Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Killer's Kiss (1955)

 


Χθες βράδυ είδα το Killers Kiss του Κιούμπρικ. Για πρώτη φορά.


Αν εκείνες οι ταινίες που ακολούθησαν κι έκαναν το όνομα του προσευχή στα χείλη εκατομμυρίων σινεφίλ είναι σουίτες, το γυρισμένο με πενιχρά μέσα Killers Kiss είναι τζαζ αυτοσχεδιασμός. Προϊόν ενός ταλέντου ανεπανάληπτου, που έχει αφεθεί ελεύθερο να δοκιμάσει πράγματα, ξεκινώντας να σκαρώνει μια κινηματογραφική μελωδία από τρικ με οδηγό το ένστικτό του (και μόνο) και καταλήγοντας σε ένα γοητευτικό, "ασύγχρονο" αποτέλεσμα. Στην πορεία εντάσσει αφήγηση μέσα στην αφήγηση – σε αγαπάμε όσο δεν πάει, αλλά άρπα την κύριε Νόλαν -, γυρίζει μια νευρώδη σκηνή πυγμαχίας που εμφανώς έδωσε ιδέες στον Μάρτυ για το «Οργισμένο Είδωλό» του – κι αυτός κι ο Κιούμπρικ όμως χρωστούν το κατιτίς του στον Ρόμπερτ Γουάιζ του The Set-Up – και παραδίδει το μοναδικό happy end της καριέρας του. Του φινάλε του Killers Kiss εξαιρουμένου, το πλησιέστερο που έχει να επιδείξει σε ευτυχή κατάληξη η φιλμογραφία του είναι ο γλυκόπικρος συμβιβασμός του Eyes Wide Shut, που κατά σατανική σύμπτωση (;) συμπίπτει με την επιστροφή του στα σαγηνευτικά νεοϋορκέζικα σοκάκια.


Μεγάλη ταινία δεν ήταν. Ήταν όμως μεγάλη απόλαυση, διάολε. 


Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Arbitrage (2012)






Δεν γυρίζονται πολλές ταινίες σαν το Arbitrage πια. Yπόδειγμα αφηγηματικής οικονομίας και υπνωτιστικής ατμόσφαιρας – ας όψονται και οι ambient ήχοι του Cliff Martinez-, ετούτο το συναρπαστικό παλιομοδίτικο θρίλερ θα μπορούσε να έχει γυριστεί στα 70’s υπό τις οδηγίες του Πακούλα, με την (σημαντική) διαφορά ότι εδώ δεν έχουμε έναν άνθρωπο απέναντι στο Σύστημα, αλλά έναν άνθρωπο του Συστήματος, που πασχίζει να διατηρήσει την υψηλή θέση του μέσα σ’ αυτό. Πρόκειται για έναν χαρακτήρα αρνητικό, που κερδοσκοπεί σε βάρος των άλλων στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς και συγκεντρώνει στο πρόσωπο του όλες εκείνες τις ιδιότητες που κάνουν τον νεοφιλελευθερισμό απωθητικό (την ασυδοσία, τον αδυσώπητο ανταγωνισμό, τον ακραίο ατομικισμό). Έναν χαρακτήρα που δύσκολα θα μπορούσες να ακολουθήσεις στην περιπέτεια που εμπλέκεται , αν δεν τον υποδυόταν κάποιος με τον μαγνητισμό του Ρίτσαρντ Γκιρ. Ο οποίος εδώ πραγματοποιεί μια tour de force εμφάνιση, από εκείνες που σε άλλες εποχές θα του χάριζαν μια θέση στις υποψηφιότητες των βραβείων της Ακαδημίας. Αλλά δεν βραβεύονται πολλές ταινίες σαν το Arbitrage πια.


Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Django Unchained (2012)







Μέχρι το «Death Proof» οι ιστορίες του Tarantino λαμβάνουν χώρα σε ένα σύμπαν αμιγώς κινηματογραφικό. Από το «Inglourious Basterds» κι έπειτα φαίνεται να ξεκινά έναν νέο κύκλο στην καριέρα του, όπου εντάσσει τις (κινηματογραφικές) ιστορίες του σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Στους “Μπάστερδους” οι ήρωες αντιμάχονται τους ναζί στην κατοχική Γαλλία και καταλήγουν να ξαναγράφουν την ιστορία(εξ’ ου και η εναλλακτική ορθογραφία του τίτλου) εξολοθρεύοντας τον Χίτλερ και το επιτελείο του μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Σημείο αναφοράς του φιλμ και παραλήπτης μιας απολαυστικής ερωτικής εξομολόγησης  είναι το ίδιο το σινεμά. 


To «Django Unchained», που εξελίσσεται στον αμερικανικό Νότο του 19ου αιώνα, είναι κατά τα 2/3 του και στο βαθμό που μπορούμε να εντάξουμε σε ένα είδος την ταινία ενός δημιουργού, που αρέσκεται στο να «μπασταρδεύει» τα είδη, ένα σπαγγέτι γουέστερν.  Χαρακτηριστικά μοτίβα του σπαγγέτι γουέστερν, όπως εκείνα του λακωνικού ήρωα, του κυνηγού κεφαλών και της εκδίκησης, τα συναντούμε και στο «Django Unchained», που αναφέρεται ευθέως στο διάσημο σουξέ του Sergio Corbucci και τις δεκάδες επίσημες κι ανεπίσημες συνέχειες και παραλλαγές, που γνώρισε έπειτα. Στην τελευταία πράξη όμως ο Tarantino αποφασίζει να παραμερίσει το σπαγγέτι γουέστερν και να κάνει μια «πολιτική» ταινία, ανάγοντας τον Django από εκδικητή σε σύμβολο μιας κατατρεγμένης φυλής. Ο όρος “πολιτική” για τον Tarantino μεταφράζεται στη δυνατότητα που δίνει στους κατατρεγμένους να πάρουν την ιστορική ρεβάνς, τιμωρώντας σαδιστικά τους δυνάστες τους. Kι εδώ έγκειται και η διαφορά με το «Inglourious Basterds». Εκεί πυρήνας του φιλμ ήταν το σινεμά από την αρχή ως το τέλος. Εδώ το κέντρο βάρους μετατίθεται στην προαναφερθείσα, ρηχή, λαϊκίστικη και ηθικά συζητήσιμη “πολιτική” ατζέντα. Και για αυτό το «Django Unchained», το οποίο ο Tarantino φοβούμαι πως εκλαμβάνει ως την “μεγάλη” του στιγμή, υστερεί σημαντικά σε σχέση με την προηγούμενη δουλειά του.


Φυσικά αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι διασκεδαστικό, τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο μέρος του. Διαθέτει, βλέπεις, το μεγάλο ατού κάθε ταινίας του Tarantino. Αυτά τα ακαταμάχητα, μακροσκελή διαλογικά αποσπάσματα (ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός) αγοραίας λογιότητας, όπου ένας χαρακτήρας πυροβολεί λεκτικά τον άλλο, προσπαθώντας να επιβληθεί πνευματικά. Αρκετές φορές βέβαια της πνευματικής επιβολής ακολουθεί και σωματική, με ένα ξέσπασμα σαδιστικής βίας από εκείνα που έχουν καταστεί πια σήμα κατατεθέν του δημιουργού. Ο οποίος στο πρόσωπο του Christoph Waltz φαίνεται να έχει βρει εκείνο τον ηθοποιό, που θα ερμηνεύσει τους διαλόγους του με τη δέουσα υπερβολή, με μια καλοδεχούμενη “πλαστότητα”, που είναι άλλωστε και το ζητούμενο. 



Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Hugo (2011)






Η πρώτη ταινία που είδα σε κινηματογραφική αίθουσα ήταν το Σινεμά ο Παράδεισος. Προβολή σε θερινό, με τη συνοδεία της μητέρας μου – εκείνη μου κόλλησε το μικρόβιο της σινεφιλίας. Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη την προβολή. Θυμάμαι μόνο πως κοιτούσα την οθόνη ενθουσιασμένος και σκεφτόμουν τί θαυμαστό φαινόμενο ήταν αυτό που μόλις είχα ανακαλύψει. Θυμάμαι να αναπαράγω την εμπειρία στον ύπνο μου τις μέρες που ακολούθησαν και να ασκώ ασφυκτική πίεση στη μητέρα μου να με ξαναπάει – συγγνώμη μαμά. Κι έτσι, έχοντας συμπληρώσει μετά βίας μισή δεκαετία ζωής, γνώρισα την πρώτη μου αγάπη. Και οι πρώτες αγάπες είναι παντοτινές.


Έχω ξαναδεί την ταινία αρκετές φορές από τότε. Και κάθε φορά βουρκώνω. Γιατί φέρνει στο νου μου τη μέρα εκείνη που πρωτογνώρισα το σινεμά. Προς μεγάλη μου έκπληξη παρακολουθώντας το Hugo του Μάρτιν Σκορσέζε, βρέθηκα να νιώθω τα ίδια ακριβώς συναισθήματα με εκείνα που μου προκαλεί κάθε επαναληπτική προβολή της ταινίας του Τορνατόρε. Ίσως επειδή το Hugo είναι μια ταινία για ένα μικρό παιδί που ανακαλύπτει το σινεμά. Μια ταινία στην οποία ο δημιουργός της καλεί τους θεατές με τη σειρά τους να ανακαλύψουν (εκ νέου ή και για πρώτη φορά) το σινεμά μαζί του, επιστρέφοντας στη γέννηση του μέσου, ανατρέχοντας στους πρωτοπόρους του. Ενδέχεται μερικοί να βρουν αντιφατικό το γεγονός πως επιλέγει να κινηματογραφήσει μια ιστορία για τη γέννηση του σινεμά, χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, το 3-D. Κακώς. Γιατί το σινεμά είναι ενιαίο. Ασπρόμαυρο ή έγχρωμο, βουβό ή ομιλόν, δισδιάστατο ή τρισδιάστατο, στόχος του είναι ( και πρέπει να είναι) ένας: να ανοίξει ένα παράθυρο στα όνειρα.


Ομολογουμένως το Hugo παραπέμπει αισθητικά περισσότερο σε ταινία του Σπίλμπεργκ, παρά του Σκορσέζε (συμπτωματικά ακόμα και το alter ego του σκηνοθέτη στο φιλμ, ένας ιστορικός κινηματογράφου, τον οποίο υποδύεται ο Μάικλ Στούλμπαργκ του A Serious Man, μοιάζει στον Σπίλμπεργκ) . Οι hardcore οπαδοί της θεωρίας του auteur θα δυσκολευτούν να εντάξουν την ταινία στο υπόλοιπο έργο του Σκορσέζε, κάποιοι ίσως και να την αφορίσουν. Και ναι, απουσιάζει η καθολική ενοχή, είναι όμως παρούσα εντονότερα από ποτέ η σημαντικότερη πτυχή του έργου του ιταλοαμερικανού σκηνοθέτη, αυτή που διατρέχει το σύνολο της φιλμογραφίας του: ο έρωτας για το μέσο που υπηρετεί. Κατά κάποιο τρόπο όλες του οι ταινίες οδηγούν στο Hugo.


Αυτό κάνει ο Σκορσέζε από την αρχή της καριέρας του. Κοινωνεί το σινεμά. Δίχως ελιτισμό, δίχως διάθεση επίδειξης, δίχως ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης της αυθεντίας του. Το μεταδίδει κοιτώντας σε στα μάτια. Φαντάζομαι πως μετά την προβολή του Hugo οι γερο-γκρινιάρηδες, που θεωρούν την τέχνη προσωπικό τους κτήμα, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να στάξουν την χολή τους για την νεολαία που αγνοεί τον Μελιές, που δεν έχει δει ούτε μια ταινία των Πάουελ και Πρεσμπέργκερ ή του Τατί και πάει λέγοντας - δεν αναφέρομαι φυσικά σ’ αυτούς που πονούν το αντικείμενο και στενοχωριούνται, που η πιτσιρικαρία αγνοεί μερικούς από τους σπουδαιότερους «εργάτες» του, αλλά σε εκείνους που αγαπούν τις εγκυκλοπαιδικές τους γνώσεις για το σινεμά, περισσότερο από το ίδιο το σινεμά. Λυπάμαι κύριοι, αλλά δεν έχετε θέση σ’ αυτό το παραμύθι. Πείτε μας όμως, πώς να μάθουν για τον Μελιές, αν δεν βρεθεί κάποιος να τους τον διδάξει, να τους μάθει τα μυστικά του με φροντίδα και στοργή; Αυτό ακριβώς κάνει ο Σκορσέζε με το Hugo. Ένα έργο φτιαγμένο με αγάπη, που μόνο αγάπη μπορεί να γεννήσει. Και είναι βέβαιο ότι κάπου στον κόσμο ένα παιδάκι θα πάει για πρώτη φορά στο σινεμά με τη μητέρα του, για να δουν το Hugo και στη συνέχεια θα την πρήζει να ξαναπάνε. Και κάθε φορά που θα ξαναβλέπει το Hugo μεγαλώνοντας, θα βουρκώνει, επειδή θα θυμάται τη μέρα εκείνη που ένας προβολέας και μια οθόνη στοίχειωσαν τα όνειρά του.



Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

Aν... (2012)







Αν θέλεις να κατακεραυνώσεις τον Παπακαλιάτη - διαχρονικό trend για την πλειονότητα εκείνων που δεν ανήκουν στο fan club του-, το κινηματογραφικό του ντεμπούτο σου δίνει αρκετά πατήματα. Γιατί το «Αν…» έχει την λεπτότητα μιας ταινίας στην οποία ο τετράποδος, πιστός φίλος του εργένη ήρωα ονομάζεται Μοναξιά. Γιατί φέρει βασικά μειονεκτήματα της δουλειάς του δημιουργού του, όπως την ροπή προς τον μελοδραματισμό και την «τηλεοπτική» συνήθεια του να «στολίζει» συστηματικά σκηνές με τραγούδια που επεξηγούν το περιεχόμενό τους. Και επειδή, ενώ ξετυλίγει την ερωτική του ιστορία με όρους παλιομοδίτικης ρομαντζάδας, ξαφνικά ο Παπακαλιάτης εντάσσει στη θεματολογία της την οικονομική κρίση. Δεν χρήζει ανάλυσης, νομίζω, γιατί είναι άστοχο  μια ταινία που θέλει να μιλήσει (και) για την κρίση να έχει ως ήρωα έναν μποέμ σκηνοθέτη, που μένει σε μεζονέτα στην Πλάκα και πίνει τον καφέ του στα γραφικότερα cafe. Πρόκειται για ατόπημα ικανό να προκαλέσει αντιδράσεις αρνητικές και μη αναστρέψιμες.


Και θα το κατάφερνε, εάν το σύμπαν του «Αν…» δεν ήταν ολοφάνερα 100 % τεχνητό. Κι εκεί έγκειται και η δύναμη του. Στις «αποδραστικές» αρετές της «τεχνητότητας» του. Στη θέληση του δημιουργού να παρασύρει τον θεατή του σε ένα ταξίδι κινηματογραφικό, όπου σε ολιγόλεπτη βόλτα στα πλακόστρωτα σοκάκια της Πλάκας μπορεί να αλλάξουν οι εποχές (εύρημα που έχουμε ξαναδεί μεν, εκτελεσμένο όμως με μεράκι δε), σε ένα ερωτικό παραμύθι για ψυχές καταδικασμένες να ανταμώσουν και να ζευγαρώσουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Κι ομολογουμένως ο εφηβικός ενθουσιασμός και ο μεγαλόστομος ρομαντισμός του πονήματός του κάμπτουν, ενίοτε, τις αντιστάσεις σου. Η παράλληλη αφήγησή του κρατά το ενδιαφέρον σου. Και η αρμονική ολοκλήρωση της διττής του ιστορίας σε συγκινεί λιγάκι – κι ας ντρέπεσαι να το παραδεχτείς.


Η μικρή πτώση στις εισπράξεις από σαββατοκύριακο σε σαββατοκύριακο μαρτυρά θετικό word of mouth. Kι αποδεικνύει, ότι υπάρχει κοινό εκεί έξω που διψά για ελληνική μυθοπλασία, η οποία πληροί (έστω και) τις ελάχιστες προϋποθέσεις του καλού αφηγηματικού σινεμά. Κι ο Παπακαλιάτης θέλησε (και μπόρεσε) να του δώσει αυτό που ζητούσε. Και για αυτό δικαιώθηκε.