Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

The Woman in Black



Οι ταινίες της Hammer Film Productions χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Από τη μία, εκείνες που ρέπουν προς ένα τρόμο ψυχολογικής φύσης, με υπαινικτική προσέγγιση της απειλής, όπως το Μια Κραυγή μέσα στη Νύχτα (Scream of Fear,1961) και η Εξομολόγησις σε ένα Πτώμα (The Nanny, 1965). Από την άλλη, αυτές που συνιστούν μια φρικιαστική πανδαισία, που συναρτώνται από μια αλληλουχία ετερόκλητων, αισθητικά τολμηρών horror εικόνων, όπως η Ερωμένη του Διαβόλου (The Devil Rides Out, 1968) και η Mάσκα του Φρανκενστάιν (The Curse of Frankenstein,1957).

Η Γυναίκα με τα Μαύρα, η πέμπτη ταινία της θρυλικής βρετανικής εταιρείας σ' αυτόν το δεύτερο κύκλο εργασιών που ξεκίνησε κινηματογραφικά με το εξαίρετο ριμέϊκ του Άσε το Κακό να Μπει (Let Me In, 2010) ακροβατεί επιτυχώς μεταξύ των δύο κατευθύνσεων.

Βασισμένη σε νουβέλα της Σούζαν Χιλ, που αποτέλεσε τη μαγιά για την μακροβιότερη θεατρική παράσταση στο Λονδίνο μετά την Ποντικοπαγίδα, η ταινία είναι μια παραδοσιακή ιστορία φαντασμάτων: Δικηγόρος αποστέλλεται σε απομακρυσμένο χωριό της βρετανικής επαρχίας, προκειμένου να ερευνήσει το σπίτι αποθανούσας γραός και να συγκεντρώσει τα απαραίτητα έγγραφα για την πώληση του ακινήτου. Το οίκημα είναι μια απομονωμένη έπαυλη, επιπλωμένη με σκονισμένες αντίκες, απειλητικά εδώλια και ανατριχιαστικές μαριονέτες, που περιβάλλεται από ομίχλη. Κοινώς, ένα τυπικό στοιχειωμένο σπίτι. Για να ολοκληρωθεί το σκηνικό τρόμου, η πρόσβαση στην έπαυλη διακόπτεται για μερικές ώρες της μέρας, εξ’ αιτίας της παλίρροιας.

Θρηνώντας ακόμα τον χαμό της γυναίκας του κατά τη γέννηση του μονάκριβου γιού τους, ο ήρωας, αντί να αποχωρήσει έντρομος από το χωριό μετά τα πρώτα κρούσματα μεταφυσικής δραστηριότητας, παραμένει. Ίσως επειδή η ύπαρξη φαντασμάτων συνεπάγεται την ύπαρξη της συζύγου του. Ίσως γιατί αισθάνεται, όπως πολλοί ήρωες του κινηματογραφικού αυτού είδους, την ανάγκη να κερδίσει τον αυτοσεβασμό του σαν επαγγελματίας δικηγόρος και πατέρας. Βέβαια, αυτή η υπαρξιακή παράμετρος της ιστορίας (που στα χέρια ενός Σιάμαλαν θα ήταν διαρκές σημείο αναφοράς) τίθεται στο περιθώριο, καθώς πρωταρχικός στόχος του Τζέιμς Γουάτκινς είναι η δημιουργία ατμόσφαιρας (γοτθικού τύπου) τρόμου. Και το καταφέρνει θαυμάσια. Εκμεταλλευόμενος τον σχεδιασμό των εσωτερικών χώρων της έπαυλης, βάζει τον Ντάνιελ Ράντκλιφ (στην πρώτη του μετά-Χάρι Πότερ κινηματογραφική εμφάνιση), να περιφέρεται στους διαδρόμους της και σε μια, οφειλόμενα ανθολογούμενη, σεκάνς κλιμακούμενου τρόμου, όπου τα έγχορδα και τα κρουστά 'τσιρίζουν' σε κάθε εμφάνιση του στοιχειού, απογειώνει το φιλμ σε horror ύψη που δεν περίμενες.

Ο εραστής των παραγωγών του Βαλ Λιούτον του ‘40, θα ζητούσε μια πιο εγκρατή προσέγγιση. Το φιλμ, στο πρώτο μισό του ειδικά, μοιάζει φορτωμένο με 'παράγοντες' τρόμου και συχνά βασίζεται στην ευκολία του ξαφνιάσματος. Όμως το μέγιστο αμάρτημα που θα μπορούσε να διαπράξει ένα σοβαρό φιλμ τρόμου είναι εκείνο της ανίας και σ’ αυτό η Γυναίκα με τα Μαύρα είναι αθώα –που είναι και η μοναδική της αθωότητα για την ακρίβεια….

Οι ταινίες της Hammer παραδοσιακά παίρνουν ρίσκα, δοκιμάζουν διαρκώς πράγματα σε επίπεδο horror τακτικής και εικονογραφίας, έστω κι αν, συχνά, σε βάρος της ομοιογένειας. Κατορθώνουν έτσι να αποβάλλουν το στοιχείο της προβλεψιμότητας. Ακόμα κι αν ψυλλιάζεσαι την κατάληξη της ιστορίας, ποτέ δε μπορείς να μαντέψεις τι σε περιμένει στην επόμενη σκηνή. Κι από αυτή την άποψη η Γυναίκα με τα Μαύρα είναι ένας άξιος εκπρόσωπος όλων εκείνων που πρεσβεύει η ιστορική εταιρεία.



Για το cinetime

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

J.Edgar




Ένα έθνος που θυσιάζει ελευθερία για λίγη ασφάλεια δεν δικαιούται τίποτα από τα δύο. Σήμερα, δεκαετίες από τη δήλωση αυτή του Ρούζβελτ, ο περιορισμός της ελευθερίας για τη διαφύλαξη της ασφάλειας έχει μετεξελιχθεί σε πρακτική της διοίκησης. Ιδιαίτερα μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11/09/01 στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης, υπό τον (τεχνητό;) φόβο μιας αδιόρατης, διαρκούς απειλής, θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα θυσιάζονται στο βωμό της ασφάλειας. Διατάσσονται παράνομες ένοπλες επεμβάσεις σε αλλότρια εδάφη για την ανεύρεση τρομοκρατών, πολίτες συλλαμβάνονται και καταδικάζονται δίχως δίκη σε κράτηση αορίστου χρόνου, ενώ τα προσωπικά δεδομένα τείνουν να γίνουν κοινό κτήμα.

Ο Χούβερ ήταν ένας από τους πρώτους διδάξαντες αυτής της πολιτικής. Με αίτιο (ή πρόφαση) την καταστολή του οργανωμένου εγκλήματος και την απόκρουση της κουμμουνιστικής απειλής φακέλωσε όλη την Αμερική, διατηρούσε αρχείο ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων για άρχοντες κληρωτούς και μη και καταδίκαζε σε απέλαση πολίτες με μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο την ενδεχόμενη συσχέτισή τους με (θεωρούμενα υπό εξαιρετικά ευρεία έννοια)κουμμουνιστικά στοιχεία. Θα ήταν ευφημισμός αν λέγαμε ότι πρόκειται για έναν αρνητικό χαρακτήρα. Φήμες δε τον θέλουν να συμμετείχε δια της εκούσιας αδράνειας του στη δολοφονία του Κένεντι και να διατηρεί ερωτικό δεσμό με τον επί σειρά ετών συνεργάτη του Κλάιντ Τόλσον. Στην ιστορία του λοιπόν υπάρχει περίσσιο υλικό για την παραγωγή ενός λουκούλλειου φιλμικού γεύματος για τους λάτρεις της σκανδαλοθηρίας.

Ο Κλιντ Ίστγουντ όμως δε θα έκανε ποτέ μια τέτοια ταινία. Η αξιοπρέπεια είναι μία από τις αρχές που διέπουν τη σπουδαία πορεία του στον χώρο. Και είναι αυτή που δε θα του επέτρεπε ποτέ να υποχωρήσει στις επιταγές μιας τόσο φθηνής, λαϊκίστικης προσέγγισης. Και η διακριτικότητα του δε θα του επέτρεπε να κάνει ένα στρατευμένο φιλμ. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι το J.Edgar είναι μια απολιτική ταινία – αυτό θα ήταν αδυναμία για την βιογραφία ενός προσώπου όπως ο Χούβερ.

Ακολουθώντας το γνώριμο μοτίβο της σύνταξης της αυτοβιογραφίας, ο Ίστγουντ αφήνει έναν γερασμένο Χούβερ να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του. Παρακολουθούμε πως, υπό τις εξαντλητικές προτροπές μιας δεσποτικής μητριαρχικής φιγούρας, πασχίζει και τελικά καταφέρνει να γίνει ο ισχυρότερος άντρας στην Αμερική. Στην προσπάθεια του αυτή, τηρώντας την αμερικανική παράδοση κατασκευής μύθων (που ήταν η κεντρική θεματική του σφόδρα παραγνωρισμένου Flags of our Fathers), χτίζει ένα μύθο γύρω από το όνομά του, βαφτίζει την προσωπική καταξίωση ως κοινωνική σταυροφορία και καταστέλλει την πραγματική του ταυτότητα.

Η αφήγηση φυσικά είναι υποκειμενική. Και ως υποκειμενική παραλλάσσει και αποκρύπτει ορισμένα στοιχεία που συνιστούν τα γεγονότα. Ο πολυμήχανος Ίστγουντ όμως στήνει μια σειρά από καθρέφτες, που ακολουθούν τον ήρωα στις πιο προσωπικές στιγμές του. Και κάθε άνθρωπος μπορεί να ξεγελάσει τους άλλους, δε μπορεί όμως να κρύψει την αλήθεια από τον εαυτό του. Όταν έρθει η ώρα ο Χούβερ θα αποκαλύψει την αλήθεια. Θα εξομολογηθεί τα μυστικά του. Σαν γνήσιος ήρωας του Ίστγουντ όμως θα το κάνει μόνο εκεί που έχει σημασία. Στον άνθρωπο που αγαπά. Στο ‘αίμα’ του.

Στα χέρια άλλου σκηνοθέτη η βιογραφία μιας τόσο αρνητικής προσωπικότητας θα εξαντλούνταν σε μια επιδερμική φιλμική κατηγορία εναντίον της. Θα περιοριζόταν στις πιπεράτες λεπτομέρειες του μύθου. Στα χέρια του Ίστγουντ όμως (και του Ντι Κάπριο, που πραγματοποιεί μια οσκαρική ‘εξαφάνιση’ στο ρόλο) γίνεται ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο, πυκνό σε θεματικές, πλούσιο σε δραματικές συγκινήσεις. Με το που πέφτουν οι τίτλοι τέλους, νιώθεις ευγνωμοσύνη για έναν άνθρωπο του οποίου οι ταινίες εξαγνίζουν την ψυχή, σαν Θεία Κοινωνία. Ευλογημένος να ’σαι, Κλιντ.



Για τον Εξώστη

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

The Artist



Αν τέτοιο καιρό, έναν χρόνο πριν, έλεγες σ’ οποιονδήποτε, πως ένα βωβό, ασπρόμαυρο φιλμ από τη Γαλλία, γυρισμένο μάλιστα σε κάδρο 1.37 : 1, θα σάρωνε τα βραβεία των διαφόρων Ενώσεων στην Αμερική και θα έφτανε να θεωρείται ένα από τα φαβορί για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, θα σε λοιδορούσε. Θα σε ξεφώνιζε. Θα σε ξεφτίλιζε. Και δικαίως. Γιατί στα χαρτιά το The Artist φάνταζε σαν ένα τολμηρό στοίχημα μεν, προορισμένο αποκλειστικά για φεστιβαλική κατανάλωση δε. Κι όμως. Από την ενθουσιώδη υποδοχή κοινού και κριτικών κατά την πρεμιέρα του στα πλαίσια του περασμένου φεστιβάλ των Καννών κι έπειτα το buzz γινόταν ολοένα και θετικότερο. Όλοι έκαναν λόγο για το απόλυτο crowd pleaser. Κι έτσι το outsider έγινε φαβορί. Και σε μια χώρα και μια κουλτούρα, που αγαπά όσο καμία άλλη τις ιστορίες των απόλυτων outsider που κατακτούν την κορυφή, η βράβευσή του φιλμ με το κορυφαίο των κινηματογραφικών βραβείων είναι σχεδόν αναπόφευκτη.


Ο Μισέλ Χαζαναβίσιους κινηματογραφεί την ιστορία του Τζορτζ Βαλεντάιν (που δανείζεται στοιχεία από την πλοκή των Singing in the Rain και A Star is Born) με τρόπο που παραπέμπει σε εποχές πριν την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου. Δεν πρόκειται όμως για ένα στεγνό, φορμαλιστικό πείραμα, όπως για παράδειγμα το The Good German του Σόντερμπεργκ. Η φόρμα του The Artist επιβάλλεται από το περιεχόμενο του. Είναι η ιστορία ενός σταρ του βωβού κινηματογράφου που αρνείται πεισματικά να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα που εισάγει η έλευση του ήχου στο σινεμά, εμμένει στην παραγωγή βωβών ταινιών και βλέπει την καριέρα του να καταποντίζεται. Ο ήχος είναι για αυτόν ο απόλυτος εχθρός (χαρακτηριστική η ευφάνταστη ονειρική σεκάνς, η μία από τις δύο περιπτώσεις όπου ο ήχος διεισδύει στο φιλμ). Επιλέγει να ζήσει στις αναμνήσεις του, αντί να ζει με τις αναμνήσεις του. Όπως όμως μάθαμε και από το έτερο feel-good διαμάντι της χρονιάς, το γουντιαλλενικό Midnight in Paris, είναι νοσηρό να επιλέγεις συνειδητά να ζεις στο παρελθόν και να αποστρέφεσαι το παρόν. Γιατί το παρελθόν είναι απλά ένα εγχειρίδιο για βέλτιστη και ασφαλέστερη ‘πλοήγηση’ στο παρόν.


Αναλογικά η κατασκευή ενός φιλμ με τρόπο που να παραπέμπει στο σινεμά μιας άλλης δεκαετίας, δε θα πρέπει να είναι αυτοσκοπός. Θα πρέπει η υιοθέτηση αυτού του στυλ να αναδεικνύει την ιστορία. Μόνο έτσι το αποτέλεσμα επί της οθόνης φαντάζει αυθεντικό και ειλικρινές. Και το The Artist σφύζει από ειλικρίνεια. Μιλά κατευθείαν στην καρδιά του θεατή (χωρίς φυσικά να παραλείπει την τέρψη του αμφιβληστροειδή). Είναι ένα φιλμ ελκυστικό σαν τυλιγμένο δώρο κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, λαχταριστό σαν ζεστή παχύρρευστη σοκολάτα μια κρύα νύχτα του χειμώνα, μαγευτικό σαν βραδινός περίπατος στο Μανχάταν, αξέχαστο σαν το πρώτο κλεμμένο φιλί. Είναι πολύ απλά σινεμά στα καλύτερά του.


Για τον Εξώστη

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

List-ίες vol.6


7 προτεινόμενοι τίτλοι για την επόμενη σκηνοθετική δουλειά του Στράτου Μαρκίδη (δημιουργού του εκλεκτού I love Karditsa και του ενδεχομένως εξίσου εκλεκτού Λάρισα Εμπιστευτικό)


Επικίνδυνη Ηρεμία στη Νέα Μάκρη

Οι 2 Ευγενείς απ’ την Αυλώνα

Μακρακώμη: Ανοχύρωτη Πόλη

Οινόη 5-0

Το Τελευταίο Ταγκό στο Καρπενήσι

Το Γεράκι της Άρτας

Γαλαξίδι στα Κύθηρα



8 προτεινόμενες οικιακές προβολές για την περίοδο των εορτών


Kiss Kiss Bang Bang(2004): Προτείνεται επειδή η Michelle Monaghan είναι η πιο λαχταριστή αγιοβασιλίτσα – και επειδή έχει μεγάλη πλάκα.

Air Doll (2009): Έπεσε λίγος φεμινισμός παραπάνω στη δοσολογία, αλλά έχει χαριτωμένη ατμόσφαιρα, υπέροχο score και ωραία, μικρά, στητά βυζάκια

The Uninvited (1944): Ένα ghost story υπό το ημίφως του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι πάντα απαραίτητο…

The Haunting (1953): … και ειδικά η Μητέρα των ghost stories.

Catch me if you Can (2002): Έχει εκείνο το τηλεφώνημα που γίνεται κάθε Χριστούγεννα…

Dumbo (1941) : Το πιο αγαπησιάρικο πλασματάκι που έπλασε η πένα του θείου Γουόλτ. Κάνει ακόμα και τον σκληροτράχηλο Η. Δ. να λιώνει σαν κορίτσι.

The Adventures of Baron Munchausen (1989): Απ’ τις καλύτερες στιγμές του τρελού που γυρίζει τον κόσμο (και τα στούντιο) με ένα φανάρι (και μια κάμερα), ψάχνοντας να βρει έναν άνθρωπο, που να πιστεύει στα παραμύθια.

Moulin Rouge (2001): To δυνατότερο συναισθηματικό γαμήσι της περασμένης δεκαετίας-μετά το ‘Μωρό’ του Κλιντ βεβαίως, βεβαίως. Μπορεί να προβληθεί όλες τις εποχές και όλες τις ώρες του χρόνου και παρακολουθείται με ένα μπουκαλάκι Jameson παραμάσχαλα, το οποίο θα χρειαστεί μετά.


6 προτεινόμενοι δίσκοι για να βγάλεις την στρατιωτική θητεία


The Suburbs - Arcade Fire

Ella Fitzgerald Sings the Cole Porter Songbook - Ella Fitzgerald

Mamouna – Bryan Ferry

The Division Bell- Pink Floyd

A Single Man – Abel Korzeniowski

Animals - Pink Floyd (You can never have enough Floyd...)


Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

The Adventures of Tin-Tin: The Secret of the Unicorn



O Μπράιαν Ντε Πάλμα είχε δηλώσει κάποτε ότι η κάμερα λέει ψέματα 24 φορές το δευτερόλεπτο. Άρα αυτός που την χειρίζεται διαπράττει απάτη (με τη μεταφορική έννοια του όρου, όχι με την ποινική). Γιατί ψεύδεται στο κοινό, έχει σαν στόχο την παραπλάνησή του, παρουσιάζοντας μέσω του φακού ένα αναληθές γεγονός ως αληθές. Αν ο σκηνοθέτης είναι καλός ‘απατεώνας’, τότε ο θεατής παραμερίζει τις αναστολές του και πέφτει (με ευχαρίστηση) θύμα της απάτης του πρώτου.


O Στίβεν Σπίλμπεργκ είναι ένας από τους πλέον πανούργους ‘απατεώνες’ του σινεμά. Γιατί κατορθώνει να δώσει αληθινή υπόσταση σε κόσμους εντελώς αποκομμένους από το δικό μας. Όλες του οι ταινίες (ακόμα κι εκείνες που βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα) εξελίσσονται σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν, όταν όμως επιχειρεί να κάνει καθαρόαιμο σινεμά ‘απόδρασης’ – κι ευτυχώς το επιχειρεί τακτικά- οι ικανότητες του στην ‘απάτη’ αγγίζουν επίπεδα αποθέωσης. Ο φιλμικός κόσμος του Σπίλμπεργκ έχει τόσο στέρεη δομή και τέτοια επιμέλεια ως προς την παραμικρή λεπτομέρεια, που ‘καταπίνει’ το θεατή, με τον τελευταίο, για όσο χρόνο διαρκεί η περιήγησή του, να είναι έτοιμος να αποδεχτεί ως πραγματικό ακόμα και το πιο εξωφρενικό stunt. Είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις, όπου δεν ‘κατεβαίνει’ η ταινία στον θεατή, αλλά ‘ανεβαίνει’ ο θεατής στην ταινία και μάλιστα με χαρακτηριστική ευκολία.


Είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να βρεθεί ιδανικότερος σκηνοθέτης από τον Σπίλμπεργκ για να μεταφέρει το σουρεαλιστικό σύμπαν του Ερζέ στον κινηματογράφο, ικανός να βρει τις ισορροπίες ανάμεσα στο slapstick χιούμορ και στην αγνή περιπέτεια. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που η κινηματογραφική διασκευή των περιπετειών του ΤενΤεν συνιστούσε για τον ίδιο όνειρο ζωής, καθώς πάλευε να το μεταφέρει στο σινεμά από το 1981, όταν κάποιος κριτικός απένειμε στους Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού το παράσημο ότι θυμίζουν το κόμικ του Ερζέ. Και τώρα, τρεις δεκαετίες μετά, με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Συμπυκνώνοντας τρία τεύχη του κόμικ σε ένα φιλμ, ο Σπίλμπεργκ μεταφέρει το όραμα του Ερζέ αυτούσιο στην οθόνη, δίχως να προχωρήσει σε εκπτώσεις, ελαττώνοντας για παράδειγμα την βία στις συμπλοκές του ήρωα με πάσης φύσεως κακοποιούς ή παραλείποντας τον αλκοολισμό του καπετάνιου Χάντοκ – ένα από τα στοιχεία που κάνουν αυτό τον χαρακτήρα τόσο απολαυστικό. Όσοι έχουν επαφή με το κόμικ θα χαμογελάσουν με πονηρά κλεισίματα του ματιού, όπως το σκίτσο που ολοκληρώνει ο πλανόδιος ζωγράφος ( που φέρει τα χαρακτηριστικά του Ερζέ) στην εισαγωγή, κατά την ευρηματική σύσταση του χαρακτήρα ή την πρόσκαιρη χαρά του καπετάνιου Χάντοκ στη θέα της αοιδού της όπερας, ενός περιφερειακού χαρακτήρα, που οι φαν του κόμικ γνωρίζουν ότι ο ήρωας απεχθάνεται.


Το καλό όμως είναι ότι για να απολαύσει κανείς το φιλμ, δεν χρειάζεται να έχει την παραμικρή επαφή με το έργο του Ερζέ. Από τους παιχνιδιάρικους τίτλους αρχής, που παραπέμπουν στους αντίστοιχους του Catch me if you can, έως την ελπιδοφόρα υπόσχεση για νέες περιπέτειες στο φινάλε, η ταινία είναι ένα ξέφρενο κινηματογραφικό roller-coaster, γεμάτο έντονες συγκινήσεις σε κάθε στροφή. Με highlight το κυνηγητό με το μοτοσακό - ένα set-piece που βρίθει πρωτότυπων ευρημάτων-, ο Σπίλμπεργκ στήνει μερικές από τις πλέον περίτεχνες σκηνές δράσης που είδαμε ποτέ σε animation (και όχι μόνο), με μονοπλάνα που κάνουν ακόμα και τον Μπραντ Μπέρντ του Ratatouille να κοκκινίζει από ντροπή, ενώ παράλληλα φροντίζει να αναπτύξει καθένα από τους κεντρικούς χαρακτήρες της δραματουργίας ξεχωριστά. Γιατί οι χαρακτήρες σε μια ταινία του Σπίλμπεργκ βρίσκονται στο επίκεντρο της δράσης, δεν είναι απλώς ένα κομμάτι του ντεκόρ, όπως για παράδειγμα, στα θορυβώδη έπη του Μάικλ Μπέι και των ομοίων του. Το σινεμά των τελευταίων, με τα βιαστικά cuts, την απουσία γεωγραφίας στις σκηνές δράσης και την παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος για τον ανθρώπινο παράγοντα, ουδεμία σχέση έχει με το ΣΙΝΕΜΑ του Σπίλμπεργκ. Φυσικά οι ‘μπαζιμπουζούκοι’ (όπως θα τους αποκαλούσε ο καπετάνιος Χάντοκ) της κριτικής, εξακολουθούν να τους βάζουν στο ίδιο τσουβάλι. Τους απορρίπτουν, βλέπετε, όλους ανεξαιρέτως, ως «φερέφωνα της ιμπεριαλιστικής βιομηχανίας του Χόλιγουντ, που μόνο στόχο έχει την αποχαύνωση της μάζας».


Για τον Εξώστη