Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

This Must Be the Place



Το This Must Be The Place είναι η δεύτερη κινηματογραφική παραγωγή της πρόσφατης μνήμης, που δανείζεται τον τίτλο της από τραγούδι των Talking Heads (η πρώτη είναι το Life During Wartime του Τοντ Σόλοντζ, ένα σίκουελ του Hapiness με διαφορετικό καστ, που μάλλον δε θα δούμε ποτέ στις ελληνικές αίθουσες). Είναι όμως η μόνη από τις δύο στην οποία εμφανίζεται ο Ντέιβιντ Μπερν και ερμηνεύει το τραγούδι. Κι αυτή η μεταμοντέρνα πινελιά αποτελεί ένα από τα λιγότερο παράξενα στοιχεία μιας ταινίας, στην οποία ο Σον Πεν υποδύεται έναν κουρασμένο, πιθανότατα καταθλιπτικό, ροκ σταρ, που παραπέμπει εμφανισιακά στον Ρόμπερτ Σμιθ των Cure.


Το όνομά του ήρωα είναι Cheyenne. Η καριέρα του στηρίχτηκε, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, σε μια σειρά από καταθλιπτικά τραγούδια, πολλά από τα οποία έγραψε απλώς για να ικανοποιήσει το κοινό του. Η αυτοκτονία δύο φανατικών θαυμαστών του, επηρεασμένων από τη φιλοσοφία της μουσικής του, τον οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει το ‘άθλημα’. Μεσήλικας πλέον, δίχως να αποχωρίζεται την ΄σημα κατατεθέν’ εμφάνισή του, ζει με τη σύζυγό του σε μια έπαυλη στην Ιρλανδία. Περιφέρεται δυστυχισμένος, νιώθοντας ενοχές για τον χαμό των δύο θαυμαστών του, ψάχνοντας μια ευκαιρία να εξιλεωθεί. Αυτή του δίνεται με το θάνατο του πατέρα του, οι σχέσεις του με τον οποίο ήταν ανύπαρκτες την τελευταία 30ετία. Ο πατέρας του ήταν ανάμεσα στους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος και πέρασε όλη του τη ζωή αναζητώντας μανιωδώς έναν από τους βασανιστές του στο Άουσβιτς. Ο Cheyenne αποφασίζει να συνεχίσει αυτή την αναζήτηση. Και ξεκινά ένα ταξίδι στους αχανείς δρόμους της αμερικανικής επικράτειας. Στο ταξίδι του συναντά ανθρώπους που έχουν χάσει κάτι και η απώλεια αυτή προσδιορίζει τη ζωή τους.


Άσχημα πράγματα συμβαίνουν κάθε μέρα, πολλές φορές και σε σένα τον ίδιο. Θα πρέπει όμως να είσαι ευγνώμων, που πέρασε ακόμα μια μέρα και εσύ εξακολουθείς να είσαι εδώ. Γιατί, αναλογιζόμενος διαρκώς αυτά τα περιστατικά, διερωτώμενος για την αιτία τους, παραμένοντας απαρηγόρητος για την επέλευσή τους, αδυνατείς να το συνειδητοποιήσεις. Αυτό είναι που αποκομίζει ο Cheyenne από το ταξίδι του. Και επιστρέφει στην Ιρλανδία ανανεωμένος. Αρκετοί ενδέχεται να παρανοήσουν την κίνηση του Cheyenne να αποταχθεί την περσόνα του ροκ σταρ, να θεωρήσουν συντηρητική την αντιστοίχηση της με την ωρίμανση του χαρακτήρα. Ο Cheyenne όμως δεν αποβάλλει το μακιγιάζ και το χτένισμα επειδή έτσι οφείλει να πράξει ένας ώριμος άντρας, αλλά επειδή από καιρό έχουν πάψει να τον ευχαριστούν και παραμένουν μάλλον ως μορφή αυτοτιμωρίας.


Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του ταλαντούχου Πάολο Σορρεντίνο είναι ένα road movie. Τα περισσότερα road movies είναι κατά βάθος ιστορίες εσωτερικής αναζήτησης. Προφανής η αντίστιξη. Έχουμε ταξίδι εξωτερικό και ταξίδι εσωτερικό. Ο ήρωας αναζητά να βρει κάποιο αντικείμενο ή πασχίζει να φτάσει σε κάποιο προορισμό και παράλληλα μεταβάλλεται εσωτερικά, άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο. Στην περίπτωσή μας ξαναβρίσκει τη χαμένη του θέληση για ζωή. Ο Σορρεντίνο, όπως πολλοί άλλοι μη αμερικανοί σκηνοθέτες που δοκιμάζουν για πρώτη φορά την τύχη τους επί αμερικανικού εδάφους (ο Γουονγκ Καρ Βάι το πιο πρόσφατο παράδειγμα), γοητευμένος από την αμερικανική κουλτούρα, προσπαθεί να εντάξει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία της στο φιλμ του κι αυτό λειτουργεί συχνά σε βάρος της συνοχής. Το This Must Be the Place όμως, παρά την επεισοδιακή δομή του, ρέει αβίαστα. Διαθέτει μια αλαφροϊσκιωτη γοητεία, μεγάλο μέρος της οποίας χρωστά στον πρωταγωνιστή της. Η καρτουνίστικη όψη του Cheyenne, το νωχελικό του βάδισμα και η βαριεστημένη, θηλυπρεπής εκφορά του λόγου είναι επιλογές, ικανές να καταστήσουν το φιλμ μια ακούσια φάρσα. Ο σπουδαίος ηθοποιός όμως τις στηρίζει μέχρι τέλους, δίχως την παραμικρή υποψία αυτοπαρωδικής διάθεσης. Αν καταφέρεις να ξεπεράσεις το αρχικό σοκ, είναι δεδομένο ότι η τόλμη και η αυθεντικότητα της ερμηνείας του θα σε κερδίσουν.


Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

The Woman in Black



Οι ταινίες της Hammer Film Productions χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Από τη μία, εκείνες που ρέπουν προς ένα τρόμο ψυχολογικής φύσης, με υπαινικτική προσέγγιση της απειλής, όπως το Μια Κραυγή μέσα στη Νύχτα (Scream of Fear,1961) και η Εξομολόγησις σε ένα Πτώμα (The Nanny, 1965). Από την άλλη, αυτές που συνιστούν μια φρικιαστική πανδαισία, που συναρτώνται από μια αλληλουχία ετερόκλητων, αισθητικά τολμηρών horror εικόνων, όπως η Ερωμένη του Διαβόλου (The Devil Rides Out, 1968) και η Mάσκα του Φρανκενστάιν (The Curse of Frankenstein,1957).

Η Γυναίκα με τα Μαύρα, η πέμπτη ταινία της θρυλικής βρετανικής εταιρείας σ' αυτόν το δεύτερο κύκλο εργασιών που ξεκίνησε κινηματογραφικά με το εξαίρετο ριμέϊκ του Άσε το Κακό να Μπει (Let Me In, 2010) ακροβατεί επιτυχώς μεταξύ των δύο κατευθύνσεων.

Βασισμένη σε νουβέλα της Σούζαν Χιλ, που αποτέλεσε τη μαγιά για την μακροβιότερη θεατρική παράσταση στο Λονδίνο μετά την Ποντικοπαγίδα, η ταινία είναι μια παραδοσιακή ιστορία φαντασμάτων: Δικηγόρος αποστέλλεται σε απομακρυσμένο χωριό της βρετανικής επαρχίας, προκειμένου να ερευνήσει το σπίτι αποθανούσας γραός και να συγκεντρώσει τα απαραίτητα έγγραφα για την πώληση του ακινήτου. Το οίκημα είναι μια απομονωμένη έπαυλη, επιπλωμένη με σκονισμένες αντίκες, απειλητικά εδώλια και ανατριχιαστικές μαριονέτες, που περιβάλλεται από ομίχλη. Κοινώς, ένα τυπικό στοιχειωμένο σπίτι. Για να ολοκληρωθεί το σκηνικό τρόμου, η πρόσβαση στην έπαυλη διακόπτεται για μερικές ώρες της μέρας, εξ’ αιτίας της παλίρροιας.

Θρηνώντας ακόμα τον χαμό της γυναίκας του κατά τη γέννηση του μονάκριβου γιού τους, ο ήρωας, αντί να αποχωρήσει έντρομος από το χωριό μετά τα πρώτα κρούσματα μεταφυσικής δραστηριότητας, παραμένει. Ίσως επειδή η ύπαρξη φαντασμάτων συνεπάγεται την ύπαρξη της συζύγου του. Ίσως γιατί αισθάνεται, όπως πολλοί ήρωες του κινηματογραφικού αυτού είδους, την ανάγκη να κερδίσει τον αυτοσεβασμό του σαν επαγγελματίας δικηγόρος και πατέρας. Βέβαια, αυτή η υπαρξιακή παράμετρος της ιστορίας (που στα χέρια ενός Σιάμαλαν θα ήταν διαρκές σημείο αναφοράς) τίθεται στο περιθώριο, καθώς πρωταρχικός στόχος του Τζέιμς Γουάτκινς είναι η δημιουργία ατμόσφαιρας (γοτθικού τύπου) τρόμου. Και το καταφέρνει θαυμάσια. Εκμεταλλευόμενος τον σχεδιασμό των εσωτερικών χώρων της έπαυλης, βάζει τον Ντάνιελ Ράντκλιφ (στην πρώτη του μετά-Χάρι Πότερ κινηματογραφική εμφάνιση), να περιφέρεται στους διαδρόμους της και σε μια, οφειλόμενα ανθολογούμενη, σεκάνς κλιμακούμενου τρόμου, όπου τα έγχορδα και τα κρουστά 'τσιρίζουν' σε κάθε εμφάνιση του στοιχειού, απογειώνει το φιλμ σε horror ύψη που δεν περίμενες.

Ο εραστής των παραγωγών του Βαλ Λιούτον του ‘40, θα ζητούσε μια πιο εγκρατή προσέγγιση. Το φιλμ, στο πρώτο μισό του ειδικά, μοιάζει φορτωμένο με 'παράγοντες' τρόμου και συχνά βασίζεται στην ευκολία του ξαφνιάσματος. Όμως το μέγιστο αμάρτημα που θα μπορούσε να διαπράξει ένα σοβαρό φιλμ τρόμου είναι εκείνο της ανίας και σ’ αυτό η Γυναίκα με τα Μαύρα είναι αθώα –που είναι και η μοναδική της αθωότητα για την ακρίβεια….

Οι ταινίες της Hammer παραδοσιακά παίρνουν ρίσκα, δοκιμάζουν διαρκώς πράγματα σε επίπεδο horror τακτικής και εικονογραφίας, έστω κι αν, συχνά, σε βάρος της ομοιογένειας. Κατορθώνουν έτσι να αποβάλλουν το στοιχείο της προβλεψιμότητας. Ακόμα κι αν ψυλλιάζεσαι την κατάληξη της ιστορίας, ποτέ δε μπορείς να μαντέψεις τι σε περιμένει στην επόμενη σκηνή. Κι από αυτή την άποψη η Γυναίκα με τα Μαύρα είναι ένας άξιος εκπρόσωπος όλων εκείνων που πρεσβεύει η ιστορική εταιρεία.



Για το cinetime

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

J.Edgar




Ένα έθνος που θυσιάζει ελευθερία για λίγη ασφάλεια δεν δικαιούται τίποτα από τα δύο. Σήμερα, δεκαετίες από τη δήλωση αυτή του Ρούζβελτ, ο περιορισμός της ελευθερίας για τη διαφύλαξη της ασφάλειας έχει μετεξελιχθεί σε πρακτική της διοίκησης. Ιδιαίτερα μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11/09/01 στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης, υπό τον (τεχνητό;) φόβο μιας αδιόρατης, διαρκούς απειλής, θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα θυσιάζονται στο βωμό της ασφάλειας. Διατάσσονται παράνομες ένοπλες επεμβάσεις σε αλλότρια εδάφη για την ανεύρεση τρομοκρατών, πολίτες συλλαμβάνονται και καταδικάζονται δίχως δίκη σε κράτηση αορίστου χρόνου, ενώ τα προσωπικά δεδομένα τείνουν να γίνουν κοινό κτήμα.

Ο Χούβερ ήταν ένας από τους πρώτους διδάξαντες αυτής της πολιτικής. Με αίτιο (ή πρόφαση) την καταστολή του οργανωμένου εγκλήματος και την απόκρουση της κουμμουνιστικής απειλής φακέλωσε όλη την Αμερική, διατηρούσε αρχείο ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων για άρχοντες κληρωτούς και μη και καταδίκαζε σε απέλαση πολίτες με μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο την ενδεχόμενη συσχέτισή τους με (θεωρούμενα υπό εξαιρετικά ευρεία έννοια)κουμμουνιστικά στοιχεία. Θα ήταν ευφημισμός αν λέγαμε ότι πρόκειται για έναν αρνητικό χαρακτήρα. Φήμες δε τον θέλουν να συμμετείχε δια της εκούσιας αδράνειας του στη δολοφονία του Κένεντι και να διατηρεί ερωτικό δεσμό με τον επί σειρά ετών συνεργάτη του Κλάιντ Τόλσον. Στην ιστορία του λοιπόν υπάρχει περίσσιο υλικό για την παραγωγή ενός λουκούλλειου φιλμικού γεύματος για τους λάτρεις της σκανδαλοθηρίας.

Ο Κλιντ Ίστγουντ όμως δε θα έκανε ποτέ μια τέτοια ταινία. Η αξιοπρέπεια είναι μία από τις αρχές που διέπουν τη σπουδαία πορεία του στον χώρο. Και είναι αυτή που δε θα του επέτρεπε ποτέ να υποχωρήσει στις επιταγές μιας τόσο φθηνής, λαϊκίστικης προσέγγισης. Και η διακριτικότητα του δε θα του επέτρεπε να κάνει ένα στρατευμένο φιλμ. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι το J.Edgar είναι μια απολιτική ταινία – αυτό θα ήταν αδυναμία για την βιογραφία ενός προσώπου όπως ο Χούβερ.

Ακολουθώντας το γνώριμο μοτίβο της σύνταξης της αυτοβιογραφίας, ο Ίστγουντ αφήνει έναν γερασμένο Χούβερ να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του. Παρακολουθούμε πως, υπό τις εξαντλητικές προτροπές μιας δεσποτικής μητριαρχικής φιγούρας, πασχίζει και τελικά καταφέρνει να γίνει ο ισχυρότερος άντρας στην Αμερική. Στην προσπάθεια του αυτή, τηρώντας την αμερικανική παράδοση κατασκευής μύθων (που ήταν η κεντρική θεματική του σφόδρα παραγνωρισμένου Flags of our Fathers), χτίζει ένα μύθο γύρω από το όνομά του, βαφτίζει την προσωπική καταξίωση ως κοινωνική σταυροφορία και καταστέλλει την πραγματική του ταυτότητα.

Η αφήγηση φυσικά είναι υποκειμενική. Και ως υποκειμενική παραλλάσσει και αποκρύπτει ορισμένα στοιχεία που συνιστούν τα γεγονότα. Ο πολυμήχανος Ίστγουντ όμως στήνει μια σειρά από καθρέφτες, που ακολουθούν τον ήρωα στις πιο προσωπικές στιγμές του. Και κάθε άνθρωπος μπορεί να ξεγελάσει τους άλλους, δε μπορεί όμως να κρύψει την αλήθεια από τον εαυτό του. Όταν έρθει η ώρα ο Χούβερ θα αποκαλύψει την αλήθεια. Θα εξομολογηθεί τα μυστικά του. Σαν γνήσιος ήρωας του Ίστγουντ όμως θα το κάνει μόνο εκεί που έχει σημασία. Στον άνθρωπο που αγαπά. Στο ‘αίμα’ του.

Στα χέρια άλλου σκηνοθέτη η βιογραφία μιας τόσο αρνητικής προσωπικότητας θα εξαντλούνταν σε μια επιδερμική φιλμική κατηγορία εναντίον της. Θα περιοριζόταν στις πιπεράτες λεπτομέρειες του μύθου. Στα χέρια του Ίστγουντ όμως (και του Ντι Κάπριο, που πραγματοποιεί μια οσκαρική ‘εξαφάνιση’ στο ρόλο) γίνεται ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο, πυκνό σε θεματικές, πλούσιο σε δραματικές συγκινήσεις. Με το που πέφτουν οι τίτλοι τέλους, νιώθεις ευγνωμοσύνη για έναν άνθρωπο του οποίου οι ταινίες εξαγνίζουν την ψυχή, σαν Θεία Κοινωνία. Ευλογημένος να ’σαι, Κλιντ.



Για τον Εξώστη

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

The Artist



Αν τέτοιο καιρό, έναν χρόνο πριν, έλεγες σ’ οποιονδήποτε, πως ένα βωβό, ασπρόμαυρο φιλμ από τη Γαλλία, γυρισμένο μάλιστα σε κάδρο 1.37 : 1, θα σάρωνε τα βραβεία των διαφόρων Ενώσεων στην Αμερική και θα έφτανε να θεωρείται ένα από τα φαβορί για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, θα σε λοιδορούσε. Θα σε ξεφώνιζε. Θα σε ξεφτίλιζε. Και δικαίως. Γιατί στα χαρτιά το The Artist φάνταζε σαν ένα τολμηρό στοίχημα μεν, προορισμένο αποκλειστικά για φεστιβαλική κατανάλωση δε. Κι όμως. Από την ενθουσιώδη υποδοχή κοινού και κριτικών κατά την πρεμιέρα του στα πλαίσια του περασμένου φεστιβάλ των Καννών κι έπειτα το buzz γινόταν ολοένα και θετικότερο. Όλοι έκαναν λόγο για το απόλυτο crowd pleaser. Κι έτσι το outsider έγινε φαβορί. Και σε μια χώρα και μια κουλτούρα, που αγαπά όσο καμία άλλη τις ιστορίες των απόλυτων outsider που κατακτούν την κορυφή, η βράβευσή του φιλμ με το κορυφαίο των κινηματογραφικών βραβείων είναι σχεδόν αναπόφευκτη.


Ο Μισέλ Χαζαναβίσιους κινηματογραφεί την ιστορία του Τζορτζ Βαλεντάιν (που δανείζεται στοιχεία από την πλοκή των Singing in the Rain και A Star is Born) με τρόπο που παραπέμπει σε εποχές πριν την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου. Δεν πρόκειται όμως για ένα στεγνό, φορμαλιστικό πείραμα, όπως για παράδειγμα το The Good German του Σόντερμπεργκ. Η φόρμα του The Artist επιβάλλεται από το περιεχόμενο του. Είναι η ιστορία ενός σταρ του βωβού κινηματογράφου που αρνείται πεισματικά να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα που εισάγει η έλευση του ήχου στο σινεμά, εμμένει στην παραγωγή βωβών ταινιών και βλέπει την καριέρα του να καταποντίζεται. Ο ήχος είναι για αυτόν ο απόλυτος εχθρός (χαρακτηριστική η ευφάνταστη ονειρική σεκάνς, η μία από τις δύο περιπτώσεις όπου ο ήχος διεισδύει στο φιλμ). Επιλέγει να ζήσει στις αναμνήσεις του, αντί να ζει με τις αναμνήσεις του. Όπως όμως μάθαμε και από το έτερο feel-good διαμάντι της χρονιάς, το γουντιαλλενικό Midnight in Paris, είναι νοσηρό να επιλέγεις συνειδητά να ζεις στο παρελθόν και να αποστρέφεσαι το παρόν. Γιατί το παρελθόν είναι απλά ένα εγχειρίδιο για βέλτιστη και ασφαλέστερη ‘πλοήγηση’ στο παρόν.


Αναλογικά η κατασκευή ενός φιλμ με τρόπο που να παραπέμπει στο σινεμά μιας άλλης δεκαετίας, δε θα πρέπει να είναι αυτοσκοπός. Θα πρέπει η υιοθέτηση αυτού του στυλ να αναδεικνύει την ιστορία. Μόνο έτσι το αποτέλεσμα επί της οθόνης φαντάζει αυθεντικό και ειλικρινές. Και το The Artist σφύζει από ειλικρίνεια. Μιλά κατευθείαν στην καρδιά του θεατή (χωρίς φυσικά να παραλείπει την τέρψη του αμφιβληστροειδή). Είναι ένα φιλμ ελκυστικό σαν τυλιγμένο δώρο κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, λαχταριστό σαν ζεστή παχύρρευστη σοκολάτα μια κρύα νύχτα του χειμώνα, μαγευτικό σαν βραδινός περίπατος στο Μανχάταν, αξέχαστο σαν το πρώτο κλεμμένο φιλί. Είναι πολύ απλά σινεμά στα καλύτερά του.


Για τον Εξώστη

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

List-ίες vol.6


7 προτεινόμενοι τίτλοι για την επόμενη σκηνοθετική δουλειά του Στράτου Μαρκίδη (δημιουργού του εκλεκτού I love Karditsa και του ενδεχομένως εξίσου εκλεκτού Λάρισα Εμπιστευτικό)


Επικίνδυνη Ηρεμία στη Νέα Μάκρη

Οι 2 Ευγενείς απ’ την Αυλώνα

Μακρακώμη: Ανοχύρωτη Πόλη

Οινόη 5-0

Το Τελευταίο Ταγκό στο Καρπενήσι

Το Γεράκι της Άρτας

Γαλαξίδι στα Κύθηρα



8 προτεινόμενες οικιακές προβολές για την περίοδο των εορτών


Kiss Kiss Bang Bang(2004): Προτείνεται επειδή η Michelle Monaghan είναι η πιο λαχταριστή αγιοβασιλίτσα – και επειδή έχει μεγάλη πλάκα.

Air Doll (2009): Έπεσε λίγος φεμινισμός παραπάνω στη δοσολογία, αλλά έχει χαριτωμένη ατμόσφαιρα, υπέροχο score και ωραία, μικρά, στητά βυζάκια

The Uninvited (1944): Ένα ghost story υπό το ημίφως του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι πάντα απαραίτητο…

The Haunting (1953): … και ειδικά η Μητέρα των ghost stories.

Catch me if you Can (2002): Έχει εκείνο το τηλεφώνημα που γίνεται κάθε Χριστούγεννα…

Dumbo (1941) : Το πιο αγαπησιάρικο πλασματάκι που έπλασε η πένα του θείου Γουόλτ. Κάνει ακόμα και τον σκληροτράχηλο Η. Δ. να λιώνει σαν κορίτσι.

The Adventures of Baron Munchausen (1989): Απ’ τις καλύτερες στιγμές του τρελού που γυρίζει τον κόσμο (και τα στούντιο) με ένα φανάρι (και μια κάμερα), ψάχνοντας να βρει έναν άνθρωπο, που να πιστεύει στα παραμύθια.

Moulin Rouge (2001): To δυνατότερο συναισθηματικό γαμήσι της περασμένης δεκαετίας-μετά το ‘Μωρό’ του Κλιντ βεβαίως, βεβαίως. Μπορεί να προβληθεί όλες τις εποχές και όλες τις ώρες του χρόνου και παρακολουθείται με ένα μπουκαλάκι Jameson παραμάσχαλα, το οποίο θα χρειαστεί μετά.


6 προτεινόμενοι δίσκοι για να βγάλεις την στρατιωτική θητεία


The Suburbs - Arcade Fire

Ella Fitzgerald Sings the Cole Porter Songbook - Ella Fitzgerald

Mamouna – Bryan Ferry

The Division Bell- Pink Floyd

A Single Man – Abel Korzeniowski

Animals - Pink Floyd (You can never have enough Floyd...)