πετύχει την πολυπόθητη εμπλοκή του θεατή στα δρώμενα. Με τον τρόπο αυτό εντείνει παράλληλα την αγωνία και τον φόβο. Γιατί σε μια ταινία, όπου ακόμα και τα μεγαλύτερα ονόματα του καστ μπορεί να πεθάνουν στην πρώτη πράξη, κανείς δεν είναι ασφαλής. Και η ανασφάλεια είναι απαραίτητο συστατικό μιας καλής ταινίας τρόμου. Και το Contagion είναι μια τέτοια. Σφηνώνεται στο πίσω μέρος του μυαλού σου για αρκετές μέρες μετά την προβολή. Και θα το διαπιστώσεις την επόμενη φορά που θα μπεις σε γεμάτο λεωφορείο.


Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Άπνοια




Στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο ο πρώην πρωταθλητής κολύμβησης Αρης Μπαφαλούκας βάζει υπό το μικροσκόπιο του δύο νέους, τον Δημήτρη, έναν ελπιδοφόρο κολυμβητή και την Έλσα, μια ακτιβίστρια, που στον ελεύθερό της χρόνο σπουδάζει οδοντιατρική. Αμφότεροι ακολούθησαν το επαγγελματικό μονοπάτι που τους υπέδειξαν άλλοι. Η Έλσα είχε τη δύναμη να ξεφύγει και να ακολουθήσει τον δικό της δρόμο. Ο Δημήτρης, πιο ευαίσθητος και πιο πειθήνιος, ακολουθεί κατά γράμμα την προδιαγεγραμμένη πορεία, ίσως και γιατί δεν ξέρει να κάνει κάτι άλλο. Ίσως επειδή, όταν καταδύεται στο νερό και μένει στον πάτο της πισίνας για ώρα, όλα είναι γαλήνια και δεν χρειάζεται να ευχαριστήσει κανένα.


Όταν η Έλσα εξαφανίζεται σε μια οικολογική της εξόρμηση, ο Δημήτρης αναπολεί την γνωριμία τους και την σχέση τους. Το διαρκές χρονικό 'πηγαινέλα' της αφήγησης πετυχαίνει να ανεβάσει τον δείκτη της αγωνίας για την εξέλιξη της ιστορίας. Καθώς γνωρίζουμε τους χαρακτήρες περισσότερο, ευχόμαστε όλο και πιο έντονα να βρεθεί η Έλσα. Ελπίζουμε η διαφαινόμενη τραγική κατάληξη της υπόθεσης να αποφευχθεί με κάποιο μαγικό τρόπο, έστω και με ένα ουρανοκατέβατο twist του απεχθέστερου είδους. Γιατί έχουμε εμπλακεί συναισθηματικά.


Γιατί ο Μπαφαλούκας βγάζει διάφορα σκηνοθετικά τρυκ από το καπέλο του, όχι για να επιδείξει πόσο καλός τεχνίτης είναι και τι μπορεί να κάνει, αλλά για να εξυπηρετήσει όσο το δυνατόν καλύτερα την ιστορία που έχει να αφηγηθεί. Γιατί πατώντας σε ένα σενάριο στιβαρό, φωτίζει όλες τις πτυχές της ιστορίας του, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει τα πάντα. Γιατί το πρασινωπό φίλτρο, υπό το οποίο διαθλώνται τα δρώμενα, δίνει την αίσθηση της απομόνωσης και της συναισθηματικής διαύγειας, που έχεις όταν βρίσκεσαι στο βυθό. Γιατί οι φυσικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών κάνουν τους ήρωες ακόμα πιο συμπαθείς. Γιατί η μουσική του Κυπουργού, χωρίς να καπελώνει τα δρώμενα, τα συνοδεύει διακριτικά και ταιριαστά. Γιατί απλά σε μια σεζόν που το ελληνικό σινεμά κινήθηκε στα ρηχά, η Απνοια είναι η μία από τις δύο παραγωγές που κολύμπησαν στα βαθιά με επιτυχία - συγγνώμη για το 'εύκολο' λογοπαίγνιο. Γιατί εκεί που μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων δημιουργών στοχεύει πάντα στο αριστούργημα και με ενοχλητικό στόμφο και αμετροέπεια πετυχαίνει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, ο Μπαφαλούκας με ύφος σεμνό, ειλικρινές κι ανεπιτήδευτο, πετυχαίνει κάτι, που οι περισσότεροι από αυτούς δε θα πετύχουν ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα. Γυρίζει μια καλή ταινία με αρχή, μέση και τέλος.


Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Drive



Στη γνωστή ιστορία του σκορπιού με το βάτραχο, ο σκορπιός ζητά από τον βάτραχο να τον βοηθήσει να περάσει στην απέναντι όχθη της λίμνης. Ο βάτραχος, καίτοι διστακτικός, αφήνει τoν σκορπιό να ανέβει πάνω του, καθώς γνωρίζει πως από τη στιγμή που τον χρειάζεται, δε θα του κάνει κακό. Καταμεσής της λίμνης όμως ο σκορπιός, παρά το γεγονός ότι γνωρίζει πως και οι δύο θα πνιγούν, τσιμπά τον βάτραχο. Κι όταν ο βάτραχος, λίγο πριν το αναπόφευκτο τέλος και των δύο, τον ρωτά γιατί το έκανε, εκείνος βουρκωμένος του απαντά «επειδή είναι στη φύση μου».


Το Drive είναι μια ιστορία για άντρες που ζουν μέσα στο σκοτάδι και ψάχνουν μια ευκαιρία για να βγουν στο φως. Δε θα το κάνουν όμως ποτέ. Επειδή είναι στη φύση τους. Επειδή είναι καταραμένοι να μη μπορούν να υποχωρήσουν, όταν μια φωνή τους ψιθυρίζει πως πρέπει να ξεπληρώσουν το χρέος τους. Ένα χρέος που πηγάζει από τον τρόπο που ζουν.


Ένας τέτοιος άντρας είναι ο κεντρικός μας ήρωας, το όνομα του οποίου δε μαθαίνουμε ποτέ. Είναι οδηγός. Προσδιορίζεται αποκλειστικά από αυτή του την ιδιότητα. Toύτο είναι το μόνο που χρειάζονται από αυτόν οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρέφεται τόσο κατά τη διάρκεια της μέρας, όσο και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Όταν θα γνωρίσει τη γειτόνισσα του και το ανήλικο παιδί της, θα δει στο πρόσωπό τους μια ευκαιρία για να αποτινάξει τα ρούχα της ‘δουλειάς’ (ένα λευκό νάιλον τζάκετ με κεντημένο σκορπιό στην πλάτη). Γρήγορα όμως θα διαπιστώσει, πως η φυγή είναι αδύνατη, επειδή κουβαλά την κατάρα από την οποία τόσοι άλλοι ήρωες σαν κι αυτόν δεν μπόρεσαν να γλιτώσουν στο παρελθόν. Μια κατάρα που τους ακολουθεί όπου κι αν βρεθούν. Είτε σε ένα απομονωμένο χωριουδάκι της ιταλικής επαρχίας (βλέπε The American, μια ταινία με την οποία το Drive, αν και αισθητικά διαφορετικό, μοιράζεται τις ίδιες θεματικές), είτε στο ‘κινηματογραφικό’ Λος Άντζελες.


Αφού αποδεχτεί τη μοίρα του, ο ήρωας μας θα κάνει εκείνο που πρέπει. Κι όταν ο κύκλος του αίματος ανταμώσει το σημείο εκκίνησης του, θα ανέβει στο αυτοκίνητο του και θα οδηγήσει. Χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, χωρίς κανένα στόχο. Θα οδηγήσει. Επειδή είναι το μόνο που μπορεί να κάνει. Επειδή είναι το μόνο που ξέρει να κάνει. Επειδή δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει. Θα οδηγήσει μέχρι τελικής πτώσης. Ίσως στο δρόμο του να περάσει μια βόλτα από το ξέφωτο που κάνει πικνίκ o Mr. Butterfly. Ίσως κάνει μια στάση στο diner που τρώει λεμονόπιτα ο Frankie Dunn. Ίσως τελικά καταλήξει στον παράδεισο του Carlito. Ένα ‘ίσως’ που ποτέ δε θα γίνει βεβαιότητα. Προερχόμενο από ένα αν, που ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα.


Αυτό το εξαίσιο δείγμα καθαρόαιμου αντρικού σινεμά φέρει την υπογραφή του Δανού Nicolas Winding Refn , που στη δεύτερη επίσκεψη του επί αμερικανικού εδάφους δοκιμάζει τις δυνάμεις του σε ένα είδος στο οποίο οι Aμερικάνοι έχουν διαπρέψει. Ο Refn δανείζεται στοιχεία από τον Friedkin, τον Mann, τον De Palma και άλλους δασκάλους. Δένει τις εικόνες του με 80’s μελωδίες. Και με την αρωγή του φωτογράφου Newton Thomas Sigel,που δίνει στο νυχτερινό Λος Άντζελες μια μυστηριακή υφή που παραπέμπει στο Λος Άντζελες του Collateral, και του μουσικοσυνθέτη Cliff Martinez, που ντύνει το φιλμ με ambient ήχους, πλάθει μια ατμόσφαιρα σχεδόν κατανυκτική. Για πρωταγωνιστή του επιλέγει τον Ryan Gosling. Αν και εκ πρώτης όψεως αταίριαστη επιλογή, ο Gosling συνδυάζει το υγρό βλέμμα του Paul Newman με την ελκυστική ψυχραιμία του Steve McQueen και δίνει στον λακωνικό ήρωά του μια εσωτερικότητα απαραίτητη για την ιδιοσυγκρασία τόσο του χαρακτήρα, όσο και του είδους. Οι όποιες επιφυλάξεις μας παραμερίστηκαν με το που έπεσαν οι τίτλοι αρχής. Και τώρα, μέρες μετά την προβολή, μπορούμε μετά βεβαιότητας να πούμε ότι δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε κανέναν άλλο ηθοποιό στο ρόλο του κεντρικού χαρακτήρα. Ενός χαρακτήρα του οποίου την ιστορία θέλουμε να ακούσουμε ξανά. Και ξανά. Και ξανά