Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

List-ίες vol.6


7 προτεινόμενοι τίτλοι για την επόμενη σκηνοθετική δουλειά του Στράτου Μαρκίδη (δημιουργού του εκλεκτού I love Karditsa και του ενδεχομένως εξίσου εκλεκτού Λάρισα Εμπιστευτικό)


Επικίνδυνη Ηρεμία στη Νέα Μάκρη

Οι 2 Ευγενείς απ’ την Αυλώνα

Μακρακώμη: Ανοχύρωτη Πόλη

Οινόη 5-0

Το Τελευταίο Ταγκό στο Καρπενήσι

Το Γεράκι της Άρτας

Γαλαξίδι στα Κύθηρα



8 προτεινόμενες οικιακές προβολές για την περίοδο των εορτών


Kiss Kiss Bang Bang(2004): Προτείνεται επειδή η Michelle Monaghan είναι η πιο λαχταριστή αγιοβασιλίτσα – και επειδή έχει μεγάλη πλάκα.

Air Doll (2009): Έπεσε λίγος φεμινισμός παραπάνω στη δοσολογία, αλλά έχει χαριτωμένη ατμόσφαιρα, υπέροχο score και ωραία, μικρά, στητά βυζάκια

The Uninvited (1944): Ένα ghost story υπό το ημίφως του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι πάντα απαραίτητο…

The Haunting (1953): … και ειδικά η Μητέρα των ghost stories.

Catch me if you Can (2002): Έχει εκείνο το τηλεφώνημα που γίνεται κάθε Χριστούγεννα…

Dumbo (1941) : Το πιο αγαπησιάρικο πλασματάκι που έπλασε η πένα του θείου Γουόλτ. Κάνει ακόμα και τον σκληροτράχηλο Η. Δ. να λιώνει σαν κορίτσι.

The Adventures of Baron Munchausen (1989): Απ’ τις καλύτερες στιγμές του τρελού που γυρίζει τον κόσμο (και τα στούντιο) με ένα φανάρι (και μια κάμερα), ψάχνοντας να βρει έναν άνθρωπο, που να πιστεύει στα παραμύθια.

Moulin Rouge (2001): To δυνατότερο συναισθηματικό γαμήσι της περασμένης δεκαετίας-μετά το ‘Μωρό’ του Κλιντ βεβαίως, βεβαίως. Μπορεί να προβληθεί όλες τις εποχές και όλες τις ώρες του χρόνου και παρακολουθείται με ένα μπουκαλάκι Jameson παραμάσχαλα, το οποίο θα χρειαστεί μετά.


6 προτεινόμενοι δίσκοι για να βγάλεις την στρατιωτική θητεία


The Suburbs - Arcade Fire

Ella Fitzgerald Sings the Cole Porter Songbook - Ella Fitzgerald

Mamouna – Bryan Ferry

The Division Bell- Pink Floyd

A Single Man – Abel Korzeniowski

Animals - Pink Floyd (You can never have enough Floyd...)


Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

The Adventures of Tin-Tin: The Secret of the Unicorn



O Μπράιαν Ντε Πάλμα είχε δηλώσει κάποτε ότι η κάμερα λέει ψέματα 24 φορές το δευτερόλεπτο. Άρα αυτός που την χειρίζεται διαπράττει απάτη (με τη μεταφορική έννοια του όρου, όχι με την ποινική). Γιατί ψεύδεται στο κοινό, έχει σαν στόχο την παραπλάνησή του, παρουσιάζοντας μέσω του φακού ένα αναληθές γεγονός ως αληθές. Αν ο σκηνοθέτης είναι καλός ‘απατεώνας’, τότε ο θεατής παραμερίζει τις αναστολές του και πέφτει (με ευχαρίστηση) θύμα της απάτης του πρώτου.


O Στίβεν Σπίλμπεργκ είναι ένας από τους πλέον πανούργους ‘απατεώνες’ του σινεμά. Γιατί κατορθώνει να δώσει αληθινή υπόσταση σε κόσμους εντελώς αποκομμένους από το δικό μας. Όλες του οι ταινίες (ακόμα κι εκείνες που βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα) εξελίσσονται σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν, όταν όμως επιχειρεί να κάνει καθαρόαιμο σινεμά ‘απόδρασης’ – κι ευτυχώς το επιχειρεί τακτικά- οι ικανότητες του στην ‘απάτη’ αγγίζουν επίπεδα αποθέωσης. Ο φιλμικός κόσμος του Σπίλμπεργκ έχει τόσο στέρεη δομή και τέτοια επιμέλεια ως προς την παραμικρή λεπτομέρεια, που ‘καταπίνει’ το θεατή, με τον τελευταίο, για όσο χρόνο διαρκεί η περιήγησή του, να είναι έτοιμος να αποδεχτεί ως πραγματικό ακόμα και το πιο εξωφρενικό stunt. Είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις, όπου δεν ‘κατεβαίνει’ η ταινία στον θεατή, αλλά ‘ανεβαίνει’ ο θεατής στην ταινία και μάλιστα με χαρακτηριστική ευκολία.


Είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να βρεθεί ιδανικότερος σκηνοθέτης από τον Σπίλμπεργκ για να μεταφέρει το σουρεαλιστικό σύμπαν του Ερζέ στον κινηματογράφο, ικανός να βρει τις ισορροπίες ανάμεσα στο slapstick χιούμορ και στην αγνή περιπέτεια. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που η κινηματογραφική διασκευή των περιπετειών του ΤενΤεν συνιστούσε για τον ίδιο όνειρο ζωής, καθώς πάλευε να το μεταφέρει στο σινεμά από το 1981, όταν κάποιος κριτικός απένειμε στους Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού το παράσημο ότι θυμίζουν το κόμικ του Ερζέ. Και τώρα, τρεις δεκαετίες μετά, με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Συμπυκνώνοντας τρία τεύχη του κόμικ σε ένα φιλμ, ο Σπίλμπεργκ μεταφέρει το όραμα του Ερζέ αυτούσιο στην οθόνη, δίχως να προχωρήσει σε εκπτώσεις, ελαττώνοντας για παράδειγμα την βία στις συμπλοκές του ήρωα με πάσης φύσεως κακοποιούς ή παραλείποντας τον αλκοολισμό του καπετάνιου Χάντοκ – ένα από τα στοιχεία που κάνουν αυτό τον χαρακτήρα τόσο απολαυστικό. Όσοι έχουν επαφή με το κόμικ θα χαμογελάσουν με πονηρά κλεισίματα του ματιού, όπως το σκίτσο που ολοκληρώνει ο πλανόδιος ζωγράφος ( που φέρει τα χαρακτηριστικά του Ερζέ) στην εισαγωγή, κατά την ευρηματική σύσταση του χαρακτήρα ή την πρόσκαιρη χαρά του καπετάνιου Χάντοκ στη θέα της αοιδού της όπερας, ενός περιφερειακού χαρακτήρα, που οι φαν του κόμικ γνωρίζουν ότι ο ήρωας απεχθάνεται.


Το καλό όμως είναι ότι για να απολαύσει κανείς το φιλμ, δεν χρειάζεται να έχει την παραμικρή επαφή με το έργο του Ερζέ. Από τους παιχνιδιάρικους τίτλους αρχής, που παραπέμπουν στους αντίστοιχους του Catch me if you can, έως την ελπιδοφόρα υπόσχεση για νέες περιπέτειες στο φινάλε, η ταινία είναι ένα ξέφρενο κινηματογραφικό roller-coaster, γεμάτο έντονες συγκινήσεις σε κάθε στροφή. Με highlight το κυνηγητό με το μοτοσακό - ένα set-piece που βρίθει πρωτότυπων ευρημάτων-, ο Σπίλμπεργκ στήνει μερικές από τις πλέον περίτεχνες σκηνές δράσης που είδαμε ποτέ σε animation (και όχι μόνο), με μονοπλάνα που κάνουν ακόμα και τον Μπραντ Μπέρντ του Ratatouille να κοκκινίζει από ντροπή, ενώ παράλληλα φροντίζει να αναπτύξει καθένα από τους κεντρικούς χαρακτήρες της δραματουργίας ξεχωριστά. Γιατί οι χαρακτήρες σε μια ταινία του Σπίλμπεργκ βρίσκονται στο επίκεντρο της δράσης, δεν είναι απλώς ένα κομμάτι του ντεκόρ, όπως για παράδειγμα, στα θορυβώδη έπη του Μάικλ Μπέι και των ομοίων του. Το σινεμά των τελευταίων, με τα βιαστικά cuts, την απουσία γεωγραφίας στις σκηνές δράσης και την παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος για τον ανθρώπινο παράγοντα, ουδεμία σχέση έχει με το ΣΙΝΕΜΑ του Σπίλμπεργκ. Φυσικά οι ‘μπαζιμπουζούκοι’ (όπως θα τους αποκαλούσε ο καπετάνιος Χάντοκ) της κριτικής, εξακολουθούν να τους βάζουν στο ίδιο τσουβάλι. Τους απορρίπτουν, βλέπετε, όλους ανεξαιρέτως, ως «φερέφωνα της ιμπεριαλιστικής βιομηχανίας του Χόλιγουντ, που μόνο στόχο έχει την αποχαύνωση της μάζας».


Για τον Εξώστη

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Contagion


Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού. Από την αρχή της καριέρας του μέχρι σήμερα ακροβατεί μεταξύ αμιγώς στουντιακών παραγωγών και σκληροπυρηνικά ανεξάρτητων. Πειραματίζεται διαρκώς με τις αφηγηματικές τεχνικές. Έχει βαλθεί να δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε κάθε υπαρκτό κινηματογραφικό είδος. Δεν δίστασε να αναμετρηθεί ακόμα και με ένα ατόφιο αριστούργημα, όπως το Solaris (στο οποίο, τουλάχιστον για τον υπογράφοντα, έδωσε την συναισθηματική διάσταση που έλειπε από την ταρκοσφκική εκδοχή του βιβλίου του Στάνισλαβ Λεμ). Φυσικά δεν είναι όλες του οι προσπάθειες επιτυχημένες, γεγονός που καθιστά την φιλμογραφία του άνιση.


Με το Contagion καταπιάνεται για πρώτη φορά με το είδος του horror. Αφηγείται την ιστορία μιας φονικής επιδημίας που ξεσπά και σταδιακά εξαπλώνεται σε όλο τον πλανήτη, απειλώντας να ξεκληρίσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέγεθος του συνολικού πληθυσμού. Οι άνθρωποι απειλούνται τόσο από τον ιό, όσο και από την παραφιλολογία και τις θεωρίες συνωμοσίας γύρω από αυτόν, που προκαλούν ακόμα μεγαλύτερο πανικό. Οι επιστήμονες αδυνατούν να περιορίσουν την επέκταση της απειλής και μάχονται ενάντια στον χρόνο για να ανακαλύψουν το αντίδοτο.


Ο Σόντερμπεργκ απλώνει την αφήγηση του στις 4 γωνιές του πλανήτη, αντιπαραβάλλοντας μια σειρά από υποπλοκές, εκ των οποίων αρκετές μένουν, δυστυχώς, υποανάπτυκτες. Με τη αρωγή όμως του μοντέρ του Στίβεν Μιρριόνε (του ανθρώπου που έβαλε σε τάξη το -υπό άλλες συνθήκες χαοτικό- Traffic) εξασφαλίζει τη συνοχή της δράσης, επιβάλλει γοργούς ρυθμούς και διατηρεί το ενδιαφέρον αμείωτο. Από τη στιγμή δε, που δεν έχει χρόνο να συστήσει αποτελεσματικά όλους τους χαρακτήρες, προνοεί να αναθέσει την ενσάρκωσή τους σε γνώριμες κινηματογραφικές φάτσες, ώστε μέσω της άμεσης οικειότητας να πετύχει την πολυπόθητη εμπλοκή του θεατή στα δρώμενα. Με τον τρόπο αυτό εντείνει παράλληλα την αγωνία και τον φόβο. Γιατί σε μια ταινία, όπου ακόμα και τα μεγαλύτερα ονόματα του καστ μπορεί να πεθάνουν στην πρώτη πράξη, κανείς δεν είναι ασφαλής. Και η ανασφάλεια είναι απαραίτητο συστατικό μιας καλής ταινίας τρόμου. Και το Contagion είναι μια τέτοια. Σφηνώνεται στο πίσω μέρος του μυαλού σου για αρκετές μέρες μετά την προβολή. Και θα το διαπιστώσεις την επόμενη φορά που θα μπεις σε γεμάτο λεωφορείο.