Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Στο δρόμο που χάραξε ο Τσακ Νόρις...

Το postάρουμε τώρα, προτού (αναπόφευκτα)σιχαθείτε τα μυριάδες ανέκδοτα που θα διαβάζετε δεξιά κι αριστερά μέσα στις επόμενες μέρες...




του Χρήστου Σκάνδαλου






Ο Μπέος έχει στήσει τον ημιτελικό της Eurovision

Ο Μπέος έχει στήσει το Dancing with the Stars

Ο Μπέος έχει στήσει τη Τζούλια στα τέσσερα...

Ο Μπέος έχει στήσει παιχνίδι και σε κομπολόι...

Ο Μπέος έχει στήσει ματς over ημίχρονο και under τελικό..

Ο Μπέος πίνει βότκα με «στημένο» λεμόνι..

Ο Μπέος ήταν ο καλύτερος φαντάρος γιατί έστηνε την σκηνή σε χρόνο Dt!

Τραγούδακι για τον Μπέο : " Σ’εστησαν σε μια γωνιά και ήσουνα νέο παληκάρι"

Ο καλύτερος παίκτης Jenga παγκοσμίως είναι ο Μπέος γιατί ξέρει να στήνει.

Ο Μπέος έχει στήσει τον Chuck Norris σε ραντεβού...

Ο Superman κέρδισε σε UFC αγώνα τον Chuck Norris..Φήμες λένε οτι το ματσάκι το έστησε ο Μπέος..

Θρυλείται ότι ο Μπέος «έστησε» και το Δαβίδ Vs Γολιάθ.

Ο Μπέος ποτέ δεν είχε κοπέλα, γιατί την «έστηνε» στο πρώτο ραντεβού.

Ο Μπέος στέλνει όλα του τα γράμματα...σύ-στημένα!!

Ο Μπέος ποτε δε θα έχει ερωτικό πρόβλημα…
Πάντα θα έχει...στύση!!!

Ο Μπέος βοήθησε τον αγώνα του 1821 στήνοντας καραούλι!!

Ο πρώτος υπολογιστής του μικρού Αχιλλέα ήταν ένας ATARI ST(ήνω)!

O Αχιλλέας έστηνε μπλόκα για τους αγρότες στο Κιλλελέρ..




Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

John Carpenter's THE WARD


Εν έτει 2011 το όνομα του John Carpenter δεν έχει την ίδια βαρύτητα που είχε στα τέλη των 70’s και τις αρχές των 80’s, όταν και υπέγραψε μερικά από τα πλέον σημαντικά b-movies του κινηματογράφου. Πάνε σχεδόν δέκα χρόνια από την τελευταία φορά που είδαμε ταινία του στις κινηματογραφικές αίθουσες, ενώ κατά γενική ομολογία έχει να σταυρώσει ταινία της προκοπής από το αδίκως παραγνωρισμένο διαμαντάκι που ακούει στο όνομα In the Mouth of Madness (ανακαλύψτε το!). Είχαμε σχεδόν πάρει απόφαση ότι ο Carpenter αποσύρθηκε από τα κινηματογραφικά πλατό.

Στο άκουσμα της επιστροφής του ενάμισι χρόνο πριν, αναθαρρήσαμε. ‘Ο Carpenter ετοιμάζει νέα ταινία’. Μέσα στον τεράστιο όγκο πληροφοριών που λαμβάνουμε σε καθημερινή βάση, η βαρύτητα της είδησης σταδιακά υποχώρησε, ωστόσο στο πίσω μέρος του μυαλού μας πάντα στριφογυρνούσε η ιδέα ότι πλησιάζει η ώρα που θα δούμε τον καινούργιο Carpenter. Τον (συγκρατημένο) ενθουσιασμό μας βοηθούσε και το τηλεοπτικό Cigarette Burns, που είχε κάνει για λογαριασμό της σειράς Masters of Horror, ένα εξαιρετικό horror που θύμιζε Carpenter από τα παλιά. Για να μην τα πολυλογούμε η ώρα έφτασε και τον είδαμε. Και απογοητευτήκαμε.


Ο κεντρικός ήρωας στη νέα του ταινία είναι γένους θηλυκού, όπως στο Halloween. Μια δυναμική νεαρή γυναίκα, που βρίσκεται ξαφνικά εσώκλειστη σε ψυχιατρική κλινική θηλέων, χωρίς να θυμάται ποια ακριβώς είναι και δίχως να καταλαβαίνει γιατί βρίσκεται εκεί. Το κλίμα στην κλινική είναι εχθρικό. Η προϊσταμένη είναι βγαλμένη από γκεσταπίτικο γκέτο, οι άλλες τρόφιμοι αρνούνται να μοιραστούν πληροφορίες μαζί της, ενώ όλοι οι άντρες δείχνουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο πρόθυμοι να την βλάψουν. Την προσπάθεια της να ανακαλύψει ποια είναι και τι της συμβαίνει, αλλά και να δραπετεύσει από το άσυλο, δυσχεραίνει ένα φάντασμα(?). Βάζουμε το ερωτηματικό γιατί ο Carpenter ξεχνά να μας συστήσει το ‘πλάσμα’, να μας δείξει πώς λειτουργεί , ποια ακριβώς είναι η φύση του(είναι αϋλο, είναι από σάρκα και οστά?) και τι θέλει από την ηρωίδα. Το ότι μια ιστορία εξελίσσεται στον χώρο του φανταστικού, δε σημαίνει ότι δεν υπακούει σε κάποιους νόμους. Ο ‘παραμυθάς’ οφείλει να ορίσει τους κανόνες λειτουργίας του σύμπαντος που λαμβάνει χώρα η ιστορία του, διαφορετικά αυτό είναι διάτρητο και κινδυνεύει να καταρρεύσει.

Η παρέα της ηρωίδας στο άσυλο αποτελείται από μια σειρά θηλυκών, μονοσήμαντων χαρακτήρων , οφθαλμοφανώς διακριτών μεταξύ τους. Οι κοπέλες αυτές είναι στην πλειονότητά τους αφύσικα όμορφες για τρόφιμοι ψυχιατρείου. Δε λέμε πως δεν είναι πιθανό μια όμορφη κοπέλα να είναι τρόφιμος ψυχιατρείου, αλλά πολλές όμορφες κοπέλες να είναι τρόφιμοι στο ίδιο ψυχιατρείο, όπως και να το κάνουμε είναι λιγότερο πιθανό – εκτός κι αν είναι ειδική πτέρυγα για Ουκρανίδες χορεύτριες ή Σουηδέζες μοντέλες.


Η αποκάλυψη του φινάλε από τη μια φτιάχνει κι από την άλλη χαλάει το φιλμ. Το φτιάχνει, γιατί η ιστορία αποδεικνύεται πιο φιλόδοξη και μεγαλύτερου βεληνεκούς από ότι έδειχνε αρχικά. Το χαλάει επειδή αποκαλύπτει παράλληλα ένα σωρό θεματικές , που ενώ ο Carpenter του παρελθόντος θα ξεζούμιζε μέχρι τελευταίας ρανίδας, ο Carpenter του 2011 αφήνει παντελώς αναξιοποίητες.

Για να μην τα ισοπεδώνουμε όλα, το φιλμ έχει ατμόσφαιρα, όπως έχει και δυο, τρεις καλοστημένες σεκάνς τρόμου. Είναι σε γενικές γραμμές ένα ευπρεπές θριλεράκι. Ωστόσο από τον Carpenter θα περιμέναμε κάτι περισσότερο από ένα απλό μαστοριλίκι . Η εικονοκλαστική τόλμη, το πολιτικό και ψυχολογικό υπόβαθρο των παλαιότερων δημιουργιών του εδώ απουσιάζουν, ενώ δείχνει να έχει χάσει την ικανότητα του να αξιοποιεί το budget του μέχρι τελευταίας δεκάρας. Οι ταινίες του Carpenter μπορεί να είναι φτηνές, αλλά δεν δείχνουν ποτέ φτηνές. Στο The Ward η ένδεια της παραγωγής είναι εμφανής.


Ίσως έχουμε ανεβάσει τον πήχυ ψηλά. Ίσως πάλι να έχει ανεβάσει εκείνος τον πήχυ ψηλά με το έργο που έχει επιδείξει στο παρελθόν. Δε θα θέλαμε να περάσουν άλλα δέκα χρόνια μέχρι να ξαναδούμε ταινία του στις αίθουσες. Ευχόμαστε όμως την επόμενη φορά να επανακτήσει την χαμένη του φόρμα, την ικανότητα του να μετατρέπει τον άνθρακα σε θησαυρό, εκείνο το magic touch που φάνηκε να ξαναβρίσκει με το Cigarette Burns. Μας έχει λείψει…





Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Ήπιαμε απ΄το ίδιο ποτήρι...




Σαν ήμουνα μικρό παιδάκι περνούσα τα σαββατοκύριακα στο σπίτι της γιαγιάς. Ξυπνούσα το πρωί, έπινα βιαστικά το γάλα μου και έφευγα σαν σίφουνας για να πάω να παίξω με τα υπόλοιπα παιδάκια στην κορυφή του λόφου, μια περιοχή με την κωδική ονομασία ΄Στη Ράχη΄. Με ένα μικρό διάλειμμα για φαγητό έπαιζα αδιάκοπα μέχρι το βράδυ, χωρίς να υπάρχει τίποτα που να με σταματήσει. Ή σχεδόν τίποτα. Γιατί μια φορά στο τόσο τόσο έβγαινε η γιαγιά μου και με την χαρακτηριστική φωνή της – ένα κράμα λοχία παλιάς κοπής και τραγουδίστριας που κάνει σεγόντο στον τραγουδιστή της αφίσας σε δημοτικό πανηγύρι στον Γοργοπόταμο- φώναζε ότι έχει Βέγγο στην τηλεόραση. Κι εγώ ευθύς σταματούσα το παιχνίδι κι έτρεχα πίσω στο σπίτι.

Καθόμουν με τη γιαγιά μου και παρακολουθούσαμε την ταινία. Εκείνη μια γυναίκα αγράμματη, πρώην καθαρίστρια νοσοκομείου με παιδικές αναμνήσεις από την Κατοχή. Εγώ παιδί δημοτικού με διαφορετικά ερεθίσματα. Κι όμως γελούσαμε καθαρτικά με τα ίδια γκαγκ, αντιλαμβανόμασταν τα δρώμενα επί της οθόνης αν όχι με το ίδιο, με παρόμοιο τρόπο.

Τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσα, πέρασα στο πανεπιστήμιο, πήρα το πτυχίο μου, βγήκα στην αγορά εργασίας και πήρα την πρώτη κρυάδα. Οι απαιτήσεις πολλές, οι υποχρεώσεις περισσότερες κι ο χρόνος δραματικά λιγότερος. Κι όμως, ότι κι αν κάνω, όποια υποχρέωση κι αν έχω, όταν τυχαία πετυχαίνω στην τηλεόραση ταινία του, το αναβάλλω για αργότερα. Και κάθομαι και παρακολουθώ. Και γελάω ξανά με τα ίδια αστεία, όπως τότε.

Αυτό είναι και το μυστικό της επιτυχίας του Βέγγου, αυτό στέριωσε την εικόνα του στην καρδιά του κόσμου. Απευθύνεται σε όλους. Νέους και γέρους, γιατρούς και οικοδόμους, κλητήρες και βουλευτάδες, αγράμματους και γραμματιζούμενους. Όλοι στο πρόσωπο του Βέγγου βλέπουν ένα κομμάτι του εαυτού τους. Και γελούν με αυτό. Ξορκίζοντας τους φόβους και τις αγωνίες τους.



Ήμουν στο τρόλεϋ για την Ευελπίδων. Σκάει μήνυμα στο κινητό. Πέθανε ο Βέγγος. Άλλαξα σταθμό στο ραδιόφωνο. Κάτι έλεγαν για την αδειοδότηση του Πανιωνίου – φλέγον αθλητικό ζήτημα των ημερών. Δεν άκουγα. Μετά από λίγο με πήραν τα ζουμιά. Πέθανε ο Βέγγος. Η ενσάρκωση της ζωντάνιας και της ενέργειας, ο μοναδικός άνθρωπος που δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι μπορεί να έχει μια μέρα την ίδια μοίρα με τους υπόλοιπους.

Και μετά ήρθαν στο νου μου εικόνες. Το φάσκελο που ακολουθεί το στιλέτο που πέφτει εκτός στόχου. Τις αδερφές που στήνονται στη σειρά για να τιμωρηθούν παραδειγματικά με ένα μακροσκελές χαστούκι. Τον Θανάση να αγωνιά για τον επικείμενο γάμο του, να ανοίγει το ραδιόφωνο για να χαλαρώσει και να πέφτει πάνω στο τραγούδι ‘ Άλα, πάω για κρεμάλα’. Κι άρχισα να χασκογελάω. Η διπλανή θείτσα με πέρασε σίγουρα για παρανοϊκό – έσφιξε με τα χέρια της την τσάντα της και μετακίνησε ελαφρά το σώμα της προς τον διάδρομο.


Λένε πως όταν κλαίμε για κάποιον που φεύγει, κλαίμε από εγωισμό, γιατί δε θα τον έχουμε πια μαζί μας. Ας είναι. Είμαι εγωιστής. Κι από εγωισμό γράφω αυτό το κείμενο. Για μένα δεν έφυγε ο σπουδαιότερος κωμικός του ελληνικού κινηματογράφου. Δεν έφυγε ένας αυθεντικός έλληνας δημιουργός – από τους ελάχιστους τέτοιους που εργάστηκαν στην ταλαίπωρη εγχώρια κινηματογραφία. Έφυγε ένας φίλος. Ένας άνθρωπος με τον οποίο μεγάλωσα. Κάποιος που με έκανε να γελάσω όσο λίγοι. Κάποιος που με έκανε να αισθάνομαι πιο κοντά με τη γιαγιά μου- έναν άνθρωπο με τον οποίο με χωρίζουν έξι δεκαετίες. Και θα μου λείψει. Όχι η εικόνα του. Θα δω τις ταινίες του ξανά και ξανά. Και με τα παιδιά μου και με τα εγγόνια μου και αν μου είναι γραφτό και με τα δισέγγονα μου. Εκείνο που θα μου λείψει είναι η αίσθηση ότι ακόμα τρέχει κάπου εκεί έξω, ότι όσο πιο σκατένια και να γίνει η κατάσταση, αυτός θα είναι εκεί και με την υπερκινητικότητα του και την κουτοπονηριά του θα τα βγάλει πέρα. Κι εγώ μαζί του. Τώρα όμως;



Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

The American (2010)


To 1967 ο Mellville με τον 'Samourai' του άνοιξε το δρόμο για μια σειρά από φιλμ με ήρωα έναν πληρωμένο δολοφόνο. Κι ενώ στα 70’s έχουμε πληθώρα ανάλογων ταινιών, καθώς περνούσαν τα χρόνια οι εκπρόσωποι του εν λόγω sub-genre άρχισαν να λιγοστεύουν. To 2010 ο Anton Corbijn αποφασίζει να επισκεφτεί αυτό το είδος, συνεχίζοντας, θα έλεγε κανείς, από το σημείο που άφησε ο Michael Mann τον Vincent του Collateral δευτερόλεπτα πριν ξεψυχήσει.


Ο Jack/Edward/Mr. Butterfly είναι ένας πληρωμένος δολοφόνος. Zει σε διαρκή εγρήγορση και δεν δένεται με κανένα, που δε μπορεί “να εγκαταλείψει μέσα σε 30 δευτερόλεπτα, αν νιώσει την ένταση να έρχεται από την γωνία’’. Τον βρίσκουμε σε ένα στάδιο της ζωής του που έχει κουραστεί, που θέλει να αποδράσει, να κερδίσει λίγο χρόνο για να κάνει όσα απέφευγε από τη στιγμή που έπιασε το πιστόλι στο χέρι. Πηγαίνει σε χωριό της Ιταλίας για μια τελευταία αποστολή, όπου η γνωριμία του με έναν ιερέα και μια πόρνη δίνουν το φιλί της ζωής στην νεκρική καθημερινότητά του.


Δε μαθαίνουμε ποτέ το πραγματικό όνομα του ήρωα. Και δεν το μαθαίνουμε επειδή θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε από τους κινηματογραφικούς εκτελεστές του παρελθόντος. Όχι όμως κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής αποστολής, όχι στο ζενίθ της καριέρας του. Στο μετά. Εκεί που η δουλειά έχει γίνει ρουτίνα. Εκεί που κάθε ανθρώπινο πλάσμα, του οποίου τη ζωή αφαίρεσε, κατατρώει ότι έχει απομείνει από την ψυχή του. Κουβαλά την κατάρα όλων των ηρώων που προηγήθηκαν – κι ενδόμυχα το ξέρει. Και προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεφύγει από αυτή. Κι αγγίζει το όνειρό του στο φότο φίνις, αλλά δεν το κατακτά. Λίγο πριν το τέλος όμως, γνωρίζει ότι έφτασε κοντά. Και για αυτό αποχωρεί ευτυχισμένος…


Το φιλμ είναι βραδυφλεγές και αφαιρετικό, με πένθιμους ρυθμούς και μικρές λυρικές πινελιές. Κάποιοι θα δυσανασχετήσουν με την σημειακή πλοκή. Κάποιοι θα αγανακτήσουν με την εσωτερικότητα, που προσεγγίζουν δημιουργός και πρωταγωνιστής τον κεντρικό χαρακτήρα. Και κάποιοι (λίγοι πιθανότατα) θα μαγευτούν από την ιδανική εναρμόνιση των ρυθμών και της ατμόσφαιρας με την ιδιοσυγκρασία του ήρωα, θα βιώσουν σαν δική τους σταυροφορία τις απεγνωσμένες του προσπάθειες να διαφύγει το αναπόφευκτο και θα βρουν στον ‘Αμερικάνο’ ακόμα μια ταινία, που κάθε φορά που θα ξαναβλέπουν, θα ελπίζουν ότι η εξέλιξη της θα αλλάξει, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, αλλά αδυνατώντας κι αυτοί με της σειρά τους να αποδεχτούν την ύπαρξη μιας προδιαγεγραμμένης πορείας των πραγμάτων (πείτε την ριζικό, πείτε την ειμαρμένη, πείτε την όπως γουστάρετε), από την οποία η όποια παρέκκλιση είναι αδύνατη.


Ο ‘Αμερικάνος’ είναι για τα φιλμ με πληρωμένους δολοφόνους, ότι οι ‘Ασυγχώρητοι’ για το γουέστερν. Το κύκνειο άσμα, η ταινία που γράφει τον επίλογο του είδους, έναν επίλογο με εσωτερικό πάθος και περίσσια νοσταλγία. Είναι ένα ελεγειακό αριστούργημα που απευθύνεται στους (ελάχιστους;) εναπομείναντες ρομαντικούς, που θα αψηφήσουν λυσσαλέα τη μοίρα, ακόμα κι αν γνωρίζουν ότι στο τέλος θα φάνε τα μούτρα τους.


Αξίζει τον κόπο, διάολε!