Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Videodrome (1983)






Η πλειονότητα των κειμένων που έχουν γραφτεί κατά καιρούς για το Videodrome το καταχωρεί σαν κριτική πάνω στην αυξανόμενη επιρροή των media στο κοινό. Είναι κι αυτή μια παράμετρος του φιλμ, ωστόσο η εν λόγω 'ετικέτα' μάλλον προσδιορίζει στενά και περιορίζει ερμηνευτικά το έργο ενός δημιουργού που έχει δείξει ότι αποφεύγει τις ξεκάθαρες απαντήσεις και πιθανότατα απεχθάνεται την κατηγοριοποίηση των 'παιδιών' του. Ειδικά το Videodrome είναι μια ταινία εκ γενετής ανοιχτή σε ερμηνείες. Τόσο που, ακόμα και μετά από κάμποσες επαναληπτικές προβολές, θέλει κότσια (κι ενδεχομένως και θράσος), για να ισχυριστείς ότι την έχεις συλλάβει κι ακόμα περισσότερο ότι την έχεις αφομοιώσει.


Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί με σχετική βεβαιότητα είναι τούτο. Κύρια θεματική του Videodrome, όπως και του συνόλου της φιλμογραφίας του Kαναδού σκηνοθέτη, είναι η μεταμόρφωση. Όπως κάθε ήρωας του Κρόνενμπεργκ, ο καναλάρχης Μαξ Ρεν οδηγείται σε  μέρη και συνήθειες μη αποδεκτές από τις κοινωνικές συνθήκες, ορμώμενος από την περιέργειά του, από την ανάγκη του να 'μεταμορφωθεί΄. Και η μεταμόρφωση του αυτή, ακόμα κι αν πυροδοτείται από έναν εξωτερικό παράγοντα, πηγάζει από κάποιον εσωτερικό. Προέρχεται και προσδιορίζεται από το ένστικτο, από τις ορμές, από τους μύχιους πόθους του ήρωα. Ο εξωτερικός παράγοντας - εδώ το αρρωστημένο, σαδομαζοχιστικό πρόγραμμα του Videodrome- συνιστά το ερέθισμα, αλλά δεν επηρεάζει τη μορφή που θα λάβει το αντικείμενο μετά το πέρας της μεταμόρφωσης, απλώς ξυπνά μέσα του κάτι που ως εκείνη τη στιγμή λαγοκοιμόταν.  Και η αφύπνιση του συνεπάγεται αποκρουστικές μεταβολές στο σώμα που το καταπιέζει.


Στο Videodrome, o Κρόνενμπεργκ μεταμορφώνει την κοιλιακή χώρα του Τζέιμς Γουντς σε υποδοχή βιντεοκασέτας. Και ταυτόχρονα, παρέα με άλλους τρεις  περιθωριακούς τύπους σαν αυτόν (τους αξιότιμους κυρίους Λιντς, Γκίλιαμ και Κάρπεντερ), μεταμορφώνει το σκληροπυρηνικά ασφαλές αμερικανικό σινεμά της ριγκανικής περιόδου σε πυρετωδώς ανήσυχο, μέσω της φιλμικής συνωμοταξίας που διάγει χρυσές ημέρες σε εποχές άκρατου συντηρητισμού: των b-movies.


Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

The Amazing Spider-Man (2012)





Μολονότι ο Captain America ήταν ο ήρωας που γεννήθηκε ως αντίπαλο δέος στη δημοφιλία του Superman, ο ήρωας της Marvel με τη μαζικότερη απήχηση είναι ο Spiderman. Τα αίτια αυτής του της απήχησης θα πρέπει μάλλον να αναζητηθούν στην ηλικιακή του ταύτιση με τον πυρήνα της fanbase των υπερηρωϊκών κόμικ. Ο Πήτερ Πάρκερ είναι ένας γκαφατζής  και όχι ιδιαίτερα δημοφιλής λυκειόπαις που αποκτά υπερδυνάμεις από το δάγκωμα μιας ραδιενεργούς αράχνης. Ο συνδυασμός των εφηβικών ανησυχιών με την κατατρόπωση χαρακτηριστικά μοχθηρών δυνάμεων του κακού (η πινακοθήκη κακών του Spiderman δεν έχει ανάλογο της εντός της εταιρείας και μόνο με εκείνη του Batman μπορεί να συγκριθεί) μίλησε κατευθείαν στην καρδιά του αγοραστικού κοινού.

 Μόλις 5 χρόνια μετά την (άκρως επιτυχημένη εισπρακτικά) τελευταία κινηματογραφική μεταφορά του χαρακτήρα στη μεγάλη οθόνη, η παραγωγός εταιρεία κάνει reboot στις περιπέτειες του. Το The Amazing Spider-man προσθέτει μια ενδιαφέρουσα πτυχή στη μυθολογία του ανθρώπου – αράχνη, καλύπτοντας με πέπλο μυστηρίου τον θάνατο των γονιών του, τον οποίο ο ήρωας καλείται να ξεδιαλύνει, κι αφήνοντας νύξεις για την εμπλοκή μιας γνώριμης στους φαν πολυεθνικής εταιρείας, της Oscorp. Το σπέρμα αυτής της ιδέας φυτεύεται στο παρόν φιλμ με στόχο να αναπτυχθεί σε εκείνα που θα ακολουθήσουν. Προς το παρόν εκείνο που μας απασχολεί είναι το origin του χαρακτήρα.

Αφιερώνοντας γενναίο χρόνο στις δυσκολίες της καθημερινότητας του Πήτερ Πάρκερ και στο  ρομάντζο του με την Γκουέν Στέισι(μια γλυκύτατη Emma Stone) ο Marc Webb στήνει ένα ταιριαστά με την ιδιοσυγκρασία του ήρωα νεανικό φιλμ, που ξεδιπλώνει με υπομονή τους χαρακτήρες και τις δυναμικές που αναπτύσσονται μεταξύ τους, προτού πέσει «ξένος» δάκτυλος για να προχωρήσει το φιλμ στο «θέαμα» και να μην υπερβεί την ανεκτή εμπορικά διάρκεια, οπότε και παρατηρούνται ολοένα και πιο έντονα φαινόμενα σκηνών που μένουν ημιτελείς και χαρακτήρων που εξαφανίζονται μυστηριωδώς. Απέναντι στην υπερκινητική κινηματογράφηση του Raimi ο Webb παραθέτει μια πιο παραδοσιακή προσέγγιση που παράγει αξιοπρεπή (όχι όμως ιδιαιτέρως εντυπωσιακά) αποτελέσματα στα μεγάλα set-pieces. Εδώ που τα λέμε, δεν υπάρχουν και πολλά τέτοια, παρά τα 215 εκατ. δολάρια που στοίχισε η παραγωγή – ένα μέρος του κόστους οφείλεται στη μακρά διαδικασία προ-παραγωγής ενός τέταρτου Spiderman από τον Raimi, πριν παρθεί η απόφαση της επανεκκίνησης του franchise-.

Εκεί που το reboot υπερέχει έναντι του προκατόχου του είναι στην ανάγνωση του ήρωα του. O Πήτερ Πάρκερ είναι ένας loser που θέλει να ενταχθεί στο σύνολο, να γίνει αποδεκτός από τους άλλους. Ο Πάρκερ των Raimi και Maguire είναι ένας χαζοχαρούμενος nerd, που ζει στον κόσμο του και πέρα από το να κινήσει το ενδιαφέρον της Μέρι Τζέιν, δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα η αναγνώριση από τον κοινωνικό του περίγυρο. Στο κόμικ  όταν ο Πάρκερ φορά τη στολή του Spiderman, υιοθετεί μια εγωκεντρική, επιδειξιομανή περσόνα που εκτοξεύει κυνικά σχόλια προς πάσα κατεύθυνση και παίζει με τους κακοποιούς/θύματά του. Η εν λόγω ψυχοπαθολογική μεταμόρφωση, παραμερισμένη από τα προηγούμενα φιλμ, εδώ λαμβάνει χώρα προς τέρψη των purists. Και είναι η συσσωρευμένη ένταση που υποβόσκει στην χαριτωμένη αμηχανία του κατά Andrew Garfield Spiderman, που κάνει ομαλή τη μετάβαση από τον συνεσταλμένο νεαρό στον σαρκαστικό υπερήρωα. O τελευταίος μετά από μια σειρά συναισθηματικά φορτισμένων ερμηνειών σε ταινίες χαμηλότερου βεληνεκούς (Βoy A, Never Let Me Go) βρίσκει το όχημα που θα τον βοηθήσει να φτάσει ψηλότερα και αρπάζει την ευκαιρία από τα μαλλιά, πραγματοποιώντας μια star-making εμφάνιση. Είδωλο μπορεί να μη γίνει ποτέ -δε διαθέτει την «εξωπραγματική» κοψιά που κάνει τις γυναίκες να θέλουν κάποιον σαν αυτόν και τους άντρες να θέλουν να γίνουν σαν αυτόν-, διαθέτει όμως έναν γήινο μαγνητισμό που με τα χρόνια μπορεί να τον καταστήσει μια φιγούρα οικεία άμα τη εμφανίσει της, στα πρότυπα ενός Jack Lemon ή ενός Tom Hanks.

Ακολουθώντας χρονολογικά ένα επικών διαστάσεων και ανείπωτου χαβαλέ υπερηρωϊκό blockbuster όπως το The Avengers, το The Amazing Spider-man  μοιάζει αναπόφευκτα μικρό στη σύγκριση. Αυτό το χαμηλό προφίλ του όμως και το ενδιαφέρον του για τις «μικρές», φαινομενικά ασήμαντες στιγμές ανάμεσα στους ήρωες του είναι που το κάνει τελικά γοητευτικό.


Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Ice Age: Continental Drift (2012)





Το Ice Age είναι ένα franchise που αρέσει στο κοινό. Η ανοδική πορεία που ακολουθούν οι εισπράξεις ταινία με την ταινία στέκει ως ατράνταχτη μαρτυρία της αποδοχής του. Μεγάλο μέρος αυτής οφείλεται στον Scrat, έναν κρετίνο σκίουρο που κυνηγά μανιωδώς ένα βελανίδι, προκαλώντας βιβλικές καταστροφές. O χαρακτήρας του Scrat εκπροσωπεί μια slapstick αθωότητα που τείνει να εκλείψει από τα animation σήμερα και προκαλεί ευθυμία άμα τη εμφανίσει του. Το συνήθειο όμως των δημιουργών του Ice Age να διακόπτουν την αφήγηση, παρεμβάλλοντας ολιγόλεπτες βινιέτες με πρωταγωνιστή τον Scrat, δίνει στις ταινίες της σειράς (ιδίως στα σίκουελ) τον χαρακτήρα σαββατιάτικου παιδικού τηλεοπτικού σόου. Η επιλογή της δημιουργικής ομάδας πίσω από το Ice Age: Continental Drift να ελαττώσει τη διάρκεια αυτών των διαλειμμάτων, ελαττώνει και την αποσπασματικότητα του φιλμ.

Στόχος του ταξιδιού των ηρώων είναι και αυτή τη φορά η επανένωση της οικογένειας. Μετά από μια αμήχανα μονταρισμένη εκκίνηση, οι ρυθμοί βελτιώνονται, τα αστεία βρίσκουν συχνά τον στόχο τους- με την ποσότητα εκείνων που αφορούν το πεπτικό σύστημα να παραμένει μεγάλη, δυστυχώς-, ενώ η μελοδραματικά επική διάθεση που χαρακτηρίζει τη σειρά παραμένει ακέραια. Το πολυπληθές σε χαρακτήρες καστ (ξεχωρίζει μια αγέλη από τρισχαριτωμένους κάστορες και ένας καθυστερημένος θαλάσσιος ελέφαντας με τη φωνή του Nick Frost) συνοδεύεται από μία αναλογικά υπερφορτωμένη ίντριγκα, με storylines για όλα τα γούστα.

Εκείνο που γίνεται φανερό όσο περνά η ώρα είναι πως η ιστορία αποτελεί την αφορμή για την εμπλοκή των ήδη αγαπημένων ηρώων σε μια σειρά από επεισοδιακού χαρακτήρα δοκιμασίες, προορισμένες να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερα gags. Κι αυτός είναι ο λόγος που η εν λόγω σειρά δεν άγγιξε και κατά τα φαινόμενα δε θα αγγίξει ποτέ τη δραματουργική υπεροχή των animation της Disney και της Pixar, που πήρε την σκυτάλη από την πρώτη στα μέσα των 90’s. Για τους τελευταίους, ακόμα και όταν γυρίζουν μια συνέχεια μεγάλης επιτυχίας, η ιστορία αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία, συνιστά την ραχοκοκαλιά της ταινίας(επιφανές παράδειγμα το Τoy Story 3). Και αν οι δημιουργοί της σειράς θεωρούν πως αυτή θα διεισδύσει σε εκείνη την κινηματογραφική κάστα με την απλή προσθήκη μουσικοχορευτικού ιντερλούδιου ντισνεϊκών καταβολών στη συνταγή, φοβάμαι πως κινούνται στη λάθος κατεύθυνση.



Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Blood Work (2002)





Είδωλα σαν τον Κλιντ Ίστγουντ έχουν υπάρξει ελάχιστα στην ιστορία του σινεμά. Οι χαρακτήρες που υποδύεται αντλούν την υπόστασή τους όχι από την εξαφάνιση της εικόνας του μέσα σ’ αυτούς, αλλά από την εξαφάνισή αυτών μέσα στην εικόνα του. Ο ίδιος μέσα από το έργο του έχει μελετήσει κι έχει επανεφεύρει την εικόνα του ουκ ολίγες φορές, ώσπου να φτάσει στην ολοκληρωτική της αποδόμηση με το Gran Torino, την συγκλονιστική φιλμική του διαθήκη. 

Το αδικαιολόγητα (και ξεδιάντροπα) χτυπημένο από την Kριτική Blood Work είναι για την εικόνα του Επιθεωρητή Κάλαχαν, ότι το Unforgiven για τη φιγούρα του Man with no Name. Μια ρεβιζιονιστική ιστορία που τους βρίσκει σε προχωρημένο στάδιο, όταν το γήρας και η περισυλλογή, που το συνοδεύει, τους έχει καταβάλλει. Ξεκινά με ένα νυχτερινό πανοραμικό πλάνο του αστικού τοπίου τραβηγμένο από ελικόπτερο, συνοδευόμενο από μουσική υπόκρουση που θα μπορούσε κάλλιστα να φέρει την υπογραφή του Λάλο Σίφριν. Ο Ίστγουντ προσέρχεται στον τόπο του εγκλήματος, εντοπίζει ανάμεσα στο πλήθος τον δράστη, έναν μοχθηρό σίριαλ κίλερ, και τον κυνηγά. Μόνο που στα μισά της καταδίωξης σωριάζεται στο έδαφος νικημένος από την αδύναμη καρδιά του και μεταφέρεται στο νοσοκομείο εσπευσμένα, όπου υποβάλλεται σε μεταμόσχευση καρδιάς. Κι έπειτα, μαζί με την σωματική καταβολή έρχεται και η ψυχολογική.

Αν τον Γουίλ Μάννυ του Unforgiven κυνηγούν τα φαντάσματα εκείνων που σκότωσε, τον Τέρι ΜακΚέιλεμπ του  Blood Work κυνηγούν τα φαντάσματα εκείνων που δε μπόρεσε να σώσει στην αιώνια μάχη του με το Κακό. Το βάρος αυτής της ενοχής συμβολίζεται με το σημάδι ενός σταυρού στο στέρνο του – στη μνημειώδη σκηνή της αναμέτρησης στο Gran Torino το σχήμα του σταυρού ταυτίζεται ολοκληρωτικά με το σώμα του-. Και το φορτίο μεγαλώνει στη σκέψη πως το Κακό θα παραμείνει ασύλληπτο, επειδή έχει τη μορφή του Κανένα. Όταν το αντιμετωπίζει σε κάποια από τις εκδοχές του, έχοντας την ευτυχή δυνατότητα να το εξολοθρεύσει -φυσικά μόνο παροδικά-, εκείνο του υπενθυμίζει πως το χρειάζεται, όμως αυτός του απαντά αρνητικά. Δεν το χρειάζεται, απλώς δε μπορεί να κάνει διαφορετικά. Κι αν στη μάχη εναντίον του θυσίασε ακόμα και την καρδιά του, δε θα το βάλει κάτω, μα θα συνεχίσει ώσπου να δώσει και τη ζωή του. Θα το κάνει κάποια στιγμή στο μέλλον...
 

Και κάπως έτσι, δηλαδή με την παρουσία του μπροστά και πίσω από την κάμερα, ο Κλιντ μετατρέπει μια τραβηγμένη αστυνομική ίντριγκα του Μάικλ Κόνελλι σε ένα απορροφητικά τυπικό -όχι κοινότυπο- δείγμα ανδρικού σινεμά , σε μια μείζονος σημασίας ψηφίδα ενός πολυετούς, συνεχιζόμενου έργου προσωπικής αναθεώρησης.



Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Το σπουδαίο επιστημονικό έργο του δόκτορος Φρίντριχ Χάινχελμπαχ





Σαν κεραυνός εν αιθρία έπεσε στην επιστημονική κοινότητα η είδηση  πως ο επίτιμος διδάκτωρ της Πτέρυγας Ψυχιατρικής και Αφισοκόλλησης του Πανεπιστημίου της Χαϋδελβέργης δρ. Φρίντριχ Χάινχελμπαχ μεταφέρθηκε εσπευσμένα στην πτέρυγα φρενοβλαβών του νοσοκομείου του Νόιενχαϊμ, όπου θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του κατόπιν εισαγγελικής εντολής. Κύκλοι κάνουν λόγο για σκευωρία των ακαδημαϊκών του αντιπάλων, ένα σενάριο που θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως μαρτυρά και η αντίδραση του δόκτορος Χάινχελμπαχ, ο οποίος, όταν ήρθαν οι άνθρωποι του ασύλου να τον μαζέψουν, φόρεσε το εσώρουχο του στο κεφάλι του σαν τραγιάσκα και άρχισε να τρέχει γύρω από μια μεγάλη τραπεζαρία φωνάζοντας «μου χα χα χα χα, δε θα με πιάσετε ποτέ».


Το έργο του δόκτορος Φρίντριχ Χάινχελμπαχ στον τομέα της Ψυχιατρικής είναι ανεκτίμητο σε ερευνητικό και κλινικό επίπεδο, και η συμβολή του στην ενημέρωση των διαγνωστικών εγχειριδίων υπήρξε καθοριστική. Παρακάτω παραθέτουμε μερικές από τις ασθένειες που ο επιφανής δόκτωρ εισήγαγε στο λεξικό της ψυχιατρικής επιστήμης.


Περιταχυδρομίτιδα

 Πρόκειται για ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή που μερικές φορές μπορεί να είναι αρκετά σοβαρή και να επιμένει για χρόνια. Το άτομο που πάσχει από περιταχυδρομίτιδα φοβάται ότι οι ταχυδρόμοι επιθυμούν να τον διπλώσουν, να τον βάλουν σε φάκελο και να τον στείλουν συστημένο σε χώρα που οι ταχύτητες του internet δεν ξεπερνούν τα 54 kb/s. Αυτή η επίμονη σκέψη μπορεί σε προχωρημένο στάδιο να καταστήσει τον ασθενή επικίνδυνο για τους ένστολους συνανθρώπους του. Τον Απρίλιο του 1994 ένας μεσήλικας νεοϋορκέζος μαθηματικός, ο Έλιοτ Ζίμερμαν, κατά τη διάρκεια πτήσης Νέα Υόρκη- Φρανκφούρτη πέρασε τον πιλότο για ταχυδρόμο και τον σκότωσε με ένα τάπερ κεφτεδάκια, τα οποία στη συνέχεια καταβρόχθισε επιδεικτικά μπροστά στις αεροσυνοδούς κάνοντας ήχους απόλαυσης, όπως «νομ, νομ, νομ» και «μμμμμμμμ». Για καλή τύχη των επιβατών ο Ζίμερμαν μπορούσε να οδηγήσει το αεροσκάφος, καθώς στα νεανικά του χρόνια είχε πετάξει ελικόπτερο, υδροπλάνο, χαρταετό και τα σκουπίδια ένα βράδυ που ο πατέρας του γύρισε σπίτι τόσο μεθυσμένος, που πέρασε μια σπάτουλα για δεντρογαλιά και προσπαθούσε να την εξολοθρεύσει με μια πλαστική παντόφλα. Η πτήση εξελίχθηκε δίχως περαιτέρω απρόοπτα, αν εξαιρέσεις το γεγονός πως ο Ζίμερμαν προσγείωσε τελικά το αεροπλάνο στις νήσους του Πάσχα. Επρόκειτο για μια παρεξήγηση, που θα είχε αποφευχθεί αν ο Ζίμερμαν δεν είχε ρωτήσει στο check-in ζεύγος ελλήνων από την Αστόρια πού πηγαίνουν κι εκείνοι δεν του απαντούσαν «φεύγουμε για Πάσχα».


Εμφιαλοπάθεια

Διαταραχή κατά την οποία το άτομο αναπτύσσει την πεποίθηση ότι είναι μπουκάλι. Τα συμπτώματα της εμφιαλοπάθειας διαφέρουν ανάλογα με το είδος μπουκαλιού που πιστεύει πως είναι ο ασθενής. Έτσι αν πιστεύει πως είναι πλαστικό μπουκάλι κόκα-κόλας light, φοβάται ότι θα τον ταΐσουν mentos και θα τον ταρακουνήσουν και για αυτό αποφεύγει τα ανοιχτά περίπτερα, ενώ αν πιστεύει πως είναι γυάλινο μπουκάλι, τρέμει στην ιδέα ότι θα πέσει στο δάπεδο και θα γίνει θρύψαλα και θα τον μαζέψουν με ηλεκτρική σκούπα και για αυτό αποφεύγει τις περιττές κινήσεις. Ένας αγρότης από το Οχάιο, ο Τομπάιας Τζόνσον, πέρασε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του σε μια κάβα στο Σπρίνγκφιλντ παριστάνοντας μια νταμιτζάνα ροζέ ημίγλυκο κρασί. Κατόρθωσε να ξεγελάσει όχι μόνο τον υπέργηρο ιδιοκτήτη της κάβας, αλλά και τον πριαπικό σκύλο του.
Συχνά η εμφιαλοπάθεια μπορεί να προκαλέσει ανεξήγητες ψυχοσωματικές διαταραχές. Τον Φεβρουάριο του 2006 ασθενής σε ψυχιατρική πτέρυγα νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης, που πίστευε πως είναι πορτοκαλάδα ΕΨΑ και φορούσε πάντα σκούφο πριν ξαπλώσει για να κοιμηθεί, ώστε να μη χυθεί, πείστηκε από τους γιατρούς του να ξαπλώσει ένα βράδυ χωρίς το σκούφο για να διαπιστώσει και μόνος του πως πρόκειται για μια γελοία εμμονή. Την επόμενη μέρα οι γιατροί τον βρήκαν στο κρεβάτι του νεκρό μέσα σε μια λίμνη από κιτρινωπό υγρό με φυσαλίδες.


Έπαρση

 Τα άτομα που πάσχουν από έπαρση, επιθυμούν κάθε πρωί με την ανατολή του ήλιου να τους ανεβάζουν ψηλά σε ένα κοντάρι υπό τους ήχους στρατιωτικού εμβατηρίου κι έπειτα μένουν εκεί πάνω κάνοντας κινήσεις μιμητικές της κολύμβησης με τα άνω άκρα τους. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν έρχεται η δύση του ηλίου, που οι ασθενείς αρνούνται να κατέβουν από το κοντάρι. Έπειτα από νευροφυσιολογικές μελέτες δεκαετιών, ο δρ Χάινχελμπαχ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για να κατέβουν οι ασθενείς από το κοντάρι πρέπει είτε να τους πείσουμε ότι στην πραγματικότητα πάσχουν από υποστολή, είτε να πάρουμε έναν κουβά νάγκετς από τα KFC και να τον ανακινήσουμε κάνοντας περιπαιχτικά «νιά νιά νιά νιά νιά», είτε να κουνήσουμε το κοντάρι με δύναμη, ώσπου ο ασθενής να προσγειωθεί στο έδαφος με το κεφάλι σαν παραγινωμένο σύκο. Η τελευταία μέθοδος θα πρέπει να είναι η έσχατη λύση και να προτιμηθεί μόνο αν αποτύχουν οι άλλες δύο, καθώς κατά την εφαρμογή της αρκετοί ασθενείς παρουσίασαν περιέργως κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, βραδύτητα στην ομιλία και μερική αποβλάκωση.


Φρενοκουπονίτιδα
  
Σοβαρή ψυχολογική νόσος που πλήττει βάναυσα την κοινωνική δραστηριότητα του ασθενούς. Στο πρώτο στάδιο της φρενοκουπονίτιδας ο ασθενής νιώθει μια ακατανίκητη παρόρμηση να συγκεντρώνει κουπόνια πάσης φύσεως, ακόμα και εκπρόθεσμα, κι έτσι προμηθεύεται όλες τις κυριακάτικες εφημερίδες, ενώ συχνά αγοράζει όλο το τιράζ με την πεποίθηση ότι θα αποκτήσει το μονοπώλιο. Σε δεύτερο στάδιο θεωρεί τα κουπόνια βασικό συναλλακτικό μέσο, απείρως ανώτερο των χαρτονομισμάτων, και προσπαθεί να τα χρησιμοποιήσει στις καθημερινές του συναλλαγές. Αυτό πετυχαίνει κάποιες φορές στις συναλλαγές του με αρτοποιούς, ενώ πετυχαίνει λιγότερες φορές στις συναλλαγές του με κτηματομεσίτες. Είναι σαφές όμως πως η ψύχωσή του αυτή προκαλεί δυσλειτουργία στις κοινωνικές του σχέσεις. Τον περασμένο Απρίλιο Βερολινέζος πάσχων από φρενοκουπονίτιδα επιβιβάστηκε σε ταξί και σαρανταδύο λεπτά μετά, όταν έφτασε στον προορισμό του, επιχείρησε να πληρώσει τον ταξιτζή με εκπτωτικά κουπόνια για κρέμες καταπολέμησης της κυτταρίτιδας. Όταν ο ταξιτζής του απευθύνθηκε με σοβαρό ύφος καλώντας τον «να πέσει το παραδάκι», εκείνος του απάντησε «μα γιατί να χαλάμε τις καρδιές μας για τραπεζογραμμάτια; Να, πάρε αυτά τα κουπόνια για έκπτωση 10 ευρώ με κάθε αγορά άνω των 1599 ευρώ από τα σουπερμάρκετ Φλάισμαν και είμαστε πάτσι», με τον ταξιτζή να απαντά στην εύλογη πρόταση με ένα συγκαταβατικό δεξί κροσέ που του έκανε τη μούρη κιμά.

Στο τελευταίο στάδιο της φρενοκουπονίτιδας ο ασθενής θέτει υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές με την κομμουνιστική παράταξη. 

 
Σκατάθλιψη

Η σκατάθλιψη είναι σοβαρή διαταραχή του συναισθήματος που παρουσιάζει αυξητικές τάσεις την τελευταία δεκαετία. Το άτομο που πάσχει από σκατάθλιψη βιώνει επεισόδια ανείπωτης θλίψης κάθε φορά που πλησιάζει η ώρα της αφόδευσης, δακρύζει στα μπαρ και τις ντισκοτέκ όταν περνά μπροστά από WC και ξεσπά σε λυγμούς όταν ακούει επιθετικούς προσδιορισμούς όπως αχόρταγος ή φαταούλας. Οι ασθενείς που πάσχουν από επιθετικότερες μορφές της νόσου κλαίνε γοερά χτυπώντας τα στήθη τους, όταν βρεθούν μπροστά σε εικόνα που παραπέμπει συνειρμικά στην ενέργεια της αφόδευσης, όπως όταν δουν μια φοράδα σε αλώνι ή τη Φατμέ στο Γενί Τζαμί. Τελευταία έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα αντίστροφης σκατάθλιψης, όπου ο ασθενής υποφέρει από επίμονες και αδιάκοπες κενώσεις του παχέος εντέρου όταν βιώσει κάποιο γεγονός που τον στενοχωρεί. Χαρακτηριστική η περίπτωση Αθηναίου φοιτητή που παρακολούθησε το «Ημερολόγιο» του Νικ Κασαβέτης με την Ρέιτσελ ΜακΆνταμς και τον Ράιαν Γκόσλινγκ και την επόμενη μέρα αναγκάστηκε να πληρώσει εκτάκτως ειδικό τέλος αποχέτευσης στην ΕΥΔΑΠ.