Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Άπνοια




Στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο ο πρώην πρωταθλητής κολύμβησης Αρης Μπαφαλούκας βάζει υπό το μικροσκόπιο του δύο νέους, τον Δημήτρη, έναν ελπιδοφόρο κολυμβητή και την Έλσα, μια ακτιβίστρια, που στον ελεύθερό της χρόνο σπουδάζει οδοντιατρική. Αμφότεροι ακολούθησαν το επαγγελματικό μονοπάτι που τους υπέδειξαν άλλοι. Η Έλσα είχε τη δύναμη να ξεφύγει και να ακολουθήσει τον δικό της δρόμο. Ο Δημήτρης, πιο ευαίσθητος και πιο πειθήνιος, ακολουθεί κατά γράμμα την προδιαγεγραμμένη πορεία, ίσως και γιατί δεν ξέρει να κάνει κάτι άλλο. Ίσως επειδή, όταν καταδύεται στο νερό και μένει στον πάτο της πισίνας για ώρα, όλα είναι γαλήνια και δεν χρειάζεται να ευχαριστήσει κανένα.


Όταν η Έλσα εξαφανίζεται σε μια οικολογική της εξόρμηση, ο Δημήτρης αναπολεί την γνωριμία τους και την σχέση τους. Το διαρκές χρονικό 'πηγαινέλα' της αφήγησης πετυχαίνει να ανεβάσει τον δείκτη της αγωνίας για την εξέλιξη της ιστορίας. Καθώς γνωρίζουμε τους χαρακτήρες περισσότερο, ευχόμαστε όλο και πιο έντονα να βρεθεί η Έλσα. Ελπίζουμε η διαφαινόμενη τραγική κατάληξη της υπόθεσης να αποφευχθεί με κάποιο μαγικό τρόπο, έστω και με ένα ουρανοκατέβατο twist του απεχθέστερου είδους. Γιατί έχουμε εμπλακεί συναισθηματικά.


Γιατί ο Μπαφαλούκας βγάζει διάφορα σκηνοθετικά τρυκ από το καπέλο του, όχι για να επιδείξει πόσο καλός τεχνίτης είναι και τι μπορεί να κάνει, αλλά για να εξυπηρετήσει όσο το δυνατόν καλύτερα την ιστορία που έχει να αφηγηθεί. Γιατί πατώντας σε ένα σενάριο στιβαρό, φωτίζει όλες τις πτυχές της ιστορίας του, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει τα πάντα. Γιατί το πρασινωπό φίλτρο, υπό το οποίο διαθλώνται τα δρώμενα, δίνει την αίσθηση της απομόνωσης και της συναισθηματικής διαύγειας, που έχεις όταν βρίσκεσαι στο βυθό. Γιατί οι φυσικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών κάνουν τους ήρωες ακόμα πιο συμπαθείς. Γιατί η μουσική του Κυπουργού, χωρίς να καπελώνει τα δρώμενα, τα συνοδεύει διακριτικά και ταιριαστά. Γιατί απλά σε μια σεζόν που το ελληνικό σινεμά κινήθηκε στα ρηχά, η Απνοια είναι η μία από τις δύο παραγωγές που κολύμπησαν στα βαθιά με επιτυχία - συγγνώμη για το 'εύκολο' λογοπαίγνιο. Γιατί εκεί που μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων δημιουργών στοχεύει πάντα στο αριστούργημα και με ενοχλητικό στόμφο και αμετροέπεια πετυχαίνει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, ο Μπαφαλούκας με ύφος σεμνό, ειλικρινές κι ανεπιτήδευτο, πετυχαίνει κάτι, που οι περισσότεροι από αυτούς δε θα πετύχουν ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα. Γυρίζει μια καλή ταινία με αρχή, μέση και τέλος.


Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Drive



Στη γνωστή ιστορία του σκορπιού με το βάτραχο, ο σκορπιός ζητά από τον βάτραχο να τον βοηθήσει να περάσει στην απέναντι όχθη της λίμνης. Ο βάτραχος, καίτοι διστακτικός, αφήνει τoν σκορπιό να ανέβει πάνω του, καθώς γνωρίζει πως από τη στιγμή που τον χρειάζεται, δε θα του κάνει κακό. Καταμεσής της λίμνης όμως ο σκορπιός, παρά το γεγονός ότι γνωρίζει πως και οι δύο θα πνιγούν, τσιμπά τον βάτραχο. Κι όταν ο βάτραχος, λίγο πριν το αναπόφευκτο τέλος και των δύο, τον ρωτά γιατί το έκανε, εκείνος βουρκωμένος του απαντά «επειδή είναι στη φύση μου».


Το Drive είναι μια ιστορία για άντρες που ζουν μέσα στο σκοτάδι και ψάχνουν μια ευκαιρία για να βγουν στο φως. Δε θα το κάνουν όμως ποτέ. Επειδή είναι στη φύση τους. Επειδή είναι καταραμένοι να μη μπορούν να υποχωρήσουν, όταν μια φωνή τους ψιθυρίζει πως πρέπει να ξεπληρώσουν το χρέος τους. Ένα χρέος που πηγάζει από τον τρόπο που ζουν.


Ένας τέτοιος άντρας είναι ο κεντρικός μας ήρωας, το όνομα του οποίου δε μαθαίνουμε ποτέ. Είναι οδηγός. Προσδιορίζεται αποκλειστικά από αυτή του την ιδιότητα. Toύτο είναι το μόνο που χρειάζονται από αυτόν οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρέφεται τόσο κατά τη διάρκεια της μέρας, όσο και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Όταν θα γνωρίσει τη γειτόνισσα του και το ανήλικο παιδί της, θα δει στο πρόσωπό τους μια ευκαιρία για να αποτινάξει τα ρούχα της ‘δουλειάς’ (ένα λευκό νάιλον τζάκετ με κεντημένο σκορπιό στην πλάτη). Γρήγορα όμως θα διαπιστώσει, πως η φυγή είναι αδύνατη, επειδή κουβαλά την κατάρα από την οποία τόσοι άλλοι ήρωες σαν κι αυτόν δεν μπόρεσαν να γλιτώσουν στο παρελθόν. Μια κατάρα που τους ακολουθεί όπου κι αν βρεθούν. Είτε σε ένα απομονωμένο χωριουδάκι της ιταλικής επαρχίας (βλέπε The American, μια ταινία με την οποία το Drive, αν και αισθητικά διαφορετικό, μοιράζεται τις ίδιες θεματικές), είτε στο ‘κινηματογραφικό’ Λος Άντζελες.


Αφού αποδεχτεί τη μοίρα του, ο ήρωας μας θα κάνει εκείνο που πρέπει. Κι όταν ο κύκλος του αίματος ανταμώσει το σημείο εκκίνησης του, θα ανέβει στο αυτοκίνητο του και θα οδηγήσει. Χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, χωρίς κανένα στόχο. Θα οδηγήσει. Επειδή είναι το μόνο που μπορεί να κάνει. Επειδή είναι το μόνο που ξέρει να κάνει. Επειδή δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει. Θα οδηγήσει μέχρι τελικής πτώσης. Ίσως στο δρόμο του να περάσει μια βόλτα από το ξέφωτο που κάνει πικνίκ o Mr. Butterfly. Ίσως κάνει μια στάση στο diner που τρώει λεμονόπιτα ο Frankie Dunn. Ίσως τελικά καταλήξει στον παράδεισο του Carlito. Ένα ‘ίσως’ που ποτέ δε θα γίνει βεβαιότητα. Προερχόμενο από ένα αν, που ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα.


Αυτό το εξαίσιο δείγμα καθαρόαιμου αντρικού σινεμά φέρει την υπογραφή του Δανού Nicolas Winding Refn , που στη δεύτερη επίσκεψη του επί αμερικανικού εδάφους δοκιμάζει τις δυνάμεις του σε ένα είδος στο οποίο οι Aμερικάνοι έχουν διαπρέψει. Ο Refn δανείζεται στοιχεία από τον Friedkin, τον Mann, τον De Palma και άλλους δασκάλους. Δένει τις εικόνες του με 80’s μελωδίες. Και με την αρωγή του φωτογράφου Newton Thomas Sigel,που δίνει στο νυχτερινό Λος Άντζελες μια μυστηριακή υφή που παραπέμπει στο Λος Άντζελες του Collateral, και του μουσικοσυνθέτη Cliff Martinez, που ντύνει το φιλμ με ambient ήχους, πλάθει μια ατμόσφαιρα σχεδόν κατανυκτική. Για πρωταγωνιστή του επιλέγει τον Ryan Gosling. Αν και εκ πρώτης όψεως αταίριαστη επιλογή, ο Gosling συνδυάζει το υγρό βλέμμα του Paul Newman με την ελκυστική ψυχραιμία του Steve McQueen και δίνει στον λακωνικό ήρωά του μια εσωτερικότητα απαραίτητη για την ιδιοσυγκρασία τόσο του χαρακτήρα, όσο και του είδους. Οι όποιες επιφυλάξεις μας παραμερίστηκαν με το που έπεσαν οι τίτλοι αρχής. Και τώρα, μέρες μετά την προβολή, μπορούμε μετά βεβαιότητας να πούμε ότι δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε κανέναν άλλο ηθοποιό στο ρόλο του κεντρικού χαρακτήρα. Ενός χαρακτήρα του οποίου την ιστορία θέλουμε να ακούσουμε ξανά. Και ξανά. Και ξανά


Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

ATTENBERG



Στον Κυνόδοντα έχουμε ένα κοινωνικό σύστημα αδίστακτο, που προσπαθεί να εντάξει μέσα του το άτομο εξαλείφοντας την ατομικότητά του, αναγκάζοντας το να υποταχθεί σε ένα συγκεκριμένο πλέγμα αξιών και κανόνων συμπεριφοράς. Όταν ακολουθεί σωστά τις οδηγίες το επιβραβεύει - με ψίχουλα φυσικά. Όταν παρεκκλίνει από αυτές, το τιμωρεί παραδειγματικά. Στο Attenberg (τίτλος που προέρχεται από ένα λάθος που κάνει μια εκ των ηρωίδων στην προφορά του ονόματος του ντοκιμαντερίστα David Attenborough) το κέντρο βάρους μετατίθεται στο έτερο αντικείμενο της κοινωνιολογικής μελέτης, που ξεκίνησε ο Κυνόδοντας. Έχουμε το άτομο που προσπαθεί να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο, να γίνει αποδεκτό από τους υπολοίπους. Και για να το επιτύχει αυτό ακολουθεί την διαδικασία της μίμησης. Μυείται στις κοινωνικές συμβάσεις παρατηρώντας τα υπόλοιπα 'θηλαστικά' και υιοθετώντας συμπεριφορές αλλότριες προς αυτό, οικείες ανάμεσα στα μέλη της 'αγέλης'.


Η Μαρίνα έχει περάσει το κατώφλι της ενηλικίωσης και δείχνει ανεξοικείωτη με τον τρόπο επικοινωνίας και συμπεριφοράς του ανθρώπινου περίγυρού της. Σε μια προσπάθεια να τους κατανοήσει και να γίνει αποδεκτή από αυτούς, τους παρατηρεί όπως ο Attenborough παρατηρεί τα ζώα και μιμείται τις κινήσεις τους. Μιμείται όπως η πόλη στην οποία ζει μιμείται ξένα, βιομηχανικά πρότυπα σε μια χώρα από την οποία το τρένο της βιομηχανικής ανάπτυξης δεν πέρασε ποτέ. Με την μίμηση έρχεται η ομογενοποίηση και η συναισθηματική αλλοτρίωση. Κάθε άνθρωπος μονότονος και αφασικός, ρέπλικα του διπλανού του, όπως η συστάδα κατοικιών που ατενίζει από το παράθυρο του διαμερίσματός της η Μαρίνα. Κι έτσι η αλλαγή είναι μια μακρινή ουτοπία. Με το θάνατο της μίας γενιάς, έρχεται η επόμενη, ίδια κι απαράλλαχτη, καταδικασμένη να πατήσει στα χνάρια της προηγούμενης και να ανακυκλώσει τα ίδια λάθη.


Μπορεί η ιστορία μας να εξελίσσεται στα Ασπρα Σπίτια της Βοιωτίας (οικισμός που χτίστηκε από το μηδέν για τους εργάτες του γειτονικού εργοστασίου της Πεσινέ), θα μπορούσε όμως να εξελίσσεται σε οποιαδήποτε βιομηχανική περιοχή του κόσμου, χωρίς να αλλάζει τίποτα. Κι αυτό είναι το κλειδί των πρόσφατων επιτυχιών του ελληνικού σινεμά στις διεθνείς αγορές. Οι ταινίες του Κούτρα, του Λάνθιμου, της Τσαγγάρη, δεν αφορούν ζητήματα που χάνουν τη σημασία τους εκτός των ελληνικών συνόρων, αλλά πραγματεύονται θέματα καθολικού ενδιαφέροντος. Αυτό είναι και το κοινό σημείο των δημιουργών που απαρτίζουν αυτό που κάποιοι αποκαλούν ελληνικό 'νέο κύμα'. Η καθολικότητα των θεμάτων τους. Το κατά πόσο βέβαια υπάρχουν οι απαραίτητοι αισθητικοί σύνδεσμοι για να κάνουμε λόγο για καλλιτεχνικό ρεύμα, είναι μια άλλη συζήτηση.


Εν προκειμένω πάντως το Attenberg μοιάζει σα να βγήκε από την ίδια πρέσα με τον Κυνόδοντα. Λογικό, καθώς η Τσαγγάρη είναι μέλος της αυτής καλλιτεχνικής παρέας, κάτι που πιστοποιεί και η παρουσία του Λάνθιμου, που εκτελεί χρέη παραγωγού και δευτεραγωνιστή. Η διαστροφή της πραγματικότητας και η αυτιστική συμπεριφορά της κεντρικής ηρωίδας παραπέμπουν ευθέως στην καθημερινότητα και τη συμπεριφορά των παιδιών του Κυνόδοντα.


Κάποιοι κάνουν λόγο για μανιέρα. Είναι νωρίς ακόμα για να εκτοξεύσουμε τέτοιες κατηγορίες κι από την στιγμή δε, που εξυπηρετεί τους στόχους της καλλιτέχνιδος και δεν είναι απλώς μια προσπάθεια αναπαραγωγής της καλλιτεχνικής επιτυχίας του Κυνόδοντα, δεν έχουμε κανένα λόγο να ασπαστούμε αυτή την άποψη. Θα διατυπώσουμε όμως μία σοβαρή ένσταση. Στον Κυνόδοντα κάναμε την παραχώρηση και αποδεχτήκαμε ως αληθινή την εναλλακτική πραγματικότητα που μας παρουσίασε ο Λάνθιμος, τον διαφορετικό κώδικα επικοινωνίας των παιδιών και την 'εξωγήινη' συμπεριφορά, επειδή ήταν κλεισμένα μέσα στον μικρόκοσμο της κατοικίας. Η Μαρίνα του Attenberg όμως παίζει τένις. Ξέρει να οδηγεί. Από την προφορά της είναι εμφανές ότι έχει ζήσει στη Γαλλία. Μας είναι δύσκολο να αποδεχτούμε ότι μέχρι αυτό το σημείο της ζωής της δεν είχε ιδέα για την ανθρώπινη συμπεριφορά και τις εκφάνσεις της, δεν είχε ποτέ της πάρε δώσε με τον έξω κόσμο. Κι αυτό εμπόδισε την εμπλοκή μας στα δρώμενα στο βαθμό που είχαμε εμπλακεί στην ταινία του Λάνθιμου.



Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

The Guard


O Gerry είναι μια περίεργη περίπτωση αστυνομικού. Είναι κολυμβητής ολυμπιακών προδιαγραφών. Όταν γυρίζει σπίτι από τη βάρδια του, βλέπει Skolimowski και ακούει Chet Baker. Στο ρεπό του προσλαμβάνει call-girl, που τον ξέρουν με το μικρό του. Στη δουλειά του καταπατά κάθε κανόνα πολιτικής ορθότητας που διέπει τη συμπεριφορά ενός αστυνομικού οργάνου και δε λογαριάζει κανένα. Δεν το κάνει όμως από έλλειψη επαγγελματικής ευσυνειδησίας, όπως διαφαίνεται στην αρχή. Δεν είναι ένας εκ φύσεως ‘κάφρος’, όπως ο Alan του Zach Galifianakis στο The Hangover. Η προκλητική του συμπεριφορά είναι μηχανισμός άμυνας. Όπως ο Stallone στο Copland αναπτύσσει μια παθητική συμπεριφορά, αποδεχόμενος την αδυναμία του να αλλάξει το νοσηρό, διεφθαρμένο περιβάλλον στο οποίο κυκλοφορεί καθημερινά, έτσι κι αυτός αναπτύσσει μια αντισυμβατική συμπεριφορά, για να μην χάσει τα λογικά του. Είναι ένας ‘κοιμώμενος’ τιμωρός, μόνο που δεν το ξέρει ακόμα.


Το set-up της ιστορίας δίνει την αίσθηση ότι πρόκειται να παρακολουθήσουμε ένα buddy movie. Γρήγορα όμως διαπιστώνουμε ότι ο χαρακτήρας του Don Cheadle είναι συμπληρωματικός στη δράση. Ότι το The Guard είναι μια ταινία για τον Gerry του Brendan Gleeson. Για το ‘ξύπνημά΄ του από τον λήθαργο, το οποίο υπομονετικά προετοιμάζει η πορεία της δράσης. Και όταν αυτό έρχεται, όταν ο Gerry δεν έχει πια τίποτα να χάσει κι αποφασίζει να πάρει μόνος την κατάσταση στα χέρια του, εκεί το φιλμ πια μετατρέπεται σε ένα αστικό western, σε ένα εξαίρετο δείγμα της αντρικής κινηματογραφικής εποποιίας και ο Gerry κερδίζει με το σπαθί του μια θέση ανάμεσα στους επιφανείς άνδρες, που κοσμούν την πινακοθήκη χαρακτήρων αυτού του σινεμά.


Το σενάριο και την σκηνοθεσία υπογράφει ο John Michael McDonagh, αδερφός του Martin McDonagh του In Bruges. Εκτός από τον ίδιο πρωταγωνιστή, οι δύο ταινίες μοιράζονται αρκετά κοινά στοιχεία. Μοιράζονται το ίδιο βιτριολικό χιούμορ, με εμπνευσμένους κωμικούς διαλόγους, πλούσιους σε θανατηφόρες ατάκες, ερμηνευμένους με αψεγάδιαστο timing από τους πρωταγωνιστές. Εξελίσσονται αμφότερες σε ένα παρεμφερές, ατόφια κινηματογραφικό σύμπαν. Στην τρίτη πράξη δε, το θέαμα περνά σε ένα καθαρά υπερβατικό επίπεδο. Επίσης και στις δύο η γεωγραφία επιβάλλει την ατμόσφαιρα. Στο In Bruges έχουμε μια διάχυτη μεταφυσική αύρα, προϊόν της μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής και της έντονης παρουσίας του θρησκευτικού στοιχείου στην πόλη. Εδώ, στο ωχρό και μουντό ιρλανδικό τοπίο, σχεδόν σε κάθε σκηνή παραμονεύει μια υπόγεια μελαγχολία.


Αυτή η δραματική διάσταση είναι που κάνει το απολαυστικό σινεμά των αδερφών McDonagh, να ξεχωρίζει από ‘εξυπνακίστικες’ βρετανικές crime comedies τύπου Guy Ritchie. Αυτή και η πιο παραδοσιακή σκηνοθετική προσέγγιση, μακριά από το εξεζητημένο και συχνά επιδειξιομανές σκηνοθετικό στυλ του Ritchie. Μη μας παρεξηγήσετε, μια χαρά περάσαμε με το Lock, Stock and Two Smoking Barrels, μια χαρά περάσαμε και με το Rocknrolla. Απλώς τα προαναφερθέντα φιλμ βαδίζουν στα μονοπάτια ενός καθαρά ανδρικού genre. Και, πείτε μας συντηρητικούς, πείτε μας ακόμα και γραφικούς, μα πιστεύουμε ότι οι σκηνοθετικές φιοριτούρες , τα ‘φρου φρου’ και τα ‘αρώματα’, αν και τέρπουν πρόσκαιρα τις αισθήσεις, δεν συνάδουν με τη φύση του τελευταίου.



Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Μπορεί ένα κείμενο να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο?


Η απάντηση είναι 'ναι' όταν πρόκειται για τον οδηγό των ταινιών της σεζόν 2011-2012 που φέρει την υπογραφή του ανεπανάληπτου, του ασυναγώνιστου, του ασυγκράτητου, του ανερμάτιστου, του ανερυθρίαστου, του ανεπηρέαστου, του πολυαγαπημένου σας Γιάννη Βασιλείου! Ο οδηγός των ταινιών της νέας σεζόν είναι γεγονός και μπορείτε να τον διαβάσετε αποκλειστικά στο www.cinemanews.gr! Πρόκειται για ένα μοναδικό κείμενο που προτρέπει τον αναγνώστη να κάνει το καλό και να το ρίξει και στο γιαλό! Ένα ανεπανάληπτο έπος που, αν είχε διαβάσει ο Καλιγούλας, η ταινία του Tinto Brass θα θύμιζε το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι.



Κάντε κλικ στο παρακάτω link και γνωρίστε την ηδονή του δρόμου της αρετής ή μείνετε σκατόψυχοι και γερο- Λαδάδες για πάντα! Κάντε κλικ στο παρακάτω link τώρα! Κάθε φορά που κάποιος δεν κάνει κλικ στο παρακάτω link, ένα εργοστάσιο υποδημάτων με εργάτες 7χρονα αγοράκια κάπου στον κόσμο ανοίγει. Θρυλείται δε, ότι ένα βράδυ πριν πάει στο Fords Theater , ο Αβραάμ Λίνκολν είχε μπει στον cinetairo και δεν έκανε κλικ στο παρακάτω link. Κάντε κλικ για το καλό σας...


http://www.cinemanews.gr/v5/season2012/index.php


Έγραψαν για τον ‘Οδηγό των ταινιών της σεζόν 2011-2012’ του Γιάννη Βασιλείου:


Μετά από αιώνες αυτά που θα έχουν μείνει από το σύνολο της ανθρώπινης Γραμματείας είναι το ‘Δεκαήμερο’ του Βοκκάκιου, η 'Πολιτεία’ του Πλάτωνα, ο 'Αγών Μου' του Χίτλερ, το ‘Δέκα Ετών Διαζευγμένη’ της Ντελφίν Μινουί και ο 'Οδηγός των ταινιών της σεζόν 2011-2012' του Γιάννη Βασιλείου
New York Voyeur



Ένα μικρό κείμενο για έναν άνθρωπο, ένα μεγάλο κείμενο για την ανθρωπότητα
Kingdom


Παλιά για να πλησιάσουν τα αγριοκάτσικα, κρυβόμασταν πίσω από ένα πουρνάρι και τους κάναμε ‘μπε’. Τώρα τους διαβάζουμε αποσπάσματα από τον 'Οδηγό των ταινιών της σεζόν 2011-2012' του Γιάννη Βασιλείου
Κυνηγεσία και Κτηνοβασία


Ακόμα ένα προκλητικό κείμενο του διαβόητου εγκάθετου των γνωστών-αγνώστων σκοτεινών κύκλων αμερικανικών συμφερόντων, που προπαγανδίζει ύπουλα τα ουτιδανά σκευάσματα των μηχανισμών της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του Κεφαλαίου και υπονομεύει το λαϊκό κίνημα. Λέμε ΟΧΙ στο μανιφέστο του νεοφιλελευθερισμού και της εξαθλίωσης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Λέμε ΟΧΙ στο δεξιό παραλήρημα του γνωστού αυτού φερέφωνου της πλουτοκρατίας και των αστικών κομμάτων. Λέμε ΟΧΙ στα καμπόικα και τον Τζέμης Μποντ, που αναπαράγουν τις θεωρίες, που ταυτίζουν το φασισμό με τον κουμμουνισμό. Απευθύνουμε κάλεσμα στην εργατική τάξη και στα λαϊκά στρώματα να κλείσουν τα αυτιά τους στις αντικουμμουνιστικές κραυγές και να συσπειρωθούν, για να ανοίξει ο δρόμος για τη λαϊκή εξουσία και οικονομία. Ο κουμμουνισμός είναι αναγκαίος και επίκαιρος. Καμία δύναμη δεν μπορεί να κλείσει τον δρόμο στο μέλλον της ανθρωπότητας.
Ριζοσπάστης


Είπαν για τον οδηγό των ταινιών της σεζόν 2011-2012 του Γιάννη Βασιλείου:


Αν ο Γιάννης Βασιλείου είχε γράψει τον ‘Οδηγό ταινιών της σεζόν 2011-2012’ έγκαιρα, θα είχα ρημάξει τα σπληνάντερα και τα κοκκορέτσια.
Μαχάτμα Γκάντι


Κάποια μέρα ένας νεαρός γόης θα γράψει τον οδηγό των ταινιών της σεζόν 2011-2012 και θα κάνει τους πλούσιους γενναιόδωρους, τους πολιτικούς αδιάφθορους, τους δικηγόρους φιλεύσπλαχνους, τους φοροεισπράκτορες ανθρώπους και τον Ουρτάδο να παίξει μπάλα
Νέστορας, ο σοφός βασιλιάς της Πίνδου


Παίρνουμε μια γάτα και την βάζουμε σε ένα κουτί μαζί με μια απίστευτα μικρή ποσότητα του 'Οδηγού των ταινιών της σεζόν 2011-2012' του Γιάννη Βασιλείου και έναν μετρητή γκάιγκερ. Κάθε ώρα που περνά η γάτα μπορεί να έχει διαβάσει τον Οδηγό, αλλά μπορεί και όχι. Οι πιθανότητες να τον έχει διαβάσει ή να μην τον έχει διαβάσει είναι 50%. Οπότε η γάτα στο σύστημα μας και τον έχει διαβάσει και δεν τον έχει διαβάσει. Εμείς ξέρουμε πως, αν ανοίξουμε το κουτί, η γάτα δε θα έχει γράψει δικό της Οδηγό, ούτε θα τον έχει πάρει, θα τον έχει στρίψει και θα τον έχει καπνίσει. Αλλά όχι πάντα.
Έρβιν Σρέντινγκερ


Και του είπα του Βασιλείου «Αγαπούλα θα βάλεις μέσα το Καρνάγκε* και το Τζακετζίν**. Και πρόσεχε μη γίνει καμιά κέντα και δε γράψεις καλές κουβέντες , γιατί σε γάμησα μετά και θα κελαηδάν τα ράδια.»
Αξιοπρεπής παράγοντας του αθλητισμού, το όνομα του οποίου δεν επιτρέπεται να δημοσιεύσουμε


Διονύση με πήρε τηλέφωνο ο Χατζηχρήστος και μου είπε ότι του χρόνου ο Βασιλείου θα πάρει μεταγραφή στο Sight and Sound
Βασιλάκης από Καματερό


Αν ο Καλιγούλας είχε διαβάσει τον ‘Οδηγό ταινιών της σεζόν 2011-2012’ του Γιάννη Βασιλείου, η ταινία μου θα έμοιαζε με το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι.
Tinto Brass


Δε μου άρεσε
Ζαν Λικ Γκοντάρ



*=σ.σ. το Carnage

**=σ.σ. το Jack and Jill



Ψηφίζουμε και στο poll πάνω δεξιά